Την ώρα που η κρίση της πανδημίας του του κορονοϊού φέρνει στην επιφάνεια τα αυξανόμενα φαινόμενα ενδοοικογενειακής βίας, το News 24/7 δημοσιεύει την ανάλυση/μελέτη της Θ. Κουφονικολάκου για το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ η οποία διερευνά το φαινόμενο σε μεσοπρόθεσμο αλλά και μακροπρόθεσμο επίπεδο.

Όπως αναλύει η Θεώνη Κουφονικολάκου:

Το φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας είναι σκοτεινό. Ούτως ή άλλως κρύβεται πίσω από κλειστές πόρτες και διαχρονικά τα θύματα εκμυστηρεύονται και καταγγέλλουν με μεγάλη δυσκολία. Σε κάθε περίπτωση επομένως, μας διαφεύγει η πλήρης έκτασή του, καθώς και οι διαβαθμίσεις της έντασής του, στο σύνολό τους.

Την περίοδο της κρίσης του κορονοϊού, το φαινόμενο οξύνθηκε σημαντικά, καθώς αυξήθηκε λόγω της απαγόρευσης κυκλοφορίας και του συνακόλουθου κατ’ οίκον περιορισμού, ο χρόνος της έκθεσης των θυμάτων στους κακοποιητικούς θύτες.

Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Αντόνιο Γκουτέρες μίλησε για ένα «τρομακτικό παγκόσμιο κύμα» ενδοοικογενειακής βίας κατά την περίοδο της πανδημίας και ώθησε τις κυβερνήσεις να αυξήσουν τις προσπάθειες προκειμένου να αποτρέψουν την εκδήλωση βίας σε βάρος των γυναικών.

Στα παιδιά όμως, τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα λόγω της περίπλοκης και ιδιαίτερα έντονης εξάρτησής τους από τους γονείς, που ως ασκούντες την μέριμνα με βάση τις προβλέψεις του Αστικού Κώδικα, εκπροσωπούν το παιδί σε όλες τις υποθέσεις του και αποτελούν επί της ουσίας τους θεσμικούς εγγυητές της προστασίας των δικαιωμάτων τους.

Σύμφωνα με το άρθρο 1510 του Αστικού Κώδικα «Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι όποιοι την ασκούν από κοινού. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του.

Σε περίπτωση όπου η γονική μέριμνα παύει λόγω θανάτου, κήρυξης σε αφάνεια ή έκπτωσης του ενός γονέα, η γονική μέριμνα ανήκει αποκλειστικά στον άλλο.

Αν ο ένας από τους γονείς αδυνατεί να ασκήσει τη γονική μέριμνα για πραγματικούς λόγους ή γιατί είναι ανίκανος ή περιορισμένα ικανός για δικαιοπραξία, την ασκεί μόνος ο άλλος γονέας. Η επιμέλεια όμως του προσώπου του τέκνου ασκείται και από τον ανήλικο γονέα.»

Τι γίνεται όμως όταν οι ίδιοι οι ασκούντες την μέριμνα, εκείνοι που είναι επιφορτισμένοι με την προστασία του παιδιού το κακοποιούν; Οι μέρες του «μένουμε σπίτι» αναπόφευκτα φέρνουν τα παιδιά σε μία θέση ακόμη πιο έντονης αδυναμίας, καθώς απουσιάζει η επαφή με άλλα πρόσωπα εμπιστοσύνης, όπως οι εκπαιδευτικοί που μπορούν να γίνουν αποδέκτες πληροφοριών σε σχέση με την άσκηση ενδοοικογενειακής βίας ή να αναγνωρίσουν οι ίδιοι την συμπτωματολογία της κακοποίησης στην εικόνα του παιδιού στο σχολείο.

Στην πρόσφατη κοινή δήλωση ηγετικών στελεχών στον τομέα της παιδικής προστασίας που δημοσίευσε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι «το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού βρίσκεται σε lockdown λόγω του covid-19 και η αναστολή λειτουργείας των σχολείων έχει επηρεάσει περισσότερα από 1,5 δισεκατομμύριο παιδιά. Οι περιορισμοί στις μετακινήσεις, η απώλεια εισοδήματος, η απομόνωση, ο συνωστισμός και τα υψηλά επίπεδα άγχους και αγωνίας αυξάνουν την πιθανότητα τα παιδιά να βιώνουν ή/και να γίνονται μάρτυρες σωματικής, ψυχολογικής και σεξουαλικής βίας στο σπίτι, ιδιαίτερα εκείνα τα οποίa διαβιούν σε δυσλειτουργικές οικογένειες…”.

Πως λειτουργεί το σύστημα (όταν υπάρχει)

Όμως για να καταστεί σαφές το πρόβλημα που δημιουργείται κατά την περίοδο ισχύος των προστατευτικών μέτρων ενάντια στον covid 19, θα πρέπει πρωτίστως να γίνουν κατανοητές οι συστημικές ανεπάρκειες και οι σημαντικές ελλείψεις καθ’ όλο το διάστημα πριν από αυτήν την περίοδο. Και για να γίνει αυτό με τη σειρά του, είναι χρήσιμο να περιγραφεί σύντομα η επιθυμητή ή σχεδόν ιδανική, με βάση τα υφιστάμενα εργαλεία και το θεσμικό πλαίσιο, κατάσταση σε σχέση με τη διαχείριση του φαινομένου.

Σύμφωνα με το άρθρο 19 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, όπως κυρώθηκε με τον αυξημένης τυπικής ισχύος νόμο 2101/92, τα συμβαλλόμενα κράτη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να προστατέψουν το παιδί από κάθε μορφής βία και τα μέτρα αυτά πρέπει να περιλαμβάνουν εκπόνηση κοινωνικών προγραμμάτων για την υποστήριξη του παιδιού και της οικογένειας.

Πιο αναλυτικά το άρθρο 19 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού προβλέπει ότι:

1. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα νομοθετικά, διοικητικά, κοινωνικά και εκπαιδευτικά μέτρα, προκειμένου να προστατεύσουν το παιδί από κάθε μορφή βίας, προσβολής ή βιαιοπραγιών σωματικών ή πνευματικών, εγκατάλειψης ή παραμέλησης, κακής μεταχείρισης ή εκμετάλλευσης, συμπεριλαμβανόμενης της σεξουαλικής βίας, κατά το χρόνο που βρίσκεται υπό την επιμέλεια των γονέων του ή του ενός από τους δύο, του ή των νόμιμων εκπροσώπων του ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου στο οποίο το έχουν εμπιστευθεί.

2. Αυτά τα προστατευτικά μέτρα θα πρέπει να περιλαμβάνουν, όπου χρειάζεται, αποτελεσματικές διαδικασίες για την εκπόνηση κοινωνικών προγραμμάτων, που θα αποσκοπούν στην παροχή της απαραίτητης υποστήριξης στο παιδί και σε αυτούς οι οποίοι έχουν την επιμέλεια του, καθώς και για άλλες μορφές πρόνοιας και για το χαρακτηρισμό, την αναφορά, την παραπομπή, την ανάκριση, την περίθαλψη και την παρακολούθηση της εξέλιξης τους στις περιπτώσεις κακής μεταχείρισης του παιδιού που περιγράφονται πιο πάνω, και. όπου χρειάζεται, για διαδικασίες δικαστικής παρέμβασης».

Η αθέατη βία εναντίον των παιδιών στα σπίτια του κορονοϊού
 SHUTTERTOCK

Στο πλαίσιο αυτό, το πρώτο εκ των ων ουκ άνευ βήμα που είναι αναγκαίο να γίνει ώστε να καταστεί εφικτή η όποια διαχείριση του προβλήματος, είναι κατ’ αρχάς, η αναγνώριση του. Λαμβάνοντας υπόψη μάλιστα ότι τα παιδιά σπανιότερα και δυσκολότερα θα καταγγείλουν τα ίδια την κακοποίησή τους, η αναγνώριση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Τούτο συμβαίνει διότι τα παιδιά επίσης δύσκολα θα αντιληφθούν ως κακοποίηση ή παραβίαση των δικαιωμάτων τους αυτό που τους συμβαίνει, λόγω της αγάπης και της (συνήθως αδιαπραγμάτευτης) εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του γονέα. Δύο παράγοντες, πέρα από τους γείτονες και τους τρίτους, διαδραματίζουν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στον μηχανισμό υποβολής καταγγελιών και την ενημέρωση της πολιτείας. Το σχολείο και οι υπηρεσίες υγείας. Ειδικά το σχολείο, ιδανικά, παρέχει ένα ασφαλές περιβάλλον εμπιστοσύνης στο πλαίσιο της σχέσης που αναπτύσσει το παιδί με τον εκπαιδευτικό και μπορεί από πολύ νωρίς, έγκαιρα δηλαδή, να διαγνώσει τα χαρακτηριστικά εκείνα, που σχετίζονται με το φαινόμενο της κακοποίησης και να προχωρήσει στην αναφορά, σύμφωνα με την πρόβλεψη του άρθρου 23 του ν.3500/06.

Στην Ελλάδα με το νόμο 4521/2018 θεσμοθετήθηκε η επέκταση της υποχρεωτικής προσχολικής εκπαίδευσης, που ξεκινάει πλέον από την ηλικία των 4 ετών.

Για να συμβεί αυτό, ο εκπαιδευτικός θα πρέπει ασφαλώς να έχει επιμορφωθεί ειδικά ως προς την αναγνώριση και συγκροτημένη διαχείριση της κατάστασης. Θα πρέπει ακόμη στο σχολείο να ενισχύεται η συμμετοχή, οι συλλογικές προσπάθειες και να ενθαρρύνονται οι σχέσεις μεταξύ των μαθητών, καθώς και η ενημέρωση για τα δικαιώματά τους, ώστε, ιδίως σε μεγαλύτερες ηλικίες, να μπορούν και τα άλλα παιδιά, υπερασπιζόμενα συμμαθητές τους, να καταγγείλουν τη βία σε βάρος άλλων παιδιών.

Ασφαλώς, ειδικά σε σχέση με τη σεξουαλική κακοποίηση, η αναγνώριση της παραβίασης θα πρέπει να γίνει και από το ίδιο το παιδί, το οποίο μάλιστα θα πρέπει να έχει εφοδιαστεί με τη γνώση από μικρή ηλικία ώστε να γνωρίζει τα όρια του σώματος του και το πότε παραβιάζονται αυτά. Επομένως πέραν των ανωτέρω, θα πρέπει να διδάσκεται από μικρές ηλικίες στα σχολεία ένα curriculum σεξουαλικής αγωγής που θα λαμβάνει υπόψη το εκάστοτε αναπτυξιακό στάδιο και τις ανάγκες των παιδιών.

Το επόμενο βήμα, εφόσον λειτουργεί απρόσκοπτα και αποτελεσματικά η παραπάνω διαδικασία είναι η διερεύνηση. Το σχολείο ή άλλες υπηρεσίες, θα πρέπει να καλέσουν την κοινωνική υπηρεσία στον τόπο κατοικίας του παιδιού. Στη συνέχεια, κοινωνικοί λειτουργοί που έχουν εκπαιδευτεί σε ειδικό πρωτόκολλο για τη διερεύνηση και διαχείριση της κακοποίησης και της παραμέλησης, θα σπεύσουν προκειμένου να καταγράψουν τα χαρακτηριστικά της οικογένειας, τις εξειδικευμένες ανάγκες, την εκτίμησή τους σε σχέση με την ύπαρξη ή μη της κακοποίησης, αλλά και την αφήγηση του παιδιού (λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως το αναπτυξιακό του στάδιο).

Τέλος (ένα τέλος που σημαίνει την αρχή μία άλλης ακολουθίας διαδικασιών) θα πρέπει να αξιολογηθεί το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, με γνώμονα τα εξατομικευμένα χαρακτηριστικά του και να επιλεγεί το είδος της παρέμβασης ακούγοντας προσεκτικά και τη γνώμη του παιδιού. Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να επιλεγεί είτε η στήριξη της οικογένειας μέσω συμβουλευτικής καθοδήγησης ή/και διασύνδεσης με υπηρεσίες ψυχικής υγείας και η προσεκτική παρακολούθησή της σε βάθος χρόνου, είτε η προσωρινή απομάκρυνση του παιδιού με τοποθέτηση σε ανάδοχη οικογένεια (συγγενική ή άλλη), μέχρι να αξιολογηθεί η δυνατότητα επανένωσης με την βιολογική οικογένεια, είτε σε ιδιαίτερα ακραίες μη αναστρέψιμες περιπτώσεις η οριστική απομάκρυνση του παιδιού και η τοποθέτηση σε εναλλακτική φροντίδα. Σε εναλλακτική φροντίδα κατάλληλη για το παιδί και όχι σε ιδρύματα τα οποία πρέπει να είναι η έσχατη λύση με βάση και τις προβλέψεις της ΔΣΔΠ.

Τι συμβαίνει κατά την περίοδο της κρίσης ως προς την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής και τι ίσχυε πριν απ’ αυτήν

Τις ημέρες της κρίσης του κορονοϊού τα σχολεία είναι κλειστά. Άρα μία ιδιαίτερα σημαντική πηγή πληροφόρησης της πολιτείας σε σχέση με τα περιστατικά κακοποίησης απουσιάζει εντελώς. Ωστόσο,  ακόμη και κατά το διάστημα λειτουργίας των σχολείων και παρά την πρόβλεψη του άρθρου 23 του ν.3500/06, πολλοί εκπαιδευτικοί αναφέρουν προβλήματα στη διαδικασία της αναφοράς τέτοιων περιστατικών. Δεδομένου ότι δεν έχει θεσμοθετηθεί πρωτόκολλο ή διαδικασία υποχρεωτικής επιμόρφωσης για την διαχείριση της κακοποίησης, πολλοί εκπαιδευτικοί αναφέρουν αδυναμία αναγνώρισης του φαινομένου. Επικαλούνται επιπλέον φόβο για τις νομικές διαδικασίες  (στην περίπτωση υποβολής έγκλησης και μήνυσης από τους γονείς) καθώς και φόβο διατάραξης των σχέσεων με την σχολική κοινότητα και την τοπική κοινωνία. Στην Ελλάδα επίσης, πέρα από αποσπασματικές προσπάθειες (σε θεματικές εβδομάδες ή σε επί μέρους κεφάλαια άλλων μαθημάτων), δεν έχει εισαχθεί μάθημα σεξουαλικής αγωγής στα σχολεία σε αντίθεση με πολλά άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε το παιδί έγκαιρα να μπορεί να αναγνωρίζει τα ανάρμοστα αγγίγματα ή τον κίνδυνο σεξουαλικής κακοποίησης και να τον αναφέρει σε πρόσωπα εμπιστοσύνης.

Ενδεικτικά, η σεξουαλική αγωγή έγινε υποχρεωτική στα σχολεία της Γερμανίας το 1968, στις Δανία, Φινλανδία και Αυστρία το 1970 και στη Γαλλία το 1998. Στη Σουηδία η σεξουαλική αγωγή εισήχθη ως προαιρετικό μάθημα το 1942 και το 1954 ξεκίνησε και η ραδιοφωνική αναμετάδοσή του ενώ ξεκινάει από το δημοτικό.

Επίσης, στην Ολλανδία, τα μαθήματα σεξουαλικής αγωγής αρχίζουν από την ηλικία των 4 ετών.

Στο Βέλγιο η εκπαίδευση εκκινεί πριν την ηλικία των 6 ετών και συνεχίζεται μέχρι τα 16-17.

Ενδοοικογενειακή Βία
Ενδοοικογενειακή Βία  123RF

Την περίοδο της πανδημίας επίσης, είναι πολύ πιο δύσκολη η λειτουργία των κοινωνικών υπηρεσιών, που καλούνται σύμφωνα με τα παραπάνω, να κάνουν τη διερεύνηση και να αξιολογήσουν και εισηγηθούν προς την αρμόδια Εισαγγελία, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, λόγω του περιορισμού των φυσικών επαφών στο πλαίσιο των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας. Ωστόσο, από πολύ καιρό πριν την κρίση, οι κοινωνικές υπηρεσίες λειτουργούν σε όλη την επικράτεια υποστελεχωμένες, οι επιμορφώσεις που γίνονται είναι αποσπασματικές και χωρίς συνοχή και οι πρακτικές διαχείρισης ιδιαίτερα ανομοιογενείς σε όλη την επικράτεια, γεγονός το οποίο σχετίζεται με την έλλειψη ενιαίου θεσμικού πλαισίου για τις κοινωνικές υπηρεσίες τοπικής αυτοδιοίκησης α΄και β΄βαθμού της χώρας. Η χαρτογράφηση των αναγκών και των προβλημάτων που πρόσφατα επιχείρησε ο Συνήγορος του Πολίτη ειδικά για τα ζητήματα διερεύνησης της κακοποίησης σε βάρος παιδιών σε κοινωνικές υπηρεσίες των πιο μεγάλων σε πληθυσμό Δήμων σε όλη την επικράτεια, κατέδειξε επιπροσθέτως των παραπάνω, διαφοροποίηση ακόμη και σε σχέση με την ενεργοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών. Οι περισσότερες υπηρεσίες δεν προβαίνουν καθόλου σε διερεύνηση δίχως εισαγγελική εντολή και άλλες (σημαντικά λιγότερες) κινητοποιούνται με μόνη την επικοινωνία με το σχολείο ή με εκπαιδευτικές δομές (Περιφερειακά Κέντρα Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού και Κέντρα Εκπαιδευτικής και Συμβουλευτικής Υποστήριξης). Όλες όμως οι υπηρεσίες υπογράμμισαν τη σημασία της, σε χρονικό βάθος, παρακολούθησης της οικογένειας, που οι πόροι του συστήματος δεν επιτρέπουν να γίνει ολοκληρωμένα αυτή τη στιγμή.

Στο σκέλος της παρέμβασης, ο κορωνοϊός επιδεινώνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση, διότι τις ημέρες αυτές δεν μπορεί να γίνει διασύνδεση της οικογένειας με υπηρεσίες, ώστε να λάβουν οι γονείς και τα παιδιά συμβουλευτική καθοδήγηση και υποστήριξη. Όμως και πριν από το διάστημα του περιορισμού των επαφών και της απαγόρευσης κυκλοφορίας, οι υπηρεσίες ήταν υποστελεχωμένες με μεγάλες λίστες αναμονής. Επιπρόσθετα ο θεσμός της αναδοχής, λειτουργεί διαχρονικά αναιμικά στην Ελλάδα, και στις περιπτώσεις που κρίνεται αναγκαία η απομάκρυνση των παιδιών, η μοναδική επί της ουσίας παρέμβαση εκ μέρους της πολιτείας είναι η τοποθέτηση σε ίδρυμα, παρότι οι δομές αυτές σε μεγάλο βαθμό θεωρούνται συστημικά κακοποιητικές (R Johnson, K D Browne and C E Hamilton-Giachritsis,‘Young children in institutional care at risk of harm’, Trauma Violence and Abuse, 7(1): 1–26, 2006).

Τα έκτακτα μέτρα και οι ουσιαστικές παρεμβάσεις

Ο συλλογισμός με τις τρεις παραμέτρους της ιδανικής κατάστασης, των υφιστάμενων δυσκολιών λόγω κορωνοιού και των διαχρονικών ελλείψεων, στόχο έχει να καταδείξει ότι μπορούν βεβαίως να ληφθούν μέτρα έκτακτης ανάγκης κατά το διάστημα που η Ελλάδα και ο υπόλοιπος κόσμος, ταλανίζεται από την πανδημία, ωστόσο η έκταση των βαθιά εγκατεστημένων προ υπαρχόντων προβλημάτων, επιβάλλουν έναν συγκροτημένο σχεδιασμό, με διαρθρωτικές αλλαγές και παρεμβάσεις μεσομακροπρόθεσμα.

Σε αυτό το στάδιο της έκτακτης ανάγκης, καμπάνιες ευαισθητοποίησης μπορούν να λειτουργήσουν βοηθητικά. Για παράδειγμα, υπάρχουν ακόμη γονείς και πρόσωπα φροντίδας που δεν γνωρίζουν τι συνιστά σωματική τιμωρία, ότι απαγορεύεται και τιμωρείται από το νόμο και ότι έχει συντριπτικές επιπτώσεις στον ψυχισμό και στην ανάπτυξη του παιδιού και κάποιοι γονείς ενδέχεται να επηρεαστούν θετικά με την διάδοση της σχετικής πληροφορίας. Συν τοις άλλοις οι καμπάνιες συμβάλλουν, στην δημιουργία μίας κοινωνικής κουλτούρας σε σχέση με την ηθικοκοινωνική απαξία της βίας σε βάρος των παιδιών (και όχι μόνο) και στην δημιουργία αναπαραστάσεων με επιτελεστική δύναμη για την αντιμετώπιση το φαινομένου μακροπρόθεσμα.

Ωστόσο τα περισσότερα οικογενειακά προβλήματα έχουν πιο βαθιές και πιο δύσκολα προσβάσιμες ρίζες και δύσκολα αμβλύνονται με απλή ενημέρωση των γονέων για τις τραυματικές επιπτώσεις της κακοποίησης. Πολλά από τα ζητήματα της κακοποίησης σχετίζονται και με τους παράγοντες της φτώχειας, της αποστέρησης και εν γένει της ευαλωτότητας των οικογενειών (πχ τα παιδιά με αναπηρίες θεωρούνται ομάδα υψηλού κινδύνου για την κακοποίηση), ως εκ τούτου, οι υπηρεσίες θα πρέπει να είναι σημείο αναφοράς και να υποστηρίζουν σε επίπεδο κοινότητας τις οικογένειες, πριν και όχι μόνο μετά την εκδήλωση του φαινομένου.

Για τις μέρες του κορωνοϊού, ακόμη και πρωτόκολλα έκτακτων εξ αποστάσεως παρεμβάσεων μπορούν να διαμορφωθούν από τις υπηρεσίες, λαμβάνοντας υπόψη την πρωτόγνωρη εμπειρία του lockdown της πανδημίας.

Όμως δίχως γενναίες αποφάσεις και παρεμβάσεις για την συνολική αναμόρφωση του συστήματος της παιδικής προστασίας ο στόχος της καταπολέμησης της ενδοοικογενειακής βίας, της προστασίας των παιδιών και του σεβασμού των δικαιωμάτων τους θα μοιάζει μακρινός τόσο στην περίοδο της πανδημίας και του κατ’ οίκον περιορισμού, όσο και μετά από αυτήν.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Συνήγορος επανειλημμένα έχει προτείνει υποβάλλοντας αναλυτικές συστάσεις, την συγκροτημένη ενίσχυση και οριοθέτηση του ρόλου του συστήματος αναγνώρισης δια μέσω της εισαγωγής του πρωτοκόλλου Διερεύνησης, Διάγνωσης και Διαχείρισης της κακοποίησης και παραμέλησης του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, σε όλες τις υπηρεσίες που έρχονται σε επαφή με παιδιά, την υποχρεωτική επιμόρφωση των αστυνομικών, εισαγγελέων-δικαστών, εκπαιδευτικών και των κοινωνικών λειτουργών στις κοινωνικές υπηρεσίες σε σχέση με τη μεθοδολογία και την προσέγγιση που πρέπει να ακολουθείται σε περιπτώσεις κακοποίησης κατά το λόγο αρμοδιότητάς τους.

Έχει εισηγηθεί επίσης, την ενίσχυση των υπηρεσιών που είναι κομβικής σημασίας για την πρόληψη της κακοποίησης και την εκ των υστέρων παρέμβαση, καθώς και την αναβάθμιση του θεσμού της αναδοχής, που αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο με στόχο την αποφυγή της περαιτέρω θυματοποίησης του παιδιού εντός των επίσης κλειστών τοίχων ενός ιδρύματος. Στην ίδια κατεύθυνση, της αποφυγής δηλαδή της δευτερογενούς και επαναλαμβανόμενης θυματοποίησης του παιδιού, είναι και τα Αυτοτελή Γραφεία προστασίας Ανηλίκων Θυμάτων («σπίτια του παιδιού»), που έχουν θεσμοθετηθεί ως χώροι, μεταξύ άλλων, δικανικής εξέτασης παιδιών-θυμάτων βίας από το 20171, πλην όμως μέχρι σήμερα δεν έχουν λειτουργήσει πουθενά στην Ελλάδα.

Οι επιπτώσεις της ενδοοικογενειακής βίας, ανάλογα με το είδος της (σωματική, ψυχολογική, σεξουαλική) και την έντασή της ποικίλουν και είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Ενδεικτικά, μπορούν να περιλαμβάνουν εμφάνιση ψυχολογικών διαταραχών, χαμηλή σχολική επίδοση, προβλήματα κοινωνικοποίησης κ.ά ενώ η βία που δέχονται τα παιδιά, αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για χρήση σωματικής βίας στην ενήλικη ζωή τους.

Άρα είναι σημαντικό να επισημανθεί κλείνοντας, ότι η κακοποίηση των παιδιών υπονομεύει συνολικά την κοινωνική συνοχή και ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο το οποίο υπήρχε πριν την έξαρση του κορωνοϊού και δυστυχώς με ασφάλεια μπορούμε να προβλέψουμε ότι θα υπάρχει και μετά από αυτόν. Επομένως, η κατάρτιση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, είναι μία ευκαιρία να σχεδιαστεί οριοθετημένα και συγκροτημένα ένα σύστημα διαχείρισης του φαινομένου, με μετρήσιμους δείκτες και ρεαλιστικούς στόχους, το οποίο αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει, προκειμένου να διασυνδεθούν υπηρεσίες και διεπιστημονικές ομάδες στη βάση ενιαίων πρωτοκόλλων και να προστατευθούν τα παιδιά τόσο από τη βία καθαυτή όσο και από τις τραυματικές παρεμβάσεις του επί του παρόντος ανερμάτιστου συστήματός μας.

Σε αυτή τη διαδρομή έχει επίσης μεγάλη σημασία η αποφυγή των διπλών μηνυμάτων. Όταν λέμε ότι θέλουμε να προστατέψουμε και να σεβαστούμε τα δικαιώματα των παιδιών, θα πρέπει να είμαστε σε θέση να το πράξουμε με ειλικρίνεια και εντιμότητα, γιατί αυτή είναι και η μόνη στάση που αρμόζει όταν απευθυνόμαστε σε παιδιά.

H Θεώνη Κουφονικολάκου είναι Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη για τα Δικαιώματα του Παιδιού

πηγή news247.gr

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ