ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Σε Ελλάδα και Μάλτα τα περισσότερα παχύσαρκα παιδιά-Καμπανάκι από τους επιστήμονες

news room 1 λεπτό ανάγνωση
παχυσαρκία

Δεκα­πλα­σιά­στηκε παγκο­σμίως, από το 1975, ο αριθμός των παχύ­σαρ­κων παιδιών, ωστόσο τα παιδιά με ανε­πάρ­κεια σωμα­τι­κού βάρους παρα­μέ­νουν περισ­σό­τερα. Αυτό είναι το απο­τέ­λε­σμα μελέτης που δημο­σιεύ­ε­ται σήμερα και οι συντά­κτες της οποίας απευ­θύ­νουν έκκληση να ενταθεί ο αγώνας ενα­ντίον της «διπλής μάστι­γας» της παχυ­σαρ­κίας και του υπο­σι­τι­σμού.

Η Ελλάδα έχει τη μεγα­λύ­τερη ανα­λο­γία παχύ­σαρ­κων αγοριών στην Ευρώπη (16,7% του πλη­θυ­σμού), ενώ η Μάλτα τα περισ­σό­τερα παχύ­σαρκα κορί­τσια (11,3%), σύμφωνα με μια νέα διεθνή επι­στη­μο­νική μελέτη, που δημο­σιεύ­θηκε στο ιατρικό περιο­δικό “The Lancet”, με αφορμή την Παγκό­σμια Ημέρα Παχυ­σαρ­κίας στις 11 Οκτω­βρίου. Η Μολ­δα­βία έχει στην Ευρώπη τα μικρό­τερα ποσοστά παχυ­σαρ­κίας τόσο στα κορί­τσια (3,2% του πλη­θυ­σμού), όσο και στα αγόρια (5%).

Η έρευνα, με τη συμ­με­τοχή άνω των 1.000 ερευ­νη­τών, η οποία ανέλυσε στοι­χεία για 200 χώρες, εκτιμά ότι το 2016 υπήρχαν παγκο­σμίως 124 εκατ. παιδιά και έφηβοι που ήταν παχύ­σαρ­κοι, ενώ άλλα 213 εκα­τομ­μύ­ρια ήσαν υπέρ­βαρα.

Οι ενή­λι­κες παχύ­σαρ­κοι αυξή­θη­καν από περίπου 100 εκα­τομ­μύ­ρια το 1975 (69 εκατ. γυναί­κες και 31 εκατ. άνδρες) σε 671 εκα­τομ­μύ­ρια το 2016 (390 εκατ. γυναί­κες και 281 εκατ. άνδρες). Σε αυτούς πρέπει να προ­στε­θούν περίπου 1,3 δισε­κα­τομ­μύ­ρια υπέρ­βα­ροι.

Αν οι τάσεις που παρα­τη­ρού­νται τα τελευ­ταία χρόνια συνε­χι­στούν, η παιδική και εφηβική παχυ­σαρ­κία θα ξεπε­ρά­σει το πρό­βλημα της ανε­πάρ­κειας σωμα­τι­κού βάρους ως το 2022, προ­βλέ­πουν οι συντά­κτες αυτής της μελέτης, που δημο­σιεύει η βρε­τα­νική ιατρική επι­θε­ώ­ρηση The Lancet.

Το 2016, 124 εκα­τομ­μύ­ρια παιδιά και έφηβοι 5 ως 19 ετών θεω­ρού­νταν παχύ­σαρ­κοι, από μόλις 11 εκατ. το 1975, εκτι­μά­ται στη μελέτη, η οποία διε­ξή­χθη από το Imperial College του Λον­δί­νου και τον Παγκό­σμιο Οργα­νι­σμό Υγείας (ΠΟΥ).

Το φαι­νό­μενο αφορά όλες τις περιο­χές του κόσμου. Οι χώρες που πλήτ­το­νται περισ­σό­τερο είναι ορι­σμένα νησιά της Πολυ­νη­σίας (πάνω από το 30% του πλη­θυ­σμού του ηλι­κια­κού φάσμα­τος 5-19 ετών στα νησιά Κουκ είναι παχύ­σαρκο, για παρά­δειγμα), ενώ ο δείκτης ξεπερνά το 20% στις ΗΠΑ, στην Αίγυπτο ή ακόμη στη Σαου­δική Αραβία.

Μολο­νότι το φαι­νό­μενο μοιάζει να έχει φθάσει στην οροφή του εδώ και κάποια χρόνια στις πλού­σιες χώρες, συνε­χί­ζει να μεγε­θύ­νε­ται στις χώρες μεσαίου και χαμηλού επι­πέ­δου πλούτου.

Από την άλλη, ο αριθμός των παιδιών και των εφήβων με έλλειψη επαρ­κούς σωμα­τι­κού βάρους μειώ­θηκε ελαφρά από το 2000—με εξαι­ρέ­σεις τη νότια Ασία, τη νοτιο­α­να­το­λική και την κεντρική Αφρική.

Την περα­σμένη χρονιά, υπο­λο­γί­ζε­ται ότι 192 εκα­τομ­μύ­ρια παιδιά και έφηβοι αντι­με­τώ­πι­ζαν από μέτριο ως πολύ σοβαρό πρό­βλημα υπο­σι­τι­σμού, σύμφωνα με τους ερευ­νη­τές, οι οποίοι βασί­στη­καν σε δεδο­μένα για 31,5 εκατ. παιδιά και νέους σε 200 χώρες. Τα δύο τρίτα των παιδιών και των εφήβων με έλλειψη σωμα­τι­κού βάρους ζουν στη νοτιο­α­να­το­λική Ασία, ιδίως στην Ινδία.

Η έλλειψη επαρ­κούς σωμα­τι­κού βάρους αυξάνει τους κιν­δύ­νους μόλυν­σης από μετα­δο­τι­κές ασθέ­νειες.

«Είναι απα­ραί­τη­τες πολι­τι­κές για την ενί­σχυση της δια­τρο­φι­κής ασφά­λειας στις χώρες και στα νοι­κο­κυ­ριά με χαμηλά εισο­δή­ματα (…). Όμως, τα δεδο­μένα δεί­χνουν ότι η μετά­βαση από την έλλειψη επαρ­κούς σωμα­τι­κού βάρους στην παχυ­σαρ­κία μπορεί να συμβεί ταχύ­τατα», προει­δο­ποιεί ο Ματζίντ Εζάτι του Imperial College του Λον­δί­νου, ο οποίος συντό­νισε τη μελέτη.

Ο ειδικός επι­ση­μαί­νει κυρίως τον κίνδυνο μιας «κακής δια­τρο­φι­κής μετά­βα­σης, με την αύξηση της πρό­σλη­ψης τροφών με μεγάλη περιε­κτι­κό­τητα σε ενέρ­γεια αλλά χαμηλή θρε­πτική αξία».

«Πολύ λίγες πολι­τι­κές και προ­γράμ­ματα έχουν σκοπό να κατα­στούν δια­θέ­σι­μες στις φτωχές οικο­γέ­νειες υγιει­νές τροφές, όπως (δημη­τριακά, ψωμί κ.λπ.) ολικής άλεσης, φρέσκα φρούτα και λαχα­νικά», επι­σή­μανε ο ίδιος στο δελτίο Τύπου που δόθηκε στη δημο­σιό­τητα μαζί με τη μελέτη.

Αυτό συνε­πά­γε­ται κοι­νω­νι­κές ανι­σό­τη­τες όσον αφορά την αντι­με­τώ­πιση του προ­βλή­μα­τος της παχυ­σαρ­κίας και περιο­ρί­ζει τις δυνα­τό­τη­τες περιο­ρι­σμού του φαι­νο­μέ­νου, υπο­γράμ­μισε ο ίδιος ερευ­νη­τής.

Η παχυ­σαρ­κία επι­τεί­νει τον κίνδυνο χρόνιων παθή­σεων, όπως είναι ο δια­βή­της ή οι καρ­διαγ­γεια­κές ασθέ­νειες.

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.