ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Κλιματική αλλαγή και κακοκαιρία

news room 5 λεπτά ανάγνωση
πλημμύρα

«Ο εγκέ­φα­λός μας δεν έχει φτια­χτεί να νοιά­ζε­ται για απειλές όπως η κλι­μα­τική αλλαγή» τονίζει ο κοι­νω­νι­κός ψυχο­λό­γος Ντάνιελ Γκίλ­μπερτ, καθη­γη­τής στο πανε­πι­στή­μιο Χάρ­βαρντ. «Αντί­θετα, ο εγκέ­φα­λος έχει σχε­δια­στεί για να ανη­συ­χεί για πολύ συγκε­κρι­μέ­νου είδους απειλές, όπως η τρο­μο­κρα­τία», προ­σθέ­τει ο δρ Γκίλ­μπερτ σε πρό­σφατη συνέ­ντευξή του στην «Κ». «Ο τρόπος με τον οποίο ο δυτικός πολι­τι­σμός αντι­με­τω­πί­ζει την τρο­μο­κρα­τία είναι εντυ­πω­σια­κός. Ρίχνει στη μάχη μεγάλες δυνά­μεις και έχει μεγάλα ποσοστά επι­τυ­χίας».

Η κλι­μα­τική αλλαγή όμως, μία ακόμα μεγα­λύ­τερη απειλή, δεν έχει κανένα από τα τέσσερα συστα­τικά που μας κάνουν να νοια­στούμε πραγ­μα­τικά για έναν κίνδυνο: τη σκο­πι­μό­τητα, την ανη­θι­κό­τητα, την αμε­σό­τητα και τη στιγ­μαιό­τητα. «Δεν έχει το ανθρώ­πινο στοι­χείο, δεν την προ­κα­λεί κανένας κακός με μούσι. Δεν έχει το ηθικό στοι­χείο, δεν μας κάνει να νιώ­θουμε ατι­μα­σμέ­νοι ή προ­σβε­βλη­μέ­νοι. Επίσης συμ­βαί­νει πολύ αργά» εξηγεί ο δρ Γκίλ­μπερτ. «Η κλι­μα­τική αλλαγή απο­τε­λεί το είδος εκείνο της απειλής που μπορεί να αφα­νί­σει μεν το ανθρώ­πινο είδος, αλλά ο εγκέ­φα­λός μας δεν είχε ποτέ σχε­δια­στεί για να ανη­συ­χεί γι’ αυτή. Οπως και να έχει όμως, οφεί­λουμε να βρούμε τρόπους να παλέ­ψουμε απέ­να­ντι σε πράγ­ματα για τα οποία η φύση δεν μας προ­ό­ρισε για να μας απα­σχο­λούν».

«Δεν απο­τε­λεί μυστή­ριο ότι όλα τα ζώα νοιά­ζο­νται για απειλές που είναι δίπλα τους, παρά για άλλες που είναι μακριά τους» λέει ο δρ Γκίλ­μπερτ. Η κλι­μα­τική αλλαγή όμως σε καμία περί­πτωση δεν συμ­βαί­νει σε κάποιο μακρινό μέρος, αλλά στον ίδιο μας τον πλανήτη. Οι μεγα­λου­πό­λεις, στις οποίες ζουν σήμερα περίπου τέσσερα δισε­κα­τομ­μύ­ρια άνθρω­ποι, πάνω από το 50% του πλη­θυ­σμού της γης, όσο προ­στα­τευ­μέ­νες και εάν φαί­νο­νται από τις επι­πτώ­σεις της κλι­μα­τι­κής αλλαγής και τα ακραία καιρικά φαι­νό­μενα που αυτή συνε­πά­γε­ται, είναι το ίδιο, εάν όχι περισ­σό­τερο, ευά­λω­τες από άλλες περιο­χές της γης.

«Η κλι­μα­τική αλλαγή ανα­μέ­νε­ται να έχει μεγα­λύ­τε­ρες επι­πτώ­σεις στις πυκνο­κα­τοι­κη­μέ­νες περιο­χές, γιατί έρχεται να προ­στε­θεί στο φαι­νό­μενο της θερ­μι­κής νησίδας» υπο­γραμ­μί­ζει η Μαρία Κανα­κί­δου, καθη­γή­τρια Περι­βαλ­λο­ντι­κής Χημείας στο Πανε­πι­στή­μιο Κρήτης στο Ηρά­κλειο, η οποία μελετά τις επι­πτώ­σεις της κλι­μα­τι­κής αλλαγής στην ποιό­τητα της ατμό­σφαι­ρας των μεγα­λου­πό­λεων. Το φαι­νό­μενο της θερ­μι­κής νησίδας είναι μικρής κλί­μα­κας φαι­νό­μενο του θερ­μο­κη­πίου που εμφα­νί­ζε­ται στο κέντρο των πόλεων, εξαι­τίας της έντονης δόμησης που εμπο­δί­ζει τη διέ­λευση του αέρα και δημιουρ­γεί μικρο­κλίμα, αλλά και εξαι­τίας των ανθρώ­πι­νων δρα­στη­ριο­τή­των που εκπέ­μπουν ενέρ­γεια στο περι­βάλ­λον με τη μορφή θερ­μό­τη­τας. «Στην Αθήνα, η διαφορά θερ­μο­κρα­σίας μέσα στην πόλη, σε σχέση με τα περί­χωρα, μπορεί να ξεπερνά τους 4 βαθμούς Κελσίου» λέει η δρ Κανα­κί­δου, ανα­φε­ρό­μενη σε επι­στη­μο­νική έρευνα του 2011 που διε­ξή­γαγε σε συνερ­γα­σία με Ελληνες, Τούρ­κους, Αιγύ­πτιους και Γερ­μα­νούς συνα­δέλ­φους της.

«Οι δια­φο­ρές θερ­μο­κρα­σίας δημιουρ­γούν και αλλαγές στην τοπική αέρια κυκλο­φο­ρία. Αλλάζει δηλαδή στην ουσία το πώς καθα­ρί­ζει η ατμό­σφαιρα στην περιοχή» λέει η ίδια. Με τη βοήθεια μοντέ­λων έχει υπο­λο­γι­στεί ότι μέχρι τα μέσα του αιώνα η Μεσό­γειος θα έχει 10-20% λιγό­τε­ρες βρο­χο­πτώ­σεις κατά τους χει­με­ρι­νούς μήνες, μεγα­λύ­τερη ηλιο­φά­νεια και 1,5 με 2 βαθμούς Κελσίου υψη­λό­τερη θερ­μο­κρα­σία. «Η κλι­μα­τική αλλαγή έχει ως συνέ­πεια περισ­σό­τε­ρες “καλές μέρες” στα μέσα γεω­γρα­φικά πλάτη, όπως στην Ελλάδα, συν­θή­κες όμως που ευνοούν την παρα­μονή και επαύ­ξηση των ατμο­σφαι­ρι­κών ρύπων» λέει η δρ Κανα­κί­δου.

Αβε­βαιό­τη­τες

H κλι­μα­τική αλλαγή κρύβει πολλές αβε­βαιό­τη­τες, ακόμα και στην περί­πτωση των μεγα­λου­πό­λεων που τόσο καλά θεω­ρούμε ότι γνω­ρί­ζουμε. Η αύξηση του πλη­θυ­σμού στις πόλεις δεν επη­ρε­ά­ζει μόνο την πυκνό­τητα των πόλεων, αλλά και το μέγεθός τους, κατα­λαμ­βά­νο­ντας όλο και μεγα­λύ­τε­ρες εκτά­σεις. «Οσο πιο εξα­πλω­μέ­νες είναι οι μεγα­λου­πό­λεις τόσο πιο ευά­λω­τες εμφα­νί­ζο­νται απέ­να­ντι στην κλι­μα­τική αλλαγή» λέει στην «Κ» ο Ρόλαντ Φλέτσερ, καθη­γη­τής θεω­ρη­τι­κής και παγκό­σμιας αρχαιο­λο­γίας στο Πανε­πι­στή­μιο του Σίδνεϊ. Ο δρ Φλέτσερ εδώ και 30 χρόνια έχει ανα­πτύ­ξει έναν διε­πι­στη­μο­νικό τρόπο μελέτης των αρχαίων πολι­τι­σμών, μελε­τώ­ντας την πιθανή επί­δραση μιας κλι­μα­τι­κής αλλαγής στην οικο­νο­μία και την κοι­νω­νία, ίσως και σε μία πιθανή κατα­στροφή ολό­κλη­ρου του πολι­τι­σμού. Η έρευνά του έχει ως επί­κε­ντρο την αρχαία μεγα­λού­πολη Ανγκορ της Καμπό­τζης, η οποία κατα­στρά­φηκε ολο­σχε­ρώς και εγκα­τα­λεί­φθηκε εξαι­τίας μεγάλων πλημ­μυ­ρών που αχρή­στευ­σαν τα συστή­ματα ύδρευ­σης, ενώ η διά­βρωση των εδαφών κάλυψε με άμμο τα κανάλια υδρο­δό­τη­σης. «Το μάθημα που παίρ­νουμε από τις αρχαίες μεγα­λου­πό­λεις, όπως η Ανγκορ, που χτυ­πή­θη­καν από κλι­μα­τική αλλαγή, είναι ότι πρέπει να επα­νε­ξε­τά­σουμε την εξάρ­τησή μας από τερα­τώ­δεις υπο­δο­μές, και να οδη­γη­θούμε σε πιο ευέ­λι­κτα μοντέλα με περισ­σό­τε­ρες και πιο μικρής κλί­μα­κας εγκα­τα­στά­σεις» λέει ο δρ Φλέτσερ.

«Θα υπάρ­ξουν εκπλή­ξεις. Την απραξία όμως θα την πλη­ρώ­σουμε πολύ ακριβά» προει­δο­ποιεί η Πατρί­σια Ρομέρο Λανκάο, επι­κε­φα­λής της πρω­το­βου­λίας «Αστικό Μέλλον» του Εθνικού Κέντρου Ερευνας της Ατμό­σφαι­ρας των ΗΠΑ, σε πρό­σφατο δημο­σί­ευμα του περιο­δι­κού Smithsonian. «Ενα μεγάλο μυστή­ριο της ανθρώ­πι­νης ιστο­ρίας είναι ότι ενώ γνω­ρί­ζουμε ότι το τίμημα που θα πλη­ρώ­σουμε μελ­λο­ντικά θα είναι πολύ μεγα­λύ­τερο, δεν διστά­ζουμε πάραυτα να συνε­χί­ζουμε να μετα­κυ­λί­ουμε το κόστος αυτό προς το μέλλον» κατα­λή­γει ο δρ Γκίλ­μπερτ.

Αύξηση της στάθμης της θάλασ­σας

Οι παρά­κτιες μεγα­λου­πό­λεις απει­λού­νται επι­προ­σθέ­τως από την αύξηση της στάθμης της θάλασ­σας, ως απο­τέ­λε­σμα της κλι­μα­τι­κής αλλαγής. Μέχρι το 2100, υπο­λο­γί­ζε­ται ότι έως και το 4,6% του παγκό­σμιου πλη­θυ­σμού, πιθανώς εκα­το­ντά­δες εκα­τομ­μύ­ρια άνθρω­ποι, θα βιώνουν ετήσιες πλημ­μύ­ρες, σύμφωνα με έρευνα που δημο­σιεύ­θηκε στο επι­στη­μο­νικό περιο­δικό Proceedings of the National Academy of Sciences. Τα νούμερα αυτά όμως είναι πιθανό να ανα­θε­ω­ρη­θούν προς τα πάνω έπειτα από δημο­σί­ευση του Πανε­πι­στη­μίου Χάρ­βαρντ στις 14 Ιανουα­ρίου 2015 στο επι­στη­μο­νικό περιο­δικό Nature, στην οποία οι επι­στή­μο­νες απο­δει­κνύ­ουν ότι ο ρυθμός αύξησης της στάθμης της θάλασ­σας εξαι­τίας της κλι­μα­τι­κής αλλαγής είναι πολύ μεγα­λύ­τε­ρος από ό,τι πίστευαν μέχρι σήμερα. Προη­γού­με­νες εκτι­μή­σεις σχετικά με την αύξηση της στάθμης της θάλασ­σας μεταξύ 1901 και 1990 ανέ­φε­ραν ότι κάθε χρόνο ανε­βαί­νει κατά μέσο όρο 1,5 με 1,8 χιλιο­στό. Ανα­φο­ρικά με την περίοδο μετά το 1993 και μέχρι σήμερα, η επι­στη­μο­νική κοι­νό­τητα συμ­φω­νεί ότι η στάθμη της θάλασ­σας αυξά­νε­ται κατά 3 χιλιο­στά το έτος. Με ένα πιο χαμηλό σημείο εκκί­νη­σης, ο ρυθμός αύξησης της στάθμης της θάλασ­σας φαί­νε­ται να είναι γρη­γο­ρό­τε­ρος και απει­λη­τι­κό­τε­ρος από ό,τι είχαν ποτέ υπο­λο­γί­σει οι επι­στή­μο­νες.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.