Ποινικές ευθύνες μετά την ανίχνευση του βακτηρίου λεγεωνέλλα (Legionella) στο δίκτυο ύδρευσης του Γενικού Νοσοκομείου Ρόδου, αναζητά η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ρόδου.
Με έγγραφη παραγγελία του Εισαγγελέα προς την Πταισματοδίκη Ρόδου μετά και την κοινοποίηση σχετικής έκθεσης της Διεύθυνσης Υγείας διενεργείται ειδικότερα προκαταρκτική εξέταση για τη διαπίστωση αυτεπάγγελτα διωκόμενων αξιόποινων πράξεων.
Σύμφωνα με την εισαγγελική παραγγελία, σε περίπτωση που προκύψουν ενδείξεις ενοχής, τότε να ληφθούν ανωμοτί καταθέσεις από τους υπόπτους και η δικογραφία να επιστραφεί στην Εισαγγελία με συνοπτική αναφορά των αποτελεσμάτων της έρευνας.
Ηδη έχουν κληθεί και έχουν καταθέσει ως μάρτυρες επιτελείς της Διεύθυνσης Υγείας και ο πρόεδρος της ΔΕΥΑ Ρόδου κ. Αλέξανδρος Μανωλάκης.
Το επικίνδυνο βακτήριο εντοπίστηκε στο πλαίσιο τακτικού ελέγχου.
Πιο συγκεκριμένα την 18η Ιουλίου 2019 η Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου κοινοποίησε μεταξύ άλλων και στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ρόδου τα αποτελέσματα δειγματοληψίας που έγινε την 31η Μαΐου 2019 στο πλαίσιο τακτικού ελέγχου για ανίχνευση Legionellas.
Ο έλεγχος (βλέπε πίνακα) έγινε σε 23 δείγματα και 10 εξ’ αυτών βρέθηκαν θετικά.


Τα 10 δείγματα βρέθηκαν μη κανονικά διότι η τιμή για την παράμετρο της Legionella υπερβαίνει την παραμετρική τιμή του Παραρτήματος I, Μέρος Α, παράγραφος 3, που είναι 1000 ανά 1L.
Στο ίδιο έγγραφο δόθηκαν οδηγίες στην διοίκηση του νοσοκομείου να προβεί στις απαραίτητες διορθωτικές άμεσες ενέργειες, να επαναλάβει την δειγματοληψία και να γνωστοποιήσει τα αποτελέσματα.
Η ελάχιστη συχνότητα δειγματοληψίας και αναλύσεων για τις παραμέτρους pseudomonada aeruginosa και legionella είναι μία ανά εξάμηνο και σύμφωνα με το έγγραφο η διοίκηση του νοσοκομείου θα πρέπει να γνωστοποιεί τα αποτελέσματα αυτών, στην Διεύθυνση Υγείας.
Η Διεύθυνση Υγείας ανέφερε παραπέρα ότι θα πρέπει να πραγματοποιείται σχέδιο διαχείρισης ασφάλειας νερού, όπου μέχρι τότε δεν της είχε αποσταλεί.
Θυμίζει εξάλλου ότι η Διεύθυνση Υγείας είχε πραγματοποιήσει παλαιότερα δειγματοληψία (06/02/08) για ανίχνευση λεγεωνέλλας και από τα 12 σημεία που ελήφθησαν τα δείγματα τα τρία ήταν θετικά στην λεγεώνελλα .
Επαναλήφθηκε δειγματοληψία στις 24/08/09 και από τα 12 δείγματα τα 11 ήταν αρνητικά στην λεγεωνέλλα.

Τι είναι η νόσος
των λεγεωνάριων;
Η νόσος των Λεγεωναρίων ή λεγεωνέλλωση είναι οξεία νόσος του αναπνευστικού συστήματος που οφείλεται σε λοίμωξη από βακτήρια του γένους Λεγεωνέλλα ή Λεγιονέλλα (Legionella). Περίπου το 90% όλων των λεγεωνελώσεων οφείλονται στο βακτήριο Legionella pneumophila (Λεγεωνέλλα η πνευμονόφιλος), η οποία ευθύνεται για τη νόσο των λεγεωναρίων. Άλλα είδη που προσβάλλουν τον άνθρωπο είναι τα Legionella longbeachae, Legionella feeleii, Legionella micdadei και Legionella anisa, τα οποία προκαλούν το πυρετό Πόντιακ, μια εμπύρετη αυτοπεριοριζόμενη νόσο που μοιάζει με γρίπη. Η νόσος των λεγεωναρίων έχει θνησιμότητα που μπορεί να φτάσει μέχρι το 15%, ενώ σε νοσηλευόμενους σε νοσοκομεία μπορεί να φτάσει μέχρι το 50% αν τα αντιβιοτικά αργήσουν να χορηγηθούν.
Οι λεγεωνέλλες είναι βακτήρια που είναι υδρόβια, ενώ μπορούν να βρεθούν στο έδαφος. Η L. pneumophila έχει βρεθεί μόνο σε υδάτινα συστήματα, όπως λίμνες, ποτάμια, δεξαμενές και συστήματα ύδρευσης και ψύξης μεγάλων κτιρίων, όπου ζει συμβιωτικά με την αμοιβάδα. Μπορεί να πολλαπλασιαστεί σε θερμοκρασίες ανάμεσα σε 20°C και 55°C, με ιδανική θερμοκρασία στους 35°C. Ευνοϊκοί παράγοντες για την ανάπτυξη είναι η παρουσία σκουριάς ή φυκιών. Όταν μολύνει τον άνθρωπο, το βακτήριο μπαίνει μέσα στα μακροφάγα και τα επιθηλιακά κύτταρα του πνεύμονα και αναπαράγεται μέσα στα κύτταρα.
Οι λεγεωνέλλες μεταδίδονται μέσω της εισπνοής ενός εναιώρηματος νερού ή/και χώματος το οποίο έχει επιμολυνθεί με βακτήρια. Ανάμεσα στα περιβάλλοντα που αναπαράγονται είναι οι ψυκτικοί πύργοι, οι υγραντήρες και τα μεγάλα συστήματα κλιματισμού. Το όνομά τους το πήραν επειδή η πρώτη επιδημία έλαβε χώρα το 1976 σε ένα ξενοδοχείο στη Φιλαδέλφια των ΗΠΑ, όπου συνεδρίαζε η Λεγεώνα της Αμερικής. Περιστατικά λεγεωνελλώσεων έχουν καταγραφεί σε όλο το κόσμο.
Τα συμπτώματα της νόσου συνήθως εκδηλώνονται από δύο έως δέκα ημέρες μετά τη μόλυνση, αλλά σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν έως και τρεις εβδομάδες αργότερα. Η διάγνωσή της γίνεται με ειδικές εργαστηριακές εξετάσεις. Οι περισσότεροι ασθενείς κρίνεται απαραίτητο να νοσηλευθούν και να λάβουν την κατάλληλη αντιβιοτική αγωγή.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ