• Πώς η Άγκυρα χρησιμοποιεί το πρόσχημα των Patriot στην Κάρπαθο για να συνδέσει την αποστρατιωτικοποίηση με την αμφισβήτηση της κυριαρχίας των Δωδεκανήσων • Το AVİM επαναφέρει τη θεωρία της «ουσιώδους παραβίασης» για να δημιουργήσει τετελεσμένα στο καθεστώς των νησιών
Την επαναφορά της συζήτησης για το καθεστώς των νησιών του ανατολικού Αιγαίου επιχειρεί το τελευταίο διάστημα το AVİM, ένα από τα τουρκικά think tanks που δραστηριοποιούνται στον χώρο της διεθνούς πολιτικής ανάλυσης και παρεμβαίνουν συστηματικά σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.
Το AVİM (Center for Eurasian Studies / Κέντρο Ευρασιατικών Μελετών) αποτελεί ένα από τα πλέον επιδραστικά think tanks της Τουρκίας με έδρα την Άγκυρα. Ιδρύθηκε το 2009 και στελεχώνεται σε μεγάλο βαθμό από απόμαχους Τούρκους διπλωμάτες και ακαδημαϊκούς.
Ο ρόλος του είναι στρατηγικός καθώς λειτουργεί ως «δεξαμενή σκέψης» που επεξεργάζεται εξειδικευμένα νομικά και ιστορικά επιχειρήματα, τα οποία στη συνέχεια υιοθετούνται από το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών. Εστιάζει συστηματικά στην προώθηση του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» και στην αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας μέσω της διεθνούς βιβλιογραφίας.
Σε πρόσφατο άρθρο που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του οργανισμού, οι συντάκτες επανέρχονται στο ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών και ειδικότερα των Δωδεκανήσων, συνδέοντας το θέμα με τις διεθνείς συνθήκες που καθόρισαν το καθεστώς της περιοχής μετά τον 20ό αιώνα.
Η ανάλυση βασίζεται σε πρόσφατη δήλωση του Ministry of Foreign Affairs of the Republic of Türkiye σχετικά με τις εξελίξεις που αφορούν στο καθεστώς των νησιών του Αιγαίου. Στη δήλωση αυτή υποστηρίζεται ότι τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και τα Δωδεκάνησα έχουν καθεστώς μόνιμης αποστρατιωτικοποίησης βάσει της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923 και της Συνθήκης των Παρισίων του 1947. Πάνω σε αυτή τη θέση της τουρκικής διπλωματίας το AVİM επιχειρεί να αναπτύξει μια ευρύτερη νομική και γεωπολιτική ανάλυση για το καθεστώς των νησιών και τη σημασία του για την ισορροπία στην περιοχή του Αιγαίου.
Το άρθρο, το οποίο υπογράφει ο αναλυτής του οργανισμού Teoman Ertuğrul Tulun, ξεκινά από δημοσιεύματα που αναφέρονται σε πιθανή ανάπτυξη συστημάτων Patriot από την Ελλάδα στην Κάρπαθο, ένα νησί που βρίσκεται στο σύμπλεγμα των Δωδεκανήσων. Η αναφορά αυτή λειτουργεί ως αφετηρία για μια ευρύτερη συζήτηση σχετικά με το καθεστώς των νησιών του ανατολικού Αιγαίου και την ερμηνεία των διεθνών συμφωνιών που το καθορίζουν.
Η χρονική συγκυρία δεν περνά απαρατήρητη, καθώς η συζήτηση επανέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης έντασης στη Μέση Ανατολή και ευρύτερης αβεβαιότητας για την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο


Στο κείμενο γίνεται εκτενής αναφορά στις δύο διεθνείς συμφωνίες που καθόρισαν το μεταπολεμικό καθεστώς της περιοχής. Η Συνθήκη της Λωζάνης, που υπογράφηκε το 1923, αποτέλεσε τη βασική συμφωνία που ρύθμισε τα σύνορα μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Συνθήκη των Παρισίων του 1947, από την άλλη, προέβλεψε την παραχώρηση των Δωδεκανήσων από την Ιταλία στην Ελλάδα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην ανάλυση του AVİM υποστηρίζεται ότι οι συνθήκες αυτές περιλαμβάνουν προβλέψεις που συνδέονται με την αποστρατιωτικοποίηση συγκεκριμένων νησιών και ότι το καθεστώς αυτό αποτελεί στοιχείο της ισορροπίας που διαμορφώθηκε στην περιοχή.
Η προσέγγιση αυτή αντανακλά τη γνωστή θέση της τουρκικής πλευράς ότι η στρατιωτική παρουσία στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα των διεθνών συμφωνιών που καθόρισαν το καθεστώς τους. Η ελληνική πλευρά, ωστόσο, απορρίπτει αυτή την ερμηνεία. Η Αθήνα επισημαίνει ότι η Συνθήκη των Παρισίων, η οποία ρυθμίζει το καθεστώς των Δωδεκανήσων, υπογράφηκε μεταξύ της Ιταλίας και των Συμμάχων μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με την Τουρκία να μην αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας. Επιπλέον, η Ελλάδα υποστηρίζει ότι η στρατιωτική παρουσία στα νησιά συνδέεται με λόγους άμυνας και απορρέει από το δικαίωμα αυτοάμυνας που προβλέπει το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Στο άρθρο του AVİM εμφανίζεται επίσης ένα επιχείρημα που συναντάται συχνά στην τουρκική νομική επιχειρηματολογία για το Αιγαίο. Οι συντάκτες υποστηρίζουν ότι η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών συνδέεται άμεσα με το καθεστώς κυριαρχίας που καθορίστηκε από τις διεθνείς συνθήκες.
Στο πλαίσιο αυτό γίνεται αναφορά στην έννοια της «ουσιώδους παραβίασης» μιας συνθήκης, μια έννοια του διεθνούς δικαίου που αφορά στην παραβίαση διατάξεων που θεωρούνται βασικές για τον σκοπό μιας διεθνούς συμφωνίας. Στη διεθνή νομική πρακτική, ωστόσο, η σύνδεση της στρατιωτικοποίησης με αμφισβήτηση κυριαρχίας δεν θεωρείται αυτονόητη, καθώς η κυριαρχία που καθορίζεται από διεθνείς συνθήκες δεν εξαρτάται από το επίπεδο στρατιωτικής παρουσίας.
Παράλληλα, το κείμενο επαναφέρει και μια άλλη έννοια που χρησιμοποιείται συχνά στη διπλωματική γλώσσα, αυτή των «τετελεσμένων». Σύμφωνα με την ανάλυση του οργανισμού, ορισμένες κινήσεις που αφορούν στη στρατιωτική παρουσία στα νησιά μπορεί να δημιουργούν νέα δεδομένα πριν υπάρξει συμφωνία μεταξύ των εμπλεκομένων πλευρών. Με αυτόν τον τρόπο το ζήτημα παρουσιάζεται όχι μόνο ως θέμα ερμηνείας διεθνών συνθηκών αλλά και ως στοιχείο της ευρύτερης γεωπολιτικής συζήτησης για την ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ανάλυση του AVİM αναφέρεται επίσης σε έγγραφα που έχει καταθέσει η Τουρκία στα Ηνωμένα Έθνη τα τελευταία χρόνια σχετικά με το θέμα. Στο πλαίσιο αυτό υποστηρίζεται ότι η Άγκυρα έχει καταγράψει επανειλημμένα τις αντιρρήσεις της για ζητήματα που αφορούν στο καθεστώς των νησιών, επιδιώκοντας να διατηρήσει τη θέση της στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου.
Η συζήτηση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σύνολο αναλύσεων που έχουν δημοσιευθεί από τον οργανισμό τα τελευταία χρόνια. Το AVİM έχει επανειλημμένα ασχοληθεί με ζητήματα που αφορούν στην ιστορική και νομική διάσταση των ελληνοτουρκικών διαφορών, επιχειρώντας να παρουσιάσει την τουρκική προσέγγιση σε θέματα που σχετίζονται με το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Για τους παρατηρητές των ελληνοτουρκικών σχέσεων, οι παρεμβάσεις think tanks όπως το AVİM έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σε πολλές περιπτώσεις τα ερευνητικά αυτά κέντρα λειτουργούν ως χώρος όπου διαμορφώνονται επιχειρήματα και αναλύσεις που αργότερα εμφανίζονται και στον πολιτικό ή διπλωματικό λόγο. Οι δημοσιεύσεις τους δεν αποτελούν επίσημες κυβερνητικές θέσεις, ωστόσο συχνά αντανακλούν τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η συζήτηση για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, καθώς πρόκειται για έναν οργανισμό που λειτουργεί ως (ημι-επίσημος) βραχίονας της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.













