ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Αμετάκλητη καταδίκη δικηγόρου για υπεξαίρεση

Δαμιανός Αθανασίου 3 λεπτά ανάγνωση
Μέγεθος γραμμάτων

Με από­φα­ση του Ζ’ Ποι­νι­κού Τμή­μα­τος του Αρεί­ου Πάγου απορ­ρί­φθη­κε η αί­τη­ση αναί­ρε­σης που άσκη­σε μια δι­κη­γό­ρος της Ρόδου για αναί­ρε­ση της υπ’ αριθ. 117/2015 από­φα­σης του Πε­ντα­με­λούς Εφε­τεί­ου Δω­δε­κα­νή­σου.

Η δι­κη­γό­ρος έχει κα­τα­δι­κα­στεί σε ποινή φυ­λά­κι­σης 2 ετών με 3ετή ανα­στο­λή.

Κρί­θη­κε ένοχη υπε­ξαί­ρε­σης κατ’ εξα­κο­λού­θη­ση παρά την απαλ­λα­κτι­κή ει­σή­γη­ση του Ει­σαγ­γε­λέα της έδρας.

Η κα­τη­γο­ρού­με­νη κρί­θη­κε συ­γκε­κρι­μέ­να ένοχη για το ό,τι με πε­ρισ­σό­τε­ρες από μία πρά­ξεις, που συ­νι­στούν εξα­κο­λού­θη­ση του ίδιου εγκλή­μα­τος ιδιο­ποι­ή­θη­κε πα­ρά­νο­μα ξένα (ολικά) κι­νη­τά πράγ­μα­τα και δη χρή­μα­τα που πε­ρι­ήλ­θαν στην κα­το­χή της, το δε αντι­κεί­με­νο είναι ιδιαί­τε­ρα με­γά­λης αξίας.

Όπως ανα­φέ­ρε­ται στην από­φα­ση του Πε­ντα­με­λούς Εφε­τεί­ου Δω­δε­κα­νή­σου:

«Η κα­τη­γο­ρου­μέ­νη είναι δι­κη­γό­ρος και εκ­με­ταλ­λευό­με­νη τη γνω­ρι­μία της με τον πο­λι­τι­κώς ενά­γο­ντα του πρό­τει­νε να φρο­ντί­σει για λο­γα­ρια­σμό του να απο­κτή­σει μέσω ανα­γκα­στι­κών πλει­στη­ρια­σμών ακι­νή­των (που όπως υπο­στή­ρι­ζε, αυτή γνώ­ρι­ζε εμπι­στευ­τι­κά λόγω της ιδιό­τη­τάς της) την κυ­ριό­τη­τα τέ­τοιων ακι­νή­των.

Πει­σθείς στις δια­βε­βαιώ­σεις της ο πο­λι­τι­κώς ενά­γων, της κα­τέ­βα­λε για την υλο­ποί­η­ση της συμ­φω­νί­ας τους στις 29.6.2011, 1.7.2011 και 12.7.2011 αντι­στοί­χως τα ποσά των 15.000 €, 40.000 €, 50.000 € (προ­κει­μέ­νου δήθεν να συμ­με­τά­σχει αυτή σε δη­μό­σιους ανα­γκα­στι­κούς πλει­στη­ρια­σμούς για λο­γα­ρια­σμό του στο Ει­ρη­νο­δι­κείο Ρόδου, ενώ ποτέ δεν συμ­με­τεί­χε σε τέ­τοιους πλει­στη­ρια­σμούς).

Τα ανω­τέ­ρω ποσά συ­νο­λι­κού ύψους 105.000 € η κα­τη­γο­ρου­μέ­νη τα εν­σω­μά­τω­σε στην ατο­μι­κή της πε­ριου­σία ως δικό της αγαθό χωρίς δι­καί­ω­μα, το δε πα­ρα­πά­νω αντι­κεί­με­νο είναι ιδιαι­τέ­ρως με­γά­λης αξίας.

Ο ισχυ­ρι­σμός της κα­τη­γο­ρου­μέ­νης ότι τα ποσά αυτά έλαβε από τον πο­λι­τι­κώς ενά­γο­ντα δυ­νά­μει συμ­βά­σε­ως δα­νεί­ου και επο­μέ­νως δεν υπε­ξαί­ρε­σε ξένα κι­νη­τά πράγ­μα­τα, ελέγ­χε­ται ως αβά­σι­μος και πρέ­πει να απορ­ρι­φθεί διότι τα προ­α­να­φε­ρό­με­να ποσά (συ­νο­λι­κά 105.000 ευρώ) πα­ρα­δό­θη­καν στην κα­τη­γο­ρού­με­νη όχι ως δά­νειο αλλά για την υλο­ποί­η­ση της ανω­τέ­ρω εντο­λής που της έδωσε να προ­βεί ως δι­κη­γό­ρος.

Κατά συ­νέ­πεια, πρέ­πει να κη­ρυ­χθεί ένοχη η κα­τη­γο­ρού­με­νη της απο­δι­δό­με­νης σ’ αυτήν πρά­ξης, απορ­ρι­πτο­μέ­νων των προ­βλη­θέ­ντων απ’ αυτήν ισχυ­ρι­σμών ως αβα­σί­μων”.

Ακο­λού­θως, με το δια­τα­κτι­κό της προ­σβαλ­λό­με­νης απο­φά­σε­ώς του. Ο Αρειος Πάγος έκρι­νε ότι η ως άνω από­φα­ση «διέ­λα­βε την απαι­τού­με­νη ει­δι­κή και εμπε­ρι­στα­τω­μέ­νη αι­τιο­λο­γία, αφού εκ­θέ­τει σ’ αυτή με πλη­ρό­τη­τα και σα­φή­νεια και χωρίς αντι­φά­σεις ή λο­γι­κά κενά τα πραγ­μα­τι­κά πε­ρι­στα­τι­κά που απο­δεί­χθη­καν από την ακρο­α­μα­τι­κή δια­δι­κα­σία και συ­γκρο­τούν την αντι­κει­με­νι­κή και υπο­κει­με­νι­κή υπό­στα­ση του εγκλή­μα­τος της υπε­ξαι­ρέ­σε­ως, για το οποίο και κα­τα­δι­κά­σθη­κε η αναι­ρε­σεί­ου­σα κα­τη­γο­ρού­με­νη, τις απο­δεί­ξεις από τις οποί­ες συ­νή­γα­γε τα πε­ρι­στα­τι­κά αυτά καθώς και τους συλ­λο­γι­σμούς με βάση τους οποί­ους υπή­γα­γε τα πε­ρι­στα­τι­κά αυτά στις ου­σια­στι­κές ποι­νι­κές δια­τά­ξεις των άρ­θρων 26 παρ. 1 εδ. α’ , 27 παρ. 1 και 375 παρ. 1 εδ. α’ του Π.Κ., τις οποί­ες εφάρ­μο­σε, χωρίς ούτε ευ­θέ­ως, ούτε εκ πλα­γί­ου να τις πα­ρα­βιά­σει με ελ­λι­πή, ασαφή ή αντι­φα­τι­κή αι­τιο­λο­γία που να κα­θι­στά ανέ­φι­κτο τον αναι­ρε­τι­κό έλεγ­χο και να στε­ρεί την προ­σβαλ­λό­με­νη από­φα­σή του νο­μί­μου βά­σε­ως.

Ει­δι­κό­τε­ρα, ανα­φέ­ρο­νται στην αι­τιο­λο­γία της προ­σβαλ­λό­με­νης απο­φά­σε­ως τα απο­δει­κτι­κά μέσα κατά το είδος τους, τα οποία το δευ­τε­ρο­βάθ­μιο δι­κα­στή­ριο έλαβε υπόψη του για να μορ­φώ­σει την πιο πάνω κρίση του, ενώ δεν υπήρ­χε κατά το νόμο ανά­γκη ανα­φο­ράς και του τι προ­έ­κυ­ψε και απο­δεί­χθη­κε από το κάθε απο­δει­κτι­κό μέσο, ούτε και ανά­γκη κατά το νόμο αξιο­λο­γή­σε­ως του κάθε απο­δει­κτι­κού μέσου και από τις αι­τιο­λο­γί­ες της προ­σβαλ­λό­με­νης απο­φά­σε­ως, που πε­ριέ­χο­νται στο σκε­πτι­κό και στο δια­τα­κτι­κό της, προ­κύ­πτει με βε­βαιό­τη­τα και χωρίς αμ­φι­βο­λία ότι το δι­κα­στή­ριο έλαβε υπόψη του και συ­νε­κτί­μη­σε το σύ­νο­λο των ανα­γνω­σθέ­ντων και ανα­φε­ρο­μέ­νων στα πρα­κτι­κά της προ­σβαλ­λό­με­νης απο­φά­σε­ως εγ­γρά­φων, καθώς και όλων των άλλων απο­δει­κτι­κών μέσων που ανα­φέ­ρο­νται κατ’ είδος στο σκε­πτι­κό της προ­σβαλ­λό­με­νης απο­φά­σε­ως, χωρίς να προ­κύ­πτει ότι έγινε επι­λε­κτι­κή αξιο­λό­γη­ση κά­ποιου εκ τού­των ή η μη λήψη υπόψη κά­ποιου εκ των ανα­γνω­σθέ­ντων εγ­γρά­φων».

Ως συ­νή­γο­ρος υπε­ρά­σπι­σής της πα­ρέ­στη ο κ. Μ. Κου­τσού­κος.

Την πο­λι­τι­κή αγωγή εκ­προ­σώ­πη­σε ο δι­κη­γό­ρος κ. Γιάν­νης Χα­ρί­τος.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.