ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ

Στις 8 απόψε ο Αντρέα Μποτσέλι θα τραγουδήσει μόνος στό έρημο Ντουόμο, τον καθεδρικό του Μιλάνου 

news room 1 λεπτό ανάγνωση
899

Οταν ανε­βαί­νεις στη σκηνή για να τρα­γου­δή­σεις, είσαι γυ­μνός. Το μόνο που σου δίνει μια αί­σθη­ση οι­κειό­τη­τας είναι η φωνή σου. Γι’ αυτό φο­βά­μαι τόσο κάθε φορά πριν ανοί­ξω το στόμα μου. Δεν έχει ση­μα­σία αν τρα­γου­δάω για έναν βα­σι­λιά ή για τον Πάπα. Αρκεί που κά­ποιος στέ­κε­ται εκεί, μπρο­στά μου. Υπο­φέ­ρω από την έκ­θε­ση, αλλά δεν μπορώ να κάνω τί­πο­τα γι’ αυτό».

Απόψε το βράδυ ο Αντρέα Μπο­τσέ­λι δεν θα έχει κοινό. Όμως ο φόβος δεν θα είναι μι­κρό­τε­ρος. Δίπλα του θα υπάρ­χει μόνο ο Emanuele Vianelli που θα «οδη­γεί» τον ήχο του εκ­κλη­σια­στι­κού ορ­γά­νου, αλλά απέ­να­ντί του θα στέ­κε­ται μια ολό­κλη­ρη χώρα, η πα­τρί­δα του. Από το κέ­ντρο του κα­θε­δρι­κού του Μι­λά­νου στην καρ­διά μιας πε­ριο­χής που έχει σκο­τει­νιά­σει από τον θά­να­το θα «προ­σευ­χη­θεί» με άριες και ανα­στά­σι­μους ύμνους, θα χαϊ­δέ­ψει λίγο τη θλίψη, επι­στρα­τεύ­ο­ντας Μπαχ, Μό­τσαρτ, Μα­σκά­νι.

Στις 8 μ.μ. (ώρα Ελ­λά­δας) θα στα­θεί στο κέ­ντρο του Ντουό­μο, αυτού του πε­λώ­ριου, εμ­βλη­μα­τι­κού γοτ­θι­κού ναού, του με­γα­λύ­τε­ρου της Ιτα­λί­ας. Στο συ­γκλο­νι­στι­κό, αιχ­μη­ρό κτί­σμα που χρειά­στη­κε σχε­δόν έξι αιώ­νες για να ολο­κλη­ρω­θεί η βε­λού­δι­νη φωνή του θα δια­σχί­σει τους με­γά­λους πλευ­ρι­κούς δια­δρό­μους, θα στρο­βι­λι­στεί γύρω από τους χα­ρα­κτη­ρι­στι­κούς κί­ο­νες και τα θαυ­μά­σια αγάλ­μα­τα και θα ξε­χυ­θεί στον κόσμο, στέλ­νο­ντας μη­νύ­μα­τα αγά­πης και ελ­πί­δας (η συ­ναυ­λία θα με­τα­δο­θεί ζω­ντα­νά από το επί­ση­μο κα­νά­λι του τρα­γου­δι­στή στο YouTube). Είναι εκεί­νος που ανή­με­ρα του Πάσχα των κα­θο­λι­κών θα προ­σπα­θή­σει να πεί­σει τους Ιτα­λούς για κάτι που ο ίδιος έχει με­τα­τρέ­ψει από την εφη­βεία σε στάση ζωής: μπο­ρεί κα­νείς να βγει νι­κη­τής, ακόμα κι αν ανα­με­τρη­θεί με την πιο σκλη­ρή μοίρα.   Απόψε το βράδυ ο Αντρέα Μπο­τσέ­λι δεν θα έχει κοινό. Δίπλα του θα υπάρ­χει μόνο ο Emanuele Vianelli που θα «οδη­γεί» τον ήχο του εκ­κλη­σια­στι­κού ορ­γά­νου, αλλά απέ­να­ντί του θα στέ­κε­ται μια ολό­κλη­ρη χώρα, η πα­τρί­δα του. Από το κέ­ντρο του κα­θε­δρι­κού του Μι­λά­νου στην καρ­διά μιας πε­ριο­χής που έχει σκο­τει­νιά­σει από τον θά­να­το θα «προ­σευ­χη­θεί» με άριες και ανα­στά­σι­μους ύμνους, θα χαϊ­δέ­ψει λίγο τη θλίψη, επι­στρα­τεύ­ο­ντας Μπαχ, Μό­τσαρτ, Μα­σκά­νι.

Η ητ­το­πά­θεια, η απαι­σιο­δο­ξία αλλά και η μα­ταιό­τη­τα δεν του είναι γνώ­ρι­μες. «Δια­βά­στε, ακού­στε μου­σι­κή, προ­σπα­θή­στε να κρα­τή­σε­τε το σώμα και το μυαλό πολύ ενερ­γά και, τέλος, μη φο­βά­στε έναν ιό που θα πε­ρά­σει, με τον ίδιο τρόπο που δεν φο­βά­στε να οδη­γή­σε­τε, γνω­ρί­ζο­ντας ότι κάθε χρόνο υπάρ­χουν τόσα θύ­μα­τα στον δρόμο» δια­κή­ρυτ­τε με το ξέ­σπα­σμα της παν­δη­μί­ας, για να φτά­σει πριν από λίγες ώρες να πα­ρα­δε­χτεί: «Ας προ­σευ­χη­θού­με όλοι μαζί, για το Μι­λά­νο, για τον πλα­νή­τη που βρί­σκε­ται αντι­μέ­τω­πος με μια απο­λύ­τως οδυ­νη­ρή κα­τά­στα­ση».

ΟΑ­ντρέα Μπο­τσέ­λι των αμέ­τρη­των επι­τυ­χιών, βρα­βεύ­σε­ων, πω­λή­σε­ων, εμ­φα­νί­σε­ων και των γεν­ναιό­δω­ρων φι­λαν­θρω­πιών γεν­νή­θη­κε στις 22 Σε­πτεμ­βρί­ου του 1958 και με­γά­λω­σε σε μια οι­κο­γέ­νεια που ζούσε που­λώ­ντας αγρο­τι­κά μη­χα­νή­μα­τα και καλ­λιερ­γώ­ντας κά­ποια λίγα αμπέ­λια στην πε­ριο­χή της Το­σκά­νης. Οι για­τροί είχαν συμ­βου­λεύ­σει τους γο­νείς του, τον Αλε­σά­ντρο και την Έντι Μπο­τσέ­λι, να προ­χω­ρή­σουν σε έκτρω­ση, καθώς είχαν προ­βλέ­ψει ότι το παιδί θα γεν­νιό­ταν με ανα­πη­ρία. Εκεί­νοι αρ­νή­θη­καν και ήδη από τη γέννα ήταν προ­φα­νές ότι ο Αντρέα πα­ρου­σί­α­ζε σο­βα­ρά προ­βλή­μα­τα ορά­σε­ως. Τε­λι­κά, δια­γνώ­στη­κε με συγ­γε­νές γλαύ­κω­μα, με το οποίο έζησε επί 12 χρό­νια. Σε εκεί­νη την ηλι­κία, κατά τη διάρ­κεια ενός πο­δο­σφαι­ρι­κού αγώνα στον οποίο ο Αντρέα έπαι­ζε τερ­μα­το­φύ­λα­κας, ένα δυ­να­τό σουτ τον χτύ­πη­σε στο πρό­σω­πο, κά­νο­ντας σμπα­ρά­λια τα ήδη ευαί­σθη­τα μάτια του. Οι για­τροί έδω­σαν αγώνα με μια αι­μορ­ρα­γία που του αφαι­ρού­σε ώρα με την ώρα την όραση, αλλά οι προ­σπά­θειές τους ήταν ανε­πι­τυ­χείς, έτσι ο μι­κρός τυ­φλώ­θη­κε.

Από εκεί­νη την ημέρα και μετά οι ει­κό­νες με­τα­τρά­πη­καν για εκεί­νον σε έναν αδυ­σώ­πη­το αγώνα με τη μνήμη. Ακόμα και σή­με­ρα πα­ρα­δέ­χε­ται πως στο μυαλό του υπάρ­χουν μόνο όσα έργα τέ­χνης, τοπία, αν­θρώ­πι­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά και γε­γο­νό­τα κα­τά­φε­ρε να «απα­θα­να­τί­σει» η μνήμη ενός πι­τσι­ρι­κά που στην εφη­βεία βυ­θί­στη­κε στο σκο­τά­δι.

«Για να είμαι ει­λι­κρι­νής, δεν μου αρέ­σει κα­θό­λου να μιλώ και γε­νι­κά να εξηγώ. Το τρα­γού­δι είναι ο μόνος τρό­πος με τον οποί­ον μπορώ να εκ­φρα­στώ πλή­ρως» λέει. «Αι­σθά­νο­μαι ότι η τέχνη είναι μια αι­νιγ­μα­τι­κή, κω­δι­κο­ποι­η­μέ­νη γλώσ­σα, αλλά μόλις απο­κρυ­πτο­γρα­φη­θεί, είναι μια γλώσ­σα πολύ πιο βαθιά και ου­σια­στι­κή από την κα­θο­μι­λου­μέ­νη. Όποιος έχει στα­θεί απέ­να­ντι από την Πιετά του Μι­χα­ήλ Άγ­γε­λου, νιώ­θει ένα συ­ναί­σθη­μα που προ­έρ­χε­ται από μια πολύ ισχυ­ρή επι­κοι­νω­νία που καμία σχέση δεν έχει με τη γλώσ­σα».

Προ­τού ο κό­σμος σκο­τει­νιά­σει για τον χα­ρι­σμα­τι­κό πι­τσι­ρι­κά, η μου­σι­κή χρω­μά­τι­ζε τη ζωή του. Ξε­κί­νη­σε μα­θή­μα­τα πιά­νου στα έξι και σύ­ντο­μα πρό­σθε­σε στο παι­δι­κό του δω­μά­τιο φλά­ου­το, σα­ξό­φω­νο, τρο­μπέ­τα, τρο­μπό­νι, κι­θά­ρα, ακόμα και ντραμς. Η ντα­ντά του, Οριά­να, ήταν εκεί­νη που, χα­ρί­ζο­ντάς του έναν δίσκο του διε­θνούς αστέ­ρα του με­λο­δρά­μα­τος, Φράν­κο Κο­ρέ­λι,τον ιντρί­γκα­ρε να ακο­λου­θή­σει κα­ριέ­ρα τε­νό­ρου και τον έπει­σε πως μπο­ρεί με τη φωνή να πε­ρι­γρά­φει ό,τι του στε­ρού­σε στα­δια­κά η όραση. Έναν χρόνο και χι­λιά­δες ακρο­ά­σεις δί­σκων μετά ο μι­κρός μπο­ρού­σε να ανα­γνω­ρί­ζει με το αυτί τις διά­ση­μες οπε­ρα­τι­κές φωνές της επο­χής κα­λύ­τε­ρα από τις λε­πτο­μέ­ρειες στις ει­κό­νες.    «Με­ρι­κοί από μας γεν­νιού­νται με μια αδυ­να­μία στη μου­σι­κή. Ως μωρό, η μου­σι­κή με γιά­τρευε απ’ ό,τι νό­μι­ζα ότι είχα. Αν ήμουν ανή­συ­χος, με ηρε­μού­σε. Αν φώ­να­ζα, στα­μα­τού­σα αυ­το­μά­τως να κλαίω. Ήταν η θε­ρα­πεία μου. Γι’ αυτό και πάντα ήξερα ότι η μοίρα μου ήταν να τρα­γου­δώ. Απλώς δεν ήξερα αν θα πε­τύ­χαι­να. Όμως τρα­γου­δού­σα πα­ντού: στο σχο­λείο, στα πάρτι, στην εκ­κλη­σία, στους κα­λε­σμέ­νους των γο­νιών μου. Συ­νή­θως δυ­σα­να­σχε­τού­σα που όλοι πάντα μου ζη­τού­σαν να τους τρα­γου­δή­σω, ενώ εγώ πο­θού­σα να παίξω πο­δό­σφαι­ρο με τους φί­λους μου».

Την πρώτη του συ­ναυ­λία την έδωσε σε ένα μικρό, δι­πλα­νό χωριό, ενώ μια γερή δόση αυ­το­πε­ποί­θη­σης πήρε στα 14, όταν κέρ­δι­σε το πρώτο βρα­βείο σε δια­γω­νι­σμό τρα­γου­διού, όπου πήγε έχο­ντας προ­ε­τοι­μά­σει το «O sole mio». Το 1980, τε­λειώ­νο­ντας το σχο­λείο, σπού­δα­σε Νο­μι­κή στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Πίζας και συγ­χρό­νως έπαι­ζε σε πιάνο μπαρ. «Είμαι απί­στευ­τα αντα­γω­νι­στι­κός από τη φύση μου. Γι’ αυτό δεν απο­τε­λεί έκ­πλη­ξη το γε­γο­νός ότι, πριν γίνω τρα­γου­δι­στής, ήμουν δι­κη­γό­ρος» έχει πει, δι­καιο­λο­γώ­ντας το πτυ­χίο Νο­μι­κής που βρί­σκε­ται κάπου στο σπίτι του, πλάι στα φω­το­γρα­φι­κά στιγ­μιό­τυ­πα μιας με­γα­λειώ­δους κα­ριέ­ρας.   Duomo. Ο κα­θε­δρι­κός του Μι­λά­νου

Για να φτά­σει σή­με­ρα, στα 61 του χρό­νια, να θε­ω­ρεί­ται ένας ροκ σταρ του crossover, ο Μπο­τσέ­λι χρειά­στη­κε να δώσει πολ­λές εξε­τά­σεις: πήρε μα­θή­μα­τα φω­νη­τι­κής από το ίν­δαλ­μά του Φράν­κο Κο­ρέ­λι, το 1992 έγρα­ψε και έστει­λε demo στον Zucchero και τε­λι­κά κα­τά­φε­ρε να τον συ­νο­δεύ­σει στην πα­νευ­ρω­παϊ­κή πε­ριο­δεία του, επι­δί­ω­ξε συ­νά­ντη­ση με τον Πα­βα­ρό­τι και τε­λι­κά πήρε μέρος στο ετή­σιο φι­λαν­θρω­πι­κό του γκαλά στη Μό­ντε­να (1994), δια­γω­νί­στη­κε στο Φε­στι­βάλ του Σαν Ρέμο, ανα­ζή­τη­σε ιδα­νι­κές παρ­τε­νέρ για να μοι­ρά­σει συ­ναί­σθη­μα απ’ άκρη σε άκρη στον πλα­νή­τη.

Κακά τα ψέ­μα­τα, όσο κι αν έχει πα­σχί­σει να πάρει τη σκυ­τά­λη από το με­γα­θή­ριο του ιτα­λι­κού λυ­ρι­κού τρα­γου­διού, Λου­τσιά­νο Πα­βα­ρό­τι, ο Αντρέα Μπο­τσέ­λι δεν έχει το εκτό­πι­σμα ούτε και το τα­λέ­ντο του ‒ αν και ο πλη­θω­ρι­κός Λου­τσιά­νο δεν έχει τσι­γκου­νευ­τεί τις φι­λο­φρο­νή­σεις. Είναι ξε­κά­θα­ρο πως με το οπε­ρα­τι­κό ρε­περ­τό­ριο δεν ανα­με­τρή­θη­κε ποτέ σο­βα­ρά, γι’ αυτό και ο κό­σμος της σκλη­ρο­πυ­ρη­νι­κής κλα­σι­κής δεν τον συ­μπε­ριέ­λα­βε ποτέ στην αυλή του. Είναι, όμως, εκεί­νος που απο­δεί­χτη­κε ο κα­λύ­τε­ρος μα­θη­τής στο crossover, εκεί­νος που κα­τα­φέρ­νει ακόμα να με­τα­δί­δει την ψευ­δαί­σθη­ση ότι η κλα­σι­κή μου­σι­κή μπο­ρεί να ανή­κει στα στά­δια, εκεί­νος που σε πεί­θει ότι αρκεί το ει­λι­κρι­νές συ­ναί­σθη­μα για να εκ­φρά­σεις με την ίδια δύ­να­μη το δράμα της «Τόσκα», του «Αντρέα Σενιέ», της «Κάρ­μεν», των «Πα­λιά­τσων» αλλά και τον ποπ ερω­τι­σμό ενός ντου­έ­του με τη Σελίν Ντιόν ή τη Σάρα Μπράι­τμαν.   Γνή­σιο τέκνο της ιτα­λι­κής σχο­λής που θέλει τη ζυ­γα­ριά να γέρ­νει προς το συ­ναί­σθη­μα, τον έρωτα, τον πόθο για τις γυ­ναί­κες (δύο γάμοι και τρία παι­διά ως τώρα), το πο­δό­σφαι­ρο (υπο­στη­ρί­ζει φα­να­τι­κά την Ίντερ), το καλό κρασί (πώς να απαρ­νη­θεί την οι­κο­γε­νεια­κή κλη­ρο­νο­μιά;), την αγάπη για την πα­τρί­δα και τις ρίζες και με μια σαφή αδυ­να­μία στον Που­τσί­νι. «Γεν­νή­θη­κα και με­γά­λω­σα στην Ιτα­λία, πνιγ­μέ­νος από την ιτα­λι­κή νο­ο­τρο­πία και τον πο­λι­τι­σμό» λέει και ξα­να­λέ­ει.

Πώς ερ­μη­νεύ­ει ο τε­νό­ρος την πίστη στην πα­τρί­δα; Με τον γνω­στό, παλιό τρόπο, ανα­κυ­κλώ­νο­ντας και απο­τι­νάσ­σο­ντας στε­ρε­ό­τυ­πα: απο­λαμ­βά­νει την απο­θέ­ω­ση εντός των τει­χών πε­ρισ­σό­τε­ρο από οπου­δή­πο­τε αλλού, εξα­ντλεί τη γεν­ναιο­δω­ρία του όταν πρό­κει­ται να προ­σφέ­ρει οτι­δή­πο­τε στους συ­μπα­τριώ­τες του (όπως το υπαί­θριο θέ­α­τρο Teatro del Silenzio, στο οποίο εμ­φα­νί­ζε­ται ανελ­λι­πώς κάθε Ιού­λιο), κλεί­νε­ται στο ιερό κα­τα­φύ­γιό του στην Το­σκά­νη ακόμα κι αν έχει σπί­τια σε όλο τον κόσμο («Δεν μου αρέ­σει να τα­ξι­δεύω. Ζω στο ομορ­φό­τε­ρο μέρος στον κόσμο. Μου αρέ­σει να μένω σπίτι, κά­νο­ντας τα ίδια πράγ­μα­τα. Αλλά το πε­πρω­μέ­νο μου απο­φά­σι­σε δια­φο­ρε­τι­κά»), ενα­ντιώ­νε­ται σε όσους προ­βάλ­λουν τους Ιτα­λούς ως «macho» («“Macho” ου­σια­στι­κά ση­μαί­νει ηλί­θιος και ένας πραγ­μα­τι­κός Ιτα­λός είναι έξυ­πνος και κομ­ψός. Κα­θό­λου macho» λέει), έχει στον τοίχο κάθε σπι­τιού του μία του­λά­χι­στον φω­το­γρα­φία με τον Πάπα.

Τις ώρες της δικής του πε­ρί­σκε­ψης μα­γεύ­ε­ται από την απε­ρα­ντο­σύ­νη της σκέ­ψης του Ιμά­νου­ελ Καντ, ταυ­τί­ζε­ται με τον Σο­πε­νά­ου­ερ όταν λέει πως οι άντρες μπο­ρούν να καούν από έρωτα, ανε­ξάρ­τη­τα από το πόσο έξυ­πνοι ή καλ­λιερ­γη­μέ­νοι είναι, γρά­φει βι­βλία, με­ρι­κά από τα οποία είναι δια­θέ­σι­μα σε γραφή Μπράιγ, κά­θε­ται στο αγα­πη­μέ­νο του πιάνο, όπου είναι χα­ραγ­μέ­να τα ονό­μα­τα των τριών παι­διών του, του Amos, του Matteo και της Virginia, και τρα­γου­δά το λα­τρε­μέ­νο του «Nessun dorma» από την «Του­ρα­ντότ», δι­η­γεί­ται ιστο­ρί­ες για τα αγα­πη­μέ­να του αντι­κεί­με­να, όπως ένα ζευ­γά­ρι γά­ντια του μποξ με την υπο­γρα­φή του φίλου και ιν­δάλ­μα­τός του, Μο­χά­μεντ Άλι, που δε­σπό­ζουν στο σα­λό­νι του, μέσα σε μια γυά­λι­νη προ­θή­κη.   «Από μι­κρός τον θαύ­μα­ζα. Ση­κω­νό­μουν μέσα στη νύχτα για να πα­ρα­κο­λου­θή­σω τους αγώ­νες του. Ήταν για μένα σύμ­βο­λο και υπό­δειγ­μα αν­θρώ­που, αθλη­τή, αγω­νι­στή των αν­θρω­πί­νων δι­καιω­μά­των. Τη νύχτα που μου χά­ρι­σε τα γά­ντια τρα­γου­δού­σα στο Φοί­νιξ. Όταν ανέ­βη­κα στη σκηνή, ανα­κοί­νω­σα ότι κάπου μέσα στο ακρο­α­τή­ριο κα­θό­ταν ένα πολύ σπου­δαίο πρό­σω­πο. Εκεί­νος, στην πρώτη θέση, απο­λάμ­βα­νε το κοινό που, όρθιο, τον απο­θέ­ω­νε. Εν­νο­εί­ται πως είχα τα γά­ντια στα κα­μα­ρί­νια. Για να τον τι­μή­σω, στο τε­λευ­ταίο τρα­γού­δι τα φό­ρε­σα».

Τί­πο­τε από όλα αυτά, όμως, δεν θα χρεια­στεί απόψε. Τε­λι­κά και απόψε, στο Ντουό­μο, ο Μπο­τσέ­λι θα νιώ­θει γυ­μνός. Ολο­μό­να­χος στον τε­ρά­στιο ναό, ανή­με­ρα του Πάσχα των κα­θο­λι­κών, θα επι­στρα­τεύ­σει τη φωνή του για να πεί­σει πως η ζωή θα νι­κή­σει τον θά­να­το, το φως θα επι­κρα­τή­σει στη μάχη με το σκο­τά­δι. Άλ­λω­στε, πόσες και πόσες φορές στο πα­ρελ­θόν δεν έχει επι­μεί­νει: «Να είστε αι­σιό­δο­ξοι, να μη χά­νε­τε την ελ­πί­δα γιατί αυτή μόνο φω­τί­ζει τις ζωές μας». Κι αν μη τι άλλο εκεί­νος ξέρει όσο λίγοι τι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μπο­ρεί να φω­τί­σει μια ζωή.

Πηγή: www.lifo.gr

ΜΑ­ΤΟΥ­ΛΑ ΚΟΥ­ΣΤΕ­ΝΗ

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.