ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Το πιο rock ‘n’ roll καφενείο στην Ελλάδα βρίσκεται στην Αστυπάλαια!

news room 1 λεπτό ανάγνωση
900

Το καφε­νείο του Μουγγού είναι 100 ετών και πολλές φορές δεν κλείνει καθόλου τα βράδια.

Αφίσες με τους αγω­νι­στές του 1821, ένας πολι­τι­κός ιστο­ρι­κός χάρτης πρω­θυ­πουρ­γών, ο Καραϊ­σκά­κης, η Μπου­μπου­λίνα, ο τέως Βασι­λιάς και δίπλα ο Τσε Γκεβάρα με το πούρο, μια γελοιο­γρα­φία με τη φράση «το μ… και το μπου­κάλι μ’ έφεραν σ’ αυτό το χάλι», δεκάδες φωτο­γρα­φίες από πελάτες και μεθυ­σμέ­νες βραδιές στο μαγαζί (πιο χαρα­κτη­ρι­στική αυτή που μια παρέα κου­βα­λάει στα χέρια έναν εντελώς μεθυ­σμένο γέρο το ξημέ­ρωμα έξω από το καφε­νείο), διη­γή­σεις για ιστο­ρίες σφουγ­γα­ρά­δων στην Κάλυμνο και ενός καπε­τά­νιου ενός καρα­βιού που έκανε τη γραμμή από τον Πειραιά και είχε τη φήμη μεγάλου μπερ­μπά­ντη.

Το καφε­νείου «του Μουγγού» στην Αστυ­πά­λαια είναι ένα από τα παλαιό­τερα στην Ελλάδα και από τα ελά­χι­στα της εποχής του που έχουν μείνει σχεδόν ανέγ­γι­χτα από το χρόνο.

Τους χει­μώ­νες είναι το μπαρ του νησιού, εδώ μια κρύα Παρα­σκευή ή ένα Σάββατο του Ιανουα­ρίου μπορεί να στηθεί ολο­νύ­χτιο γλέντι από το πουθενά.

Τα καλο­καί­ρια (και δεδο­μέ­νης της του­ρι­στι­κής ανόδου της Αστυ­πα­λιάς τα τελευ­ταία χρόνια) είναι πια το εναλ­λα­κτικό στέκι των εναλ­λα­κτι­κών επι­σκε­πτών του νησιού. Η θέα από το μπαλ­κόνι του είναι απίθανη αλλά όλο το ζουμί είναι το μέσα, εκεί που μια ήσυχη βραδιά μπορεί να μετα­τρα­πεί σε θέατρο του παρα­λό­γου.

Συνά­ντησα τον Νικόλα, ένα βράδυ του περα­σμέ­νου Μαΐου (λίγο πριν ένα απί­στευτο διπλό ουράνιο τόξο είχε στε­φα­νώ­σει την Χώρα και είχε προ­κα­λέ­σει παν­ζουρ­λι­σμό στο νησί), έξω από το καφε­νείο του, το οποίο απέ­κτησε πριν 22 χρόνια. Ο Νικόλας είναι ο ροκ σταρ του νησιού. Έχει μακρύ λευκό μαλλί, είναι ανε­πι­τή­δευτα κουλ και δηλώνει φανα­τι­κός βασι­λι­κός.

Πες μου λίγα λόγια για την ιστορία του μαγα­ζιού. Αυτό το μαγαζί το έχω 22 χρόνια, αλλά πρέπει να είναι πάνω από 100 χρονών. Τ

ο είχαν δυο φίλοι μου, έφυγαν από καρ­διακή προ­σβολή όμως ο ένας πίσω από τον άλλο και παρέ­μεινε για λίγο κλειστό. Δεν το έπαιρνε κανείς, αλλά εγώ σε άλλο μαγαζί δεν μπο­ρούσα να κάνω, παρ’ όλο που είχα δου­λέ­ψει σε διά­φο­ρες δου­λειές, όπως αρχειο­φύ­λα­κας. Και λέω, θα το νοι­κιάσω ρε γαμώτο, αν και δεν ήθελε ούτε η κόρη μου ούτε η γυναίκα μου, το θεω­ρού­σαν γρου­σού­ζικο μέρος.

Εσύ ως πιτσι­ρι­κάς τι ανα­μνή­σεις είχες από αυτό το μέρος; Όλοι είχαμε ανα­μνή­σεις από εδώ, μεγα­λώ­σαμε εδώ. Στην Αστυ­πα­λιά υπήρχε ένα καφε­νείο εδώ κι ένα πιο ψηλά. Στο χωριό μόνο αυτά ήταν και μετά ένα στο λιμάνι. Το επάνω καφε­νείο ήταν του «Μπαρ­μπα­λιά». Αυτό έκλεισε πριν από 40-50 χρόνια. Και μετά, ό,τι μαγαζί βλέπεις επάνω στην πλατεία είναι μετα­γε­νέ­στερα.

Τα σωστά καφε­νεία ήταν μόνο δυο όμως. Παλιό­τερα δε μας άφηναν να μπαί­νουμε μέσα, αν δεν ήσουν 17-18 χρονών. Εδώ, γίνο­νταν γάμοι, διά­φο­ρες εκδη­λώ­σεις, αλλά ήταν λίγο δια­φο­ρε­τικά τα πράγ­ματα. Ας πούμε, οι άνδρες δεν καθό­ντου­σαν σε καρέ­κλες, ήταν όρθιοι. Μόνο οι γυναί­κες καθό­ντου­σαν. Το νοί­κιασα τελικά, και μετά ασχο­λή­θηκε ο γαμπρός μου, Στέ­φα­νος.

Η ονο­μα­σία «του Μουγγού» πώς προ­έ­κυψε; Το καφε­νείο το είχε ένας μουγγός, ο Μιχάλης. Αυτός πέθανε από καρδιά και το είχε μαζί με άλλον ένα, το Γιάννη, που τον φωνά­ζαμε «λαδά», δηλαδή τσι­γκούνη. Ο Γιάννης πέθανε κι αυτός από καρδιά, μόλις 45 χρονών.

Υπάρ­χουν φωτο­γρα­φίες από τη δεκα­ε­τία του ’40; Μπα…Υπήρχε ένας φωτο­γρά­φος στην περιοχή, που μας έβγαζε κι έκανε όλες τις προ­ε­τοι­μα­σίες, έβαζε πανιά. Μετα­γε­νέ­στερα και πάλι όμως.

001 mougkos

Ο Νικόλας, ο σημε­ρι­νός ιδιο­κτή­της του καφε­νείου.

010 mougkos

Όταν πήρες το μαγαζί υπήρχαν όλες αυτές οι φωτο­γρα­φίες που έχει τώρα μέσα; Όχι, δεν υπήρχε τίποτα. Μόλις το νοί­κιασα, οι συγ­γε­νείς των προη­γού­με­νων πήραν τα έπιπλα από μέσα, οπότε το επί­πλωσα εγώ, αλλά τα μόνα που παρέ­μει­ναν ήταν εκείνα τα μεγάλα ράφια, που είναι παρα­δο­σιακά. Επίσης, θα ήθελα να σου πω ότι είμαι βασι­λι­κός, όπως και ο πατέρας μου, γι΄αυτό έχω τους βασι­λιά­δες στους τοίχους.

Έχω και τον Τσε Γκεβάρα, αλλά εδώ πέρα είναι σα μουσείο. Θες να βλέπεις βασι­λιά­δες, τον Τσε, το Μου­σο­λίνι; Όλα τα έχω, ό,τι μου φέρνανε το έβαζα. Οι Ιταλοί, επί Κατοχής, είχαν ένα σπίτι, που που­λούσε τσιγάρα.

Όταν έφυγαν, βρήκα διάφορα πετα­μένα, οπότε το καθά­ρισα και το έφερα. Όπως και το σωσίβιο που βλέπεις εδώ, το πήρα από ένα καράβι  που μετέ­φερε και επι­βά­τες και εμπό­ρευμα το ’36. Το βρήκα πετα­μένο κι αυτό, το έπλυνα και το κόλλησα εδώ.

Το καλο­καίρι τι φαγητά κάνεις; Μόνο ψηστα­ριά. Χτα­πό­δια, καλα­μά­ρια, σουπιές, σαλάτα. Υπάρχει και πιο δίπλα ένα εστια­τό­ριο, ένα σου­βλα­τζί­δικο αν θες να φας κάτι δια­φο­ρε­τικό…

Το μαγαζί κλείνει πολύ αργά το πρωί; Παλιό­τερα, ξημε­ρω­νό­μα­στε και χορεύ­αμε μέχρι το πρωί. Έρχο­νταν και οι μπε­κρή­δες… Τώρα το χειμώνα δε βλέπεις τίποτε, γιατί η κρίση έχει χαλάσει πολλά πράγ­ματα, αλλά το καλο­καίρι υπάρ­χουν φορές που δεν κλεί­νουμε καθόλου.

Πώς εξηγείς ότι ο κόσμος εδώ στην Αστυ­πά­λαια βγαίνει αργά και δια­σκε­δά­ζει μέχρι το πρωί; Κοίταξε να δεις, υπάρχει ζωή στην Αστυ­πα­λιά. Έτσι έχουμε μάθει, κι ας έχουμε πέσει με την κρίση. Γυρί­ζαμε όλα τα στενά, τρα­γου­δού­σαμε με τα όργανα, γενικά περ­νού­σαμε καλά. Τώρα με την κρίση, είναι δύσκολα. Κάθε βράδυ, χαλού­σαμε 10-15 μπου­κά­λια ουίσκι. Και τσί­πουρα και ούζα, αλλά το ουίσκι ήταν το κοινό ποτό μας. Πάνω στα τρα­πέ­ζια με τα μπου­κά­λια, με κερά­σματα και χορούς.

Οι ξένοι πώς το βλέπουν; Τρε­λαί­νο­νται. Με βλέπουν έξω στην αυλή όταν γίνεται χαμός και ψάχνουν να βρουν τραπέζι, κάνουν μια- δυο βόλτες για να βρουν να κάτσουν.

006 mougkos
002 mougkos

Πώς έχεις δει την Αστυ­πά­λαια να αλλάζει τα τελευ­ταία χρόνια; Έχουμε αλλάξει σε σχέση με 20 χρόνια πριν. Ήμασταν πιο μαζε­μέ­νοι, μετά υπήρξε μια μεγάλη ανοι­κο­δό­μηση. Άνοιξαν οι αγορές ακι­νή­των από ξένους, που έφτια­ξαν τα σπίτια. Δούλεψα και σαν μεσίτης εκεί, τους έδειχνα κάποια σπίτια, έκανα κάποιες επι­σκευές κι έβγαζα το χαρ­τζι­λίκι μου. Οι ξένοι γενικά προ­σέ­χουν τα σπίτια, εμείς είμαστε βλαμ­μέ­νοι και θέλαμε μοντέρ­νες γωνίες, εκείνοι τα ήθελαν «στραβά». Να φαί­νε­ται το παλιό δηλαδή.

Ξύλο έχει πέσει στο καφε­νείο ποτέ; Ε, πώς δεν έχει πέσει. Με πιοτό, με γκό­με­νες. Πάντως, αστυ­πα­λί­τι­σες δεν έρχο­νται συχνά, μόνο ξένες, γιατί κι εμείς μιλάμε αισχρά εδώ πέρα. Πάνω στην πλάκα, αλλά εκείνες το απο­φεύ­γουν. Σε κάτι πιο οικο­γε­νειακό πηγαί­νουν, αλλά στο καφε­νείο δύσκολα.

Έχει έρθει κάποιος διά­ση­μος ποτέ; Ο Καρα­μαν­λής και ο βασι­λιάς Κων­στα­ντί­νος, που τον συνό­δευσα κι εγώ, γύρω στο ’98.

Βασι­λι­κός είσαι ακόμη; Ναι, αν υπάρχει κάποιο βασι­λικό κόμμα κι είμαι κι εγώ καλά, θα το ψηφίσω σίγουρα. Έχουμε αλλη­λο­γρα­φία τα Χρι­στού­γεννα και το Πάσχα με το βασιλιά.

007 mougkos
017 mougkos
015 mougkos
014 mougkos
013 mougkos
009 mougkos
008 mougkos
005 mougkos
004 mougkos
Πηγή: travelstyle.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.