Τοπικές Ειδήσεις

Στο Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων κρίσιμη αίτηση αναστολής για τον 68χρονο κρατούμενο τραπεζικό υπάλληλο

• Τη Δευτέρα 19-01-2026 εξετάζεται, σε προεδρική διαδικασία, το αίτημα να «παγώσει» η εκτέλεση της ποινής κάθειρξης 5 ετών μέχρι να κριθεί η αναίρεση που έχει ήδη κατατεθεί στον Άρειο Πάγο, με πυρήνα την υγεία και την ανεπανόρθωτη βλάβη για τον ίδιο και την οικογένειά του

Η υπόθεση που στη Ρόδο έχει ταυτιστεί επί σχεδόν 2 δεκαετίες με το αποκαλούμενο σκάνδαλο μαμούθ της πρώην Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, σήμερα Alpha Bank, ανοίγει ένα ακόμη κεφάλαιο, αυτή τη φορά με επίκεντρο μια διαδικασία που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την άμεση προσωπική κατάσταση ενός από τους καταδικασθέντες.
Τη Δευτέρα 19-01-2026, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων, σε προεδρική διαδικασία, θα εξεταστεί η αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ποινής που υπέβαλε κατηγορούμενος τραπεζικός υπάλληλος, ο οποίος ήδη έχει προσφύγει και στον Άρειο Πάγο με αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης του δεύτερου βαθμού.
Η συζήτηση δεν αφορά αυτή τη στιγμή στην ουσία της υπόθεσης με την κλασική έννοια, δηλαδή μια νέα αποτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Το άμεσο διακύβευμα είναι αν θα «παγώσει» η εκτέλεση της ποινής μέχρι να αποφανθεί ο Άρειος Πάγος, με τον αιτούντα να στηρίζει το αίτημά του στην επίκληση υπέρμετρης και ανεπανόρθωτης βλάβης, κυρίως λόγω σοβαρών ζητημάτων υγείας που, όπως υποστηρίζει, επιδεινώνονται εντός του περιβάλλοντος κράτησης.

Η δευτεροβάθμια καταδίκη και το άνοιγμα της αναιρετικής οδού
Ο καταδικασθείς, Έλληνας ηλικίας 68 ετών και συνταξιούχος τραπεζικός υπάλληλος, κρατείται στο Κατάστημα Κράτησης Κω. Με την υπ’ αριθμ. 23/2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου Β’ βαθμού καταδικάστηκε για κακουργηματική απιστία, με αναφορά σε συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση, και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 5 ετών.
Κατά της απόφασης αυτής έχει ασκηθεί αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, με κατάθεση ενδίκου μέσου που η υπεράσπιση χαρακτηρίζει παραδεκτό και βάσιμο.
Ο πυρήνας της επιχειρηματολογίας για την ανεπανόρθωτη βλάβη εστιάζει σε συγκεκριμένα ιατρικά δεδομένα που αναφέρονται ως τεκμηριωμένα με βεβαιώσεις και γνωματεύσεις.
Παράλληλα, στην αίτηση περιγράφεται χρόνια γενικευμένη αγχώδης διαταραχή με εκδηλώσεις επεισοδιακού πανικού και έντονων μυοσπασμών, κατάσταση που, κατά τον ισχυρισμό, εντάθηκε λόγω της κράτησης και συνδέεται αιτιωδώς με την εκδήλωση του εγκεφαλικού επεισοδίου.
Σημαντική θέση στο κείμενο έχει και η αναφορά σε χρόνιο αναπνευστικό πρόβλημα, με διάγνωση χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας και περιγραφή παρόξυνσης με υποξυγοναιμία, καθώς και ανάγκη για οξυγονοθεραπεία.
Στο ίδιο πλαίσιο, γίνεται λόγος για μυοσπασμούς σε πρόσωπο, κεφαλή και άνω άκρα, κινητικές διαταραχές και διαταραχές μνήμης και ύπνου, καθώς και για οσφυοϊσχιαλγία λόγω εκφυλιστικών αλλοιώσεων και δισκοκηλών.
Το συνολικό αφήγημα που δομεί η αίτηση είναι ότι η υγεία του αιτούντος απαιτεί διαρκή παρακολούθηση, ηρεμία και σταθερή πρόσβαση σε ιατρικές πράξεις, συνθήκες που, όπως υποστηρίζει, δεν διασφαλίζονται επαρκώς εντός του καθεστώτος κράτησης.
Πέρα από την υγεία, η αίτηση επιχειρεί να θεμελιώσει υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη και στο επίπεδο της οικογένειας και της οικονομικής κατάστασης.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στο ότι, κατά τον ισχυρισμό του αιτούντος, δεν έχει απασχολήσει τη δικαιοσύνη σε άλλη υπόθεση, ενώ γίνεται αναφορά και στη χρονική απόσταση σχεδόν 18 ετών από την τέλεση των πράξεων που αποδόθηκαν στο κατηγορητήριο, στοιχείο που, στην κοινωνική ανάγνωση, επανενεργοποιεί τη συζήτηση για το πώς ο χρόνος μεταβάλλει την πραγματικότητα της ποινής και της προσωπικής αντοχής ενός ανθρώπου.
Τι «χτυπά» η αναίρεση και γιατί αυτό επηρεάζει τη συζήτηση της αναστολής
Η αναίρεση που έχει ασκηθεί, όπως έχει περιγραφεί από τη «δημοκρατική», δεν επιχειρεί να επαναφέρει τη δίκη από την αρχή. Στρέφεται σε ζητήματα που ελέγχονται αναιρετικά, δηλαδή στην επάρκεια της αιτιολογίας και στη σωστή εφαρμογή του νόμου. Βασικός άξονας είναι η επίκληση έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την υπεράσπιση να υποστηρίζει ότι υπάρχουν ασάφειες ή αντιφάσεις ως προς κρίσιμα σημεία, όπως η διαχειριστική εξουσία που απαιτείται για την απιστία και ο τρόπος που θεμελιώνεται ο απαιτούμενος δόλος.
Δεύτερος άξονας αφορά ισχυρισμούς περί αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, με αιχμή τη μη αναγνώριση ελαφρυντικού που, κατά την υπεράσπιση, είχε προβληθεί νομίμως. Τρίτος άξονας αφορά εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, δηλαδή την άποψη ότι η απόφαση, λόγω των ασαφειών της, δυσχεραίνει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου.

Τα αδικήματα και η καρδιά της δικογραφίας
Το κατηγορητήριο αφορούσε συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης από κοινού, πλαστογραφία με σκοπούμενο όφελος άνω των 120.000 ευρώ από κοινού και απάτη με ζημία άνω των 120.000 ευρώ από κοινού. Πίσω από τις νομικές ονομασίες, η ουσία ήταν μία, η υποβολή ψευδών στοιχείων για την εξασφάλιση δανείων συνολικού ύψους 2.257.022 ευρώ, χρήματα που χορηγήθηκαν από υποκαταστήματα στη Ρόδο και συνδέθηκαν με αγορές ακινήτων και αγροτεμαχίων.
Η υπόθεση είχε ξεκινήσει από καταγγελία στις 26 Μαρτίου 2007 στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, από σύμβουλο της Διεύθυνσης Επιθεώρησης της Εμπορικής Τράπεζας. Η καταγγελία περιέγραφε ότι 13 άτομα είχαν εκταμιεύσει μεγάλα ποσά μέσω δανειοδοτήσεων, με δικαιολογητικά αμφίβολης γνησιότητας. Από τον έλεγχο προέκυψαν αμφιβολίες για τα δηλωθέντα εισοδήματα, για την ύπαρξη και λειτουργία επιχειρήσεων που εμφανίζονταν ως εργοδότες, για διευθύνσεις διαμονής, καθώς και καθυστερήσεις στην αποπληρωμή και δυσμενή οικονομικά στοιχεία μετά την εκταμίευση.
Στην προανάκριση υπήρξαν καταθέσεις που σκιαγράφησαν με ωμό τρόπο την πρακτική που αποδίδεται στην υπόθεση. Επιβεβαιώθηκε περίπτωση εκκαθαριστικού με εικονικά εισοδήματα 21.302 ευρώ. Καταγράφηκαν ισχυρισμοί για προσεγγίσεις προσώπων με οικονομική ανάγκη, υποσχέσεις αμοιβών 20.000 ευρώ ή 5.000 ευρώ για συμμετοχή σε αίτηση δανείου, και αναφορές ότι το σύνολο των εκταμιευθέντων χρημάτων καρπώθηκαν άλλοι. Παράλληλα, ο εσωτερικός έλεγχος ανέδειξε τη ροή των ποσών, αφού μεγάλο μέρος των χρημάτων φέρεται να μεταφέρθηκε με ενυπόγραφες εντολές των δανειοληπτών σε λογαριασμό ταμιευτηρίου με δικαιούχο έναν εκ των κατηγορουμένων, στοιχείο που αποτυπώνει την υπόνοια ύπαρξης κεντρικής διαχείρισης των εκταμιεύσεων.
Την υπόθεση χειρίζονται οι δικηγόροι κ.κ. Ακης Δημητριάδης και Βασίλης Μπέης.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Σχολιασμός άρθρου