ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Λόγος Κατηχητήριος επί τη ενάρξει της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Βαρθολομαίος

Τι­μιώ­τα­τοι αδελ­φοί και τέκνα εν Κυρίω ευ­λο­γη­μέ­να,

Ει­σερ­χό­με­θα, ευ­δο­κία και χά­ρι­τι του αγα­θο­δό­του Θεού, εις την Αγίαν και Με­γά­λην Τεσ­σα­ρα­κο­στήν, εις τον δό­λι­χον των ασκη­τι­κών αγώ­νων. Η Εκ­κλη­σία, η οποία γνω­ρί­ζει τους λα­βυ­ρίν­θους της αν­θρω­πί­νης ψυχής και τον μίτον της Αριά­δνης, την οδόν της εξό­δου από αυ­τούς — την τα­πεί­νω­σιν, την με­τά­νοιαν, την δύ­να­μιν της προ­σευ­χής και των κα­τα­νυ­κτι­κών ιερών ακο­λου­θιών, την πα­θο­κτό­νον νη­στεί­αν, την υπο­μο­νήν, την υπα­κο­ήν εις τον κα­νό­να της ευ­σε­βεί­ας —, μας καλεί και εφέ­τος εις μίαν έν­θε­ον πο­ρεί­αν, μέ­τρον της οποί­ας είναι ο Σταυ­ρός και ορί­ζων η Ανά­στα­σις του Χρι­στού.

Η προ­σκύ­νη­σις του Σταυ­ρού, με­σού­σης της Αγίας και Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στής, απο­κα­λύ­πτει το νόημα της όλης πε­ριό­δου. Ο λόγος του Κυ­ρί­ου ηχεί και συ­γκλο­νί­ζει: «ει τις θέλει οπίσω μου έρ­χε­σθαι … αράτω τον σταυ­ρόν αυτού καθ ημέ­ραν και ακο­λου­θή­τω μοι». (Λουκ. θ’, 23). Κα­λού­με­θα να αί­ρω­μεν τον ιδι­κόν μας σταυ­ρόν, ακο­λου­θού­ντες τον Κύ­ριον και ατε­νί­ζο­ντες τον ζω­η­φό­ρον Σταυ­ρόν Αυτού, εν επι­γνώ­σει ότι Κύ­ριός εστιν ο σώζων και όχι η άρσις του ημε­τέ­ρου σταυ­ρού. Ο Σταυ­ρός του Κυ­ρί­ου είναι «η κρί­σις της κρί­σε­ώς μας», η «κρί­σις του κό­σμου», και συγ­χρό­νως η υπό­σχε­σις ότι το κακόν, εις όλας τας μορ­φάς του, δεν έχει τον τε­λευ­ταί­ον λόγον εις την ιστο­ρί­αν. Προ­σβλέ­πο­ντες προς τον Χρι­στόν και, υπό την σκέ­πην Αυτού ως του αγω­νο­θέ­του, του ευ­λο­γού­ντος και κρα­τύ­νο­ντος την ημε­τέ­ραν προ­σπά­θειαν, αγω­νι­ζό­με­θα τον καλόν αγώνα, «εν παντί θλι­βό­με­νοι αλλ ου στε­νο­χω­ρού­με­νοι, απο­ρού­με­νοι αλλ ουκ εξα­πο­ρού­με­νοι, διω­κό­με­νοι αλλ ουκ εγκα­τα­λει­πό­με­νοι, κα­τα­βαλ­λό­με­νοι αλλ ουκ απολ­λύ­με­νοι» (Β´ Κορ. δ´, 8-9). Αυτή είναι η βιω­μα­τι­κή πεμ­πτου­σία και κατά την σταυ­ρο­α­να­στά­σι­μον αυτήν πε­ρί­ο­δον. Πο­ρευό­με­θα προς την Ανά­στα­σιν δια του Σταυ­ρού, δια του οποί­ου «ήλθε χαρά εν όλω τω κόσμω».

Ίσως τινές εξ υμών διε­ρω­τώ­νται, διατί η Εκ­κλη­σία, σο­βού­σης της παν­δη­μί­ας, προ­σθέ­τει εις τους ήδη υπάρ­χο­ντας υγειο­νο­μι­κούς πε­ριο­ρι­σμούς και μίαν ακόμη «κα­ρα­ντί­ναν», αυτήν της Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στής. Πράγ­μα­τι, και η Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή είναι μία «κα­ρα­ντί­να», δη­λα­δή χρο­νι­κή πε­ρί­ο­δος διαρ­κεί­ας τεσ­σα­ρά­κο­ντα ημε­ρών. Ωστό­σον, η Εκ­κλη­σία δεν έρ­χε­ται να μας εξου­θε­νώ­ση έτι πε­ραι­τέ­ρω με νέας υπο­χρε­ώ­σεις και απα­γο­ρεύ­σεις. Αντι­θέ­τως, μας προ­σκα­λεί να νοη­μα­το­δο­τή­σω­μεν την κα­ρα­ντί­ναν που βιώ­νο­μεν λόγω του κο­ρω­νοϊ­ού, μέσω της Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στής, ως απε­λευ­θε­ρώ­σε­ως από τον εγκλω­βι­σμόν εις τα του «κό­σμου τού­του».

Το ση­με­ρι­νόν Ευαγ­γε­λι­κόν ανά­γνω­σμα θέτει τους όρους δι᾽ αυτήν την απε­λευ­θέ­ρω­σιν. Πρώ­τος όρος είναι η νη­στεία, όχι με την έν­νοιαν της απο­χής μόνον από συ­γκε­ρι­μέ­νας τρο­φάς, αλλά και από τας συ­νη­θεί­ας εκεί­νας, αι οποί­αι μας κρα­τούν προ­σκολ­λη­μέ­νους εις τον κό­σμον. Η αποχή αυτή δεν συ­νι­στά έκ­φρα­σιν απα­ξιώ­σε­ως του κό­σμου, αλλά ανα­γκαί­αν προ­ϋ­πό­θε­σιν επα­να­προσ­διο­ρι­σμού της σχέ­σε­ώς μας με αυτόν και βιώ­σε­ως της μο­να­δι­κής ευ­φρο­σύ­νης της ανα­κα­λύ­ψε­ώς του ως πε­δί­ου χρι­στια­νι­κής μαρ­τυ­ρί­ας. Δια τον λόγον αυτόν, και εις το στά­διον της νη­στεί­ας, η θέ­α­σις και βί­ω­σις της ζωής των πι­στών έχει πα­σχα­λι­νόν χα­ρα­κτή­ρα, γεύ­σιν Ανα­στά­σε­ως. Το «σα­ρα­κο­στια­νό κλίμα» δεν είναι κα­τα­θλι­πτι­κόν, αλλά ατμό­σφαι­ρα χαράς. Αυτήν την «χαράν την με­γά­λην» ευ­ηγ­γε­λί­σα­το ο άγ­γε­λος «παντί τω λαώ» κατά την Γέν­νη­σιν του Σω­τή­ρος (Λουκ. β , 10), αυτή είναι η ανα­φαί­ρε­τος και

«πε­πλη­ρω­μέ­νη χαρά» (Α´ Ιωαν. α , 4) της εν Χρι­στώ ζωής. Ο Χρι­στός είναι πά­ντο­τε παρών εις την ζωήν μας, ευ­ρί­σκε­ται πλη­σιέ­στε­ρον εις ημάς από όσον ημείς εις τον εαυ­τόν μας, πάσας τας ημέ­ρας, «έως της συ­ντε­λεί­ας του αιώ­νος» (Ματθ. κη´, 20). Η ζωή της Εκ­κλη­σί­ας είναι ακα­τά­λυ­τος μαρ­τυ­ρία περί της ελ­θού­σης Χά­ρι­τος και περί της ελ­πί­δος της Βα­σι­λεί­ας, της πλη­ρό­τη­τος της απο­κα­λύ­ψε­ως του μυ­στη­ρί­ου της Θείας Οι­κο­νο­μί­ας.

Η πί­στις είναι η απά­ντη­σις εις την φι­λάν­θρω­πον συ­γκα­τά­βα­σιν του Θεού προς ημάς, το «Ναι» με όλην μας την ύπαρ­ξιν εις τον «κλί­να­ντα ου­ρα­νούς και κα­τα­βά­ντα», δια να λυ­τρώ­ση το αν­θρώ­πι­νον γένος «εκ της δου­λεί­ας του αλ­λο­τρί­ου» και να μας ανοί­ξη την οδόν της κατά χάριν θε­ώ­σε­ως. Εκ της δω­ρε­άς της Χά­ρι­τος πη­γά­ζει και τρέ­φε­ται η θυ­σια­στι­κή αγάπη προς τον πλη­σί­ον και η «φρο­ντίς» δια την κτί­σιν όλην. Εάν απου­σιά­ζη αυτή η φι­λά­δελ­φος αγάπη και η θε­ο­τερ­πής μέ­ρι­μνα δια την δη­μιουρ­γί­αν, τότε ο συ­νάν­θρω­πος κα­θί­στα­ται η «κό­λα­σίς μου» και η κτί­σις εγκα­τα­λεί­πε­ται εις αλό­γους δυ­νά­μεις, αι οποί­αι την με­τα­βάλ­λουν εις αντι­κεί­με­νον εκ­με­ταλ­λεύ­σε­ως και εις πε­ρι­βάλ­λον εχθρι­κόν δια τον άν­θρω­πον.

Ο δεύ­τε­ρος όρος δια την απε­λευ­θέ­ρω­σιν, την οποί­αν υπό­σχε­ται η Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή, είναι η συγ­γνώ­μη. Λήθην του θείου ελέ­ους και της αφά­του ευ­ερ­γε­σί­ας, αθέ­τη­σιν της Κυ­ρια­κής εντο­λής, όπως κα­τα­στώ­μεν το «άλας της γης» και «το φως του κό­σμου» (Ματθ. ε´, 13-14), και κακήν αλ­λοί­ω­σιν του χρι­στια­νι­κού βιώ­μα­τος, απο­τε­λεί η «κλει­στή πνευ­μα­τι­κό­της», η οποία ζη από την άρ­νη­σιν και την απόρ­ρι­ψιν του «άλλου» και του κό­σμου, νε­κρώ­νει την αγά­πην, την συγ­χώ­ρη­σιν και την απο­δο­χήν του δια­φο­ρε­τι­κού. Αυτήν την άγο­νον και υπε­ρο­πτι­κήν στά­σιν ζωής, απο­δο­κι­μά­ζει με έμ­φα­σιν ο Ευαγ­γε­λι­κός λόγος κατά τας τρεις πρώ­τας Κυ­ρια­κάς του Τριω­δί­ου.

Είναι γνω­στόν ότι τοιαύ­ται ακρό­τη­τες πα­ρου­σιά­ζουν έξαρ­σιν ιδιαι­τέ­ρως κατά τας πε­ριό­δους, εις τας οποί­ας η Εκ­κλη­σία καλεί τους πι­στούς εις πνευ­μα­τι­κήν γυ­μνα­σί­αν και εγρή­γορ­σιν. Όμως, η γνη­σία πνευ­μα­τι­κή ζωή είναι οδός εσω­τε­ρι­κής ανα­γεν­νή­σε­ως, έξο­δος από τον εαυ­τόν μας, αγα­πη­τι­κή κί­νη­σις προς τον πλη­σί­ον. Δεν στη­ρί­ζε­ται εις σύν­δρο­μα κα­θα­ρό­τη­τος και απο­κλει­σμούς, άλλά είναι συγ­γνώ­μη και διά­κρι­σις, δο­ξο­λο­γία και ευ­χα­ρι­στία, κατά την εμπει­ρι­κήν σο­φί­αν της ασκη­τι­κής πα­ρα­δό­σε­ως: «Ου τα βρώ­μα­τα, αλλ η γα­στρι­μαρ­γία κακή…, ουδέ το λέ­γειν, αλλ η αρ­γο­λο­γία…, ουδέ ο κό­σμος κακός, αλλά τα πάθη».

Με αυτήν την διά­θε­σιν και τα αι­σθή­μα­τα, ενού­ντες τας προ­σευ­χάς μας μαζί με όλους εσάς, αγα­πη­τοί, δια την ορι­στι­κήν υπέρ­βα­σιν της φο­νι­κής παν­δη­μί­ας και τα­χεί­αν αντι­με­τώ­πι­σιν των κοι­νω­νι­κών και οι­κο­νο­μι­κών συ­νε­πειών της, και εξαι­τού­με­νοι τας ικε­τη­ρί­ους υμών δε­ή­σεις, δια την, πε­ντη­κο­ντα­ε­τί­αν όλην μετά την άνω­θεν, όλως αδί­κως, επι­βλη­θεί­σαν σιω­πήν, επα­να­λει­τουρ­γί­αν της Ιεράς Θε­ο­λο­γι­κής Σχο­λής Χάλ­κης, υπο­δε­χό­με­θα εν Εκ­κλη­σία την Αγίαν και Με­γά­λην Τεσ­σα­ρα­κο­στήν, άδο­ντες και ψάλ­λο­ντες ομο­θυ­μα­δόν το «Μεθ ημών ο Θεός», Ω η δόξα και το κρά­τος εις τους ατε­λευ­τή­τους αιώ­νας. Αμήν!

 

Αγία και Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή, βκα´

† Ο Κων­στα­ντι­νου­πό­λε­ως Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

διά­πυ­ρος προς Θεόν ευ­χέ­της πά­ντων υμών

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.