ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Αγγιγμα ψυχής στην «κουζίνα των θαυμάτων»! Η απίστευτη ιστορία του Ροδίτη σεφ Λευτέρη Μοσχίδη

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Λευτέρης Μοσχίδης

Το ατύ­χη­μα στην παι­δι­κή ηλι­κία που τον ανά­γκα­σε να τρώει με κα­λα­μά­κι για έξι μήνες, το τάμα και το θέ­λη­μα του Θεού να ται­ζει με ελ­πί­δα το αν­θρώ­πους

«Η Πα­να­γία ήξερε τι έκανε! Μου ρί­ζω­σε στην νε­α­νι­κή καρ­διά μου μια απο­στο­λή! Να θρέψω χι­λιά­δες στό­μα­τα τα επό­με­να χρό­νια της ζωής μου» λέει ο Λευ­τέ­ρης Μο­σχί­δης σε μια ομο­λο­γία πί­στης που σπά­νια συ­να­ντά κα­νείς

Από τη Μαρία Αν­δρέ­ου

Μια ει­κό­να του Αγίου Νε­κτα­ρί­ου που είχα στο δη­μο­σιο­γρα­φι­κό μου μπλο­κά­κι, ένα βι­βλίο, «Το γνώθι σαυ­τόν», του Αγίου Νε­κτα­ρί­ου, που διά­βα­ζε εκεί­νος αυτή την πε­ρί­ο­δο και το είχε μαζί του στο Ακταί­ον, στο νησί των ιπ­πο­τών όπου ερ­γά­ζε­ται, ήταν η αιτία να ξε­δι­πλω­θεί μπρο­στά μου η συ­γκλο­νι­στι­κή ιστο­ρία του Ρο­δί­τη executive chef Λευ­τέ­ρη Μο­σχί­δη.

Αυτή η τυ­χαία συ­ζή­τη­ση για τον Άγιο Νε­κτά­ριο στά­θη­κε η αφορ­μή για να ακού­σω μια μαρ­τυ­ρία-ομο­λο­γία πί­στης προς τον Θεό και την Πα­να­γία, που προ­κα­λεί έντο­να συ­ναι­σθή­μα­τα. Ο ίδιος μού αφη­γή­θη­κε τη δο­κι­μα­σία που πέ­ρα­σε στα γυ­μνα­σια­κά του χρό­νια, όταν έπεσε από το πο­δή­λα­το και έσπα­σε τη γνάθο του και για το πώς τε­λι­κά ήταν θέ­λη­μα Θεού να γίνει σεφ και να θρέ­φει εκεί­νος τους συ­ναν­θρώ­πους του.

Πίσω από τον βρα­βευ­μέ­νο σεφ της Ρόδου με τις δε­κά­δες περ­γα­μη­νές από σχο­λές γα­στρο­νο­μί­ας από τη Γαλ­λία, τη Γερ­μα­νία και τη Σου­η­δία κρύ­βε­ται ένα σο­βα­ρό ατύ­χη­μα, ένα τάμα και μια από­φα­ση ζωής. Η σύν­δε­ση του Ρο­δί­τη μά­γει­ρα με το Άγιον Όρος, το Πε­ρι­βό­λι της Πα­να­γί­ας, το προ­σκύ­νη­μα στη Μονή Βα­το­παι­δί­ου και στο κελί του Αγίου Παϊ­σί­ου και το διά­βα­σμα των δι­δα­χών του υφαί­νουν την απί­στευ­τη ιστο­ρία της ζωής του.

«Κα­τά­γο­μαι από δύο χωριά της Ρόδου, την Κα­λα­βάρ­δα και το Γεν­νά­δι, και γνω­ρί­ζω τη μα­γει­ρι­κή πα­ρά­δο­ση από πρώτο χέρι. Η μια για­γιά μου ήταν από την Κάσο και έκανε και γκουρ­μέ, θα έλεγα, φα­γη­τά, καθώς έφτια­χνε αγριο­πε­ρί­στε­ρα με κόκ­κι­νη σάλ­τσα και χει­ρο­ποί­η­τα ζυ­μα­ρι­κά Μάτσι. Άρα με­γά­λω­σα με την πα­ρά­δο­ση. Έβλε­πα τις για­γιά­δες μου να φτιά­χνουν το φα­γη­τό Πα­σχά­τη με πλι­γού­ρι,αρνί, κρεμ­μύ­δια, ντο­μά­τα, μυ­ρω­δι­κά, το οποίο σι­γο­ψη­νό­ταν στον φούρ­νο και μύ­ρι­ζε όλος ο τόπος. Το πιάτο αυτό το έχω και στο μενού στο Ακταί­ον» λέει ο Λευ­τέ­ρης.

«Ο πα­τέ­ρας μου επί­σης μα­γεί­ρευε υπέ­ρο­χα. Δυ­στυ­χώς, τον έχασα από ανα­κο­πή καρ­διάς, όταν ήταν μόλις 32 ετών κι εγώ ήμουν επτά χρό­νων. Πέ­θα­νε στα χέρια μου και έπρε­πε μαζί με τη μη­τέ­ρα μου και τις για­γιά­δες μου να κου­μα­ντά­ρου­με το σπίτι, γιατί είχα και δύο μικρά αδέρ­φια. Αυτό με έκανε να ερ­γά­ζο­μαι από τα 14 μου ως βοη­θός σε κου­ζί­να, μέχρι που απο­φοί­τη­σα από τη Σχολή Του­ρι­στι­κής Εκ­παί­δευ­σης Θεσ­σα­λο­νί­κης και από τη Σχολή Κρέ­α­τος της Αθή­νας, και βρέ­θη­κα στα ξε­νο­δο­χεία «Hilton», «Ledra Marriot» και σε πόσες άλλες αλυ­σί­δες κέ­τε­ρινγκ-κο­λοσ­σούς, ενώ είχα κάνει πριν διά­φο­ρα με­τα­πτυ­χια­κά στο εξω­τε­ρι­κό» προ­σθέ­τει ξε­δι­πλώ­νο­ντας τα παι­δι­κά του χρό­νια. Παι­δι­κά χρό­νια που ση­μα­δεύ­τη­καν από ένα σο­βα­ρό ατύ­χη­μα, που έμελ­λε να του αλ­λά­ξει τη ζωή και να έρθει ακόμη πιο κοντά στον Θεό.

«Στο γυ­μνά­σιο η ζωή με δο­κί­μα­σε σκλη­ρά. Ήμουν στο σπίτι και διά­βα­ζα, όταν μια γει­τό­νισ­σα με πήρε τη­λέ­φω­νο και μου είπε: “Λευ­τέ­ρη, τρέξε, η για­γιά σου έπαθε εγκε­φα­λι­κό. Η με­γά­λη αδυ­να­μία μου, η γυ­ναί­κα που με με­γά­λω­σε, η κο­λό­να του σπι­τιού μας. Παίρ­νω το πο­δή­λα­το και κα­τε­βαί­νω τον κα­τή­φο­ρο με απί­στευ­τη τα­χύ­τη­τα. Ξαφ­νι­κά πέφτω πάνω σε μια πέτρα και με­τα­φέ­ρο­μαι στο νο­σο­κο­μείο για χει­ρουρ­γείο στη γνάθο. Εγώ με κα­τε­στραμ­μέ­νη γνάθο, με σί­δε­ρα σε όλο μου το στόμα, και η για­γιά μου στο νο­σο­κο­μείο με εγκε­φα­λι­κό. Η οι­κο­γέ­νειά μου δο­κι­μά­ζε­ται και για έξι ολό­κλη­ρους μήνες ρου­φού­σα τα πάντα με κα­λα­μά­κι…»

Το μα­γνη­το­φω­νά­κι μού πέ­φτει από τα χέρια και εκεί­νος με βλέμ­μα κα­θα­ρό και στε­ντό­ρεια φωνή -είναι επί­σης τρα­γου­δι­στής και κι­θα­ρί­στας, αλλά μόνο για τη γυ­ναί­κα του, την κόρη του Μαρία και τον γιο του Αγ­γε­λο- μου λέει: «Γιατί αγ­χώ­θη­κες; Γιατί λυ­γί­ζεις; Έπεσα και ξα­να­ση­κώ­θη­κα. Δεν είπα ποτέ “γιατί σ έμενα, Θεέ μου;”. Γιατί όχι και σ’ εμένα; Η Πα­να­γία ήξερε τι έκανε. Μου ρί­ζω­νε στη νε­α­νι­κή καρ­διά μου μια απο­στο­λή. Να θρέψω χι­λιά­δες στό­μα­τα τα επό­με­να χρό­νια της ζωή μου. Και στο Ακταί­ον κα­θη­με­ρι­νά ετοι­μά­ζου­με εγώ και η ομάδα μου 1.200 κου­βέρ!

Έξι μήνες, λοι­πόν, τρε­φό­μουν μόνο με ζω­μούς. Εκεί έκανα και τους πρώ­τους μου πει­ρα­μα­τι­σμούς ως σεφ. Αυ­τούς τους έξι δύ­σκο­λους μήνες της ζωής μου, για να μπο­ρέ­σω να γευτώ τη γεύση της πί­τσας, για πα­ρά­δειγ­μα, που μου έσπα­γε τη μύτη και τη ζή­λευα όταν έβλε­πα να την τρώνε τα αδέρ­φια μου, έπρε­πε να τη φάω σε υγρή μορφή! Ναι, αυτοί ήταν οι πρώ­τοι μου πει­ρα­μα­τι­σμοί. Μο­ρια­κή γα­στρο­νο­μία. Τα έτρω­γα όλα πουρέ! Σκε­φτεί­τε ότι τα σο­κο­λα­τέ­νια coco pops τα έτρω­γα πουρέ! Ο καη­μός μου ήταν με­γά­λος, αλλά ο Θεός δεν σου δίνει με­γα­λύ­τε­ρο σταυ­ρό από εκεί­νον που μπο­ρείς να αντέ­ξεις για να κου­βα­λή­σεις. Αυτή την πε­ρί­ο­δο όμως τα πει­ρά­μα­τα και η επαφή μου με τις πρώ­τες ύλες ήταν κάτι το μα­γι­κό.

Από τότε, λοι­πόν, έδωσα μια υπό­σχε­ση στην Πα­να­γία αλλά και στον εαυτό μου, ότι αν γίνω καλά (και έγινα, δόξα τω Θεώ), όταν με­γα­λώ­σω θα σπου­δά­σω γα­στρο­νο­μία και θα αξιο­ποιώ τα ωραία προ­ϊ­ό­ντα του τόπου μου για να υπη­ρε­τώ με αυτό τον τρόπο όλους τους συ­ναν­θρώ­πους μου. Και το θαύμα έγινε. Η χάρη Της με έχει ευ­λο­γή­σει με μια ωραία οι­κο­γέ­νεια, με τρία θαυ­μά­σια παι­διά που έχουν και τις προ­σευ­χές του γε­ρο­ντά μου και πνευ­μα­τι­κού μου».

Με την κόρη του την Μαρία τρα­γου­δούν μαζί

Εκεί­νος ανα­φέ­ρει συχνά τη λέξη «αγαλ­λί­α­ση»… «Στο Άγιον Όρος πάω συ­νή­θως όταν σπάει ο του­ρι­σμός στη Ρόδο και ξε­ση­κώ­νω πάντα αγιο­ρεί­τι­κες συ­ντα­γές. Να ξέ­ρε­τε ότι η νη­στεία που επι­βάλ­λει η θρη­σκεία μας τις με­γά­λες εορ­τές δεν είναι μόνο για εγκρά­τεια και άσκη­ση. Είναι και για την απο­το­ξί­νω­ση του ορ­γα­νι­σμού μας. Η Ορ­θο­δο­ξία για όλα έχει προ­νο­ή­σει. Στο Αγιον Ορος μού αρέ­σει να περ­πα­τώ σε βουνά, να συ­νο­μι­λώ με μο­να­χούς, να εξο­μο­λο­γού­μαι, να ευ­γνω­μο­νώ την Πα­να­γία και να πα­ρα­κο­λου­θώ λει­τουρ­γί­ες και αγ­γε­λι­κές ψαλ­μω­δί­ες. Η πίστη μου στην Πα­να­γία είναι και η δύ­να­μή μου. Πι­στεύω ότι η Πα­να­γία με τις προ­σευ­χές της προς τον Υιό Της με­σι­τεύ­ει για εμάς. Εχω δει φί­λους μου να αλ­λά­ζουν τη ζωή τους και να με­τα­νο­ούν μετά την επί­σκε­ψή τους στο Πε­ρι­βό­λι της Πα­να­γί­ας. Εχω μα­γει­ρέ­ψει κιό­λας μαζί με μο­να­χούς, κάτι που κάνω και στη Ρόδο, στα δικά μας μο­να­στή­ρια και προ­σκυ­νή­μα­τα, και αυτό με αγαλ­λιά­ζει ψυ­χι­κά.

Ύστε­ρα από κάθε επί­σκε­ψή μου στο Πε­ρι­βό­λι της Πα­να­γί­ας γε­μί­ζω με με­γα­λύ­τε­ρη αγάπη και με­ρά­κι για τη δου­λειά μου. Να ξέ­ρε­τε ότι ποτέ στη ζωή μου δεν μα­γεί­ρε­ψα μη­χα­νι­κά και από αγ­γα­ρεία, αλλά από με­γά­λο πάθος. Βα­σί­ζο­μαι στο τρί­πτυ­χο “θρέψη, γεύση και εντυ­πω­σια­σμός”, και ποτέ στο αντί­στρο­φο. Άλ­λω­στε, η μα­γει­ρι­κή είναι από μόνη της μια δια­φο­ρε­τι­κή γλώσ­σα επι­κοι­νω­νί­ας, μια τέχνη υψη­λής αι­σθη­τι­κής και από­λαυ­σης».

Τον ρωτάω για τα όνει­ρά του, τα σχέ­διά του και όλα έχουν να κά­νουν με την ανά­πτυ­ξη του τόπου και το καλό της πα­τρί­δας του… «Το όνει­ρό μου σε συ­νερ­γα­σία με τους Ρο­δί­τες αγρό­τες και πα­ρα­γω­γούς είναι να καλ­λιερ­γού­με στρέμ­μα­τα γης, να συ­σκευά­ζου­με τα το­πι­κά προ­ϊ­ό­ντα και με τους κα­τάλ­λη­λους επεν­δυ­τές, που εύ­χο­μαι να βρε­θούν,να πω­λού­νται τα ντο­μα­τί­νια μας με ονο­μα­σία ρο­δί­τι­κης προ­έ­λευ­σης στο εξω­τε­ρι­κό.

Ντο­μα­τί­νια του σεφ από το δικό του χω­ρά­φι στο εστια­τό­ριο

Αυτή την πε­ρί­ο­δο θέλω να δη­μιουρ­γή­σω μια εται­ρία, την Gastro Project, που βα­σί­ζε­ται στην πα­ρα­γω­γή πρώ­των υλών από τη ρο­δί­τι­κη γη, στην πώ­λη­ση και τη με­τα­ποί­η­ση. Μά­λι­στα έχω δη­μιουρ­γή­σει και έναν φούρ­νο – αρ­το­ποιείο πρό­τυ­πο στο νησί, ενώ πάντα όποιος θε­λή­σει τις συμ­βου­λές μου στην εστί­α­ση είμαι παρών. Μπορώ να συ­νε­χί­σω να βάζω τον πήχη πιο ψηλά για το Ακταί­ον και να θυ­μά­μαι αυτό που υπο­σχέ­θη­κα στην Πα­να­γία: «Να γίνω καλά και να θρέφω κα­θη­με­ρι­νά χι­λιά­δες στό­μα­τα».

Πηγή espressonews.gr

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.