Με την υπ’ αρίθμ. 228/2019 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε χθες, κρίθηκε τελεσιδίκως η αστική αξίωση, που έχουν έναντι της ομόρρυθμη εταιρείας που εκδίδει την ημερήσια εφημερίδα «Η ΡΟΔΙΑΚΗ» και των ετέρων της, τρείς ημεδαποί, για συκοφαντική δια του τύπου δυσφήμισή τους.
H αγωγή υποβλήθηκε από δύο κατοίκους της Ρόδου, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους κ. Ιωάννη Χριστοδούλου και μιας, κατοίκου της Καρπάθου, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της κ. Μηνά Τσέρκη, κατά των εναγομένων:
-Ροδούλας Λουλουδάκη, δημοσιογράφου στην εφημερίδα «Η ΡΟΔΙΑΚΗ».
-Της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Υιοί Σ. Τσοπανάκη- Η. Κωτιάδης Ο.Ε.» και διακριτικό τίτλο «Η ΡΟΔΙΑΚΗ».
-Σάββα Τσοπανάκη του Δημητρίου.
-Ήβης- Αλεξάνδρας χας Γεωργίου Τσοπανάκη .
-Μαρίας Τσοπανάκη του Γεωργίου.
-Ελισάβετ Τσοπανάκη του Γεωργίου.
-Αγαπητού Τσοπανάκη του Γεωργίου.
-Ηλία Κωτιάδη του Στυλιανού.
Στις 4 Μαΐου 2014 στο 20.680 φύλλο της εφημερίδας «Η Ροδιακή», ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας, ομόρρυθμοι εταίροι της οποίας είναι οι τρίτος έως και όγδοος εναγόμενοι, δημοσιεύτηκε άρθρο υπογραμμένο από την πρώτη εναγόμενη, δημοσιογράφο, ως συνέντευξη άγνωστου, μη κατονομαζόμενου κατοίκου της περιοχής, που χαρακτηρίζει το άνω κατάστημα ως «Τρούμπα της Ρόδου» περιγράφοντας γεγονότα ψευδή και συκοφαντικά για τους ενάγοντες και τη μητέρα τους.

Θεαματική αναδίπλωση της «ΡΟΔΙΑΚΗΣ» Η εφημερίδα «Η ΡΟΔΙΑΚΗ» εξαφάνισε το επίδικο δημοσίευμα από την ηλεκτρονική έκδοσή της ακόμη και από το αρχείο της έντυπης έκδοσής της στην ίδια ιστοσελίδα

Το δικαστήριο έκρινε μεταξύ άλλων τα εξής:
Οι γονείς των εναγόντων, καταγόμενοι από την Κάρπαθο, εγκαταστάθηκαν στη Ρόδο μετά τη λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, περί τα τέλη της δεκαετίας του 1940, λειτούργησαν παραδοσιακό καφενείο στην Παλιά Πόλη της Ρόδου, στην οδό Αριστοτέλους, με το διακριτικό τίτλο «Γιασεμί». Γιασεμί ήταν και το παρατσούκλι της μητέρας των εναγόντων. Στο ίδιο κατάστημα, στην πίσω πλευρά ο πατέρας των εναγόντων διατηρούσε εργαστήριο παρασκευής λουκουμιών.
Το κατάστημα λειτούργησε από αυτούς ως καφενείο – ζαχαροπλαστείο μέχρι το 1974, οπότε εκμισθώθηκε σε τρίτο ως κατάστημα πωλήσεως γουναρικών και κατόπιν δερμάτινων ειδών. Ήδη λειτουργεί ως καφετέρια από τα τέκνα του ενάγοντος.
Από την έναρξη μέχρι το πέρας της λειτουργίας του άνω καταστήματος ως καφενείο και εργαστήριο παρασκευής λουκουμιών (1974), ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε για άλλες δραστηριότητες. Ο ένας γιος της οικογένειας, είχε το πάθος της χαρτοπαιξίας.
Την Κυριακή στις 4 Μαΐου 2014 κυκλοφόρησε το με αριθμό 20.680 φύλλο της εφημερίδας «Η ΡΟΔΙΑΚΗ». Στις σελίδες 10 και 11 δημοσιεύθηκε άρθρο με τον τίτλο «Η Τρούμπα της Ρόδου!», με μεγάλου μεγέθους και έντονα μαύρα γράμματα και υπότιτλο «Η αληθινή ιστορία του κακόφημου και πασίγνωστου μαγαζιού της Παλιάς Πόλης», με μικρότερου μεγέθους και λιγότερα έντονα γράμματα.
Η πρώτη εναγομένη άρχιζε το άρθρο αναγράφοντας στην κορυφή της δέκατης σελίδας με γράμματα μικρότερου μεγέθους του τίτλου και υπότιτλου, εντός γκρίζου πλαισίου: «Για την αληθινή ιστορία που έψαχνα καιρό! Για το κακόφημο μαγαζί της Παλιά Πόλης, με τις γυναίκες και τους νταήδες δεν ήθελε να μιλήσει κανείς. Μόνο μια γκριμάτσα και ένα κούνημα του χεριού. Εμφανίστηκε λίγο μετά τον πόλεμο και πήγε καλά μιας και το περιβάλλον προσφερόταν, λόγω της συχνής διέλευσης των ναυτικών και των αφίξεων του 6ου στόλου. Τα κορίτσια δούλευαν πολλές ώρες και όσες δεν συμμορφώνονταν δέχονταν την οργή της πατρόνας και του γιου της οικογένειας του χαρτοπαίκτη. Ζωή στο βούρκο, με ζάρια και χαρτιά, και την καλή κοινωνία της Ρόδου να περνάει από κει και να ανακατεύεται με κάθε καρυδιάς καρύδι. Η πορνεία του μαγαζιού, η κόρη με τις γούνες η όμορφη, που ήταν χρόνια στο κουρμπέτι, κι ήταν αυτή που έβρισκε κι έβαζε στο λούκι τα κοριτσάκια, κυρίως απ’ τα χωριά! Σαν ασπρόμαυρη ταινία, με τα πρόσωπα χλωμά, κουρασμένα τα κορμιά στου λιμανιού το καλντερίμι, στην καρδιά της Παλιάς Πόλης! Με τις πνιχτές ανάσες και τις βρισιές, τα βαμμένα χείλη και τις πληρωμένες αγκαλιές».
Το δημοσίευμα εμφανιζόταν ως συνέντευξη ηλικιωμένου κατοίκου της Παλιάς Πόλης της Ρόδου, που δεν κατονομάζεται.
Τη δέκατη σελίδα συμπλήρωναν δυο ασπρόμαυρες φωτογραφίες από την ελληνική ταινία των αρχών της δεκαετίας του 1960 «Τα κόκκινα φανάρια», γνωστή για τη θεματολογία της σχετικά με κακόφημη συνοικία του Πειραιά. Περί το μέσο της ίδιας δέκατης σελίδας σε τετράστηλο και ένα μονόστηλο σε όλο το μήκος της επόμενης σελίδας (11ης) είναι τυπωμένη η συνέντευξη που φέρεται ότι έλαβε η πρώτη εναγομένη από ανώνυμο κάτοικο της περιοχής.


Στην απόφαση γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης συνέντευξης.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που αξιολόγησε το δημοσίευμα, αναφέρει μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Με τα άνω αναγραφόμενα στο δημοσίευμα στοιχεία ταυτοποιούνται τα μέλη της, η μητέρα, η μικρή κόρη και οι γιοι της οικογένειας. Όμως κατά τα λοιπά το δημοσίευμα δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Το κατάστημα “Γιασεμί”, μέχρι το έτος 1974, οπότε σ’ αυτό δραστηριοποιούνταν η οικογένεια των εναγόντων, λειτουργούσε ως καφενείο και εργαστήριο παρασκευής λουκουμιών και ουδέποτε λειτούργησε ως οίκος ανοχής, προάγοντας ανήλικα κορίτσια στην πορνεία, ούτε ως χαρτοπαικτική λέσχη.
Η θυγατέρα, που εμφανίζεται ότι εκπορνευόταν η ίδια και κυκλοφορούσε με γούνες και χρυσαφικά και παρέσυρε κορίτσια από τα χωριά της Ρόδου για να εκπορνεύονται στο άνω κατάστημα γεννήθηκε το έτος 1942 και παντρεύτηκε χωροφύλακα το έτος 1967, ώστε δεν ήταν δυνατό μετά τον πόλεμο, όντας ακόμη παιδί, να προβαίνει στις άνω δραστηριότητες.
Οι δε αδελφοί δεν ήταν νταήδες, και δεν είχαν ασχοληθεί με τη λειτουργία χαρτοπαικτικών λεσχών και τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών καθώς ο ενάγων γεννήθηκε το 1945, ο δε έτερος αδελφός το 1940, ώστε τη δεκαετία του 1950 δεν ήταν δυνατό να προβαίνουν σε τέτοιες δραστηριότητες.
Τέλος η μητέρα τους ουδέποτε λειτούργησε «οίκο ανοχής» που η ίδια έκανε κουμάντο ως πατρόνα…
Η ενάγουσα που κατά το επίδικο δημοσίευμα φέρεται ότι εκπορνευόταν και ότι παραπλανούσε και παρέσυρε τα ανήλικα κορίτσια, ήταν ηλικίας 11 ετών το 1953 και οι αδελφοί της που εμφανίζονται ως νταήδες, ότι ο πρώτος έβριζε και χειροδικούσε σε βάρος των κοριτσιών και αμφότεροι ήταν χαρτοπαίκτες και λειτουργούσαν στο ίδιο κατάστημα δύο χαρτοπαικτικές λέσχες, ήταν ηλικίας δεκατριών και πέντε ετών αντίστοιχα το 1953.
Η δε μητέρα τους δεν είχε σχέση με άλλη γυναίκα στην οποία αναφέρθηκαν δημοσιεύματα της εποχής εκείνης, ούτε ποτέ ασχολήθηκε με τέτοια δραστηριότητα.
Επομένως, όπως κρίθηκε από το Εφετείο, τα αναγραφόμενα στο δημοσίευμα σχετικά με την προαγωγή ανηλίκων θηλέων στο κατάστημα «Γιασεμί», τις δραστηριότητες της ενάγουσας και του ενάγοντος, καθώς και της μητέρας όλων των εναγόντων είναι ψευδή.
Είναι δε ικανά να προσβάλουν την τιμή και την υπόληψη των ίδιων εναγόντων και τη μνήμη της μητέρα τους, που έχει αποβιώσει το έτος 2000, διότι εμφανίζουν το κατάστημα «Γιασεμί», που λειτουργούσε η οικογένεια των εναγόντων ως καφενείο και εργαστήριο παρασκευής λουκουμιών, ήταν οίκος ανοχής «μπουρδέλο της Ρόδου», ότι δραστηριοποιούνταν στην προαγωγή στην πορνεία θηλέων και μάλιστα ανηλίκων, ως χαρτοπαικτική λέσχη και τόπος διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η μητέρα τους παρουσιάζεται ως πατρόνα, που διεύθυνε τον οίκο ανοχής, η ενάγουσα ως υπεύθυνη για την παραπλάνηση και παράσυρση των ανηλίκων θηλέων, καθώς και ως πόρνη πολυτελείας που έπαιρνε χρήματα από άλλους άνδρες, όντας παντρεμένη, ο δε ενάγων εμφανίζεται ως οργανωτής χαρτοπαικτικών λεσχών ομού με τον αδελφό του και ο τελευταίος ομού με τη μητέρα τους έβριζαν και χειροδικούσαν σε βάρος των κοριτσιών σε περίπτωση άρνησής τους να εκτελέσουν τις εντολές τους.
Τονίζεται στην ίδια απόφαση ότι οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι πριν τη σύνταξη του επίδικου άρθρου η πρώτη εναγόμενη διερεύνησε το θέμα με προσοχή. Τούτο, όπως αναφέρεται στην απόφαση, δεν επαληθεύεται, αλλά αντίθετα ενδεικτικό της προχειρότητας της τυχόν έρευνας που προηγήθηκε της σύνταξης του δημοσιεύματος.
Αναφορά γίνεται και στην ποινική εξέλιξη της ίδιας απόφασης καθώς με απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, το 2015, η πρώτη εναγομένη ως συντάκτρια του δημοσιεύματος και η τέταρτη εναγομένη ως εκδότρια της εφημερίδας καταδικάστηκαν για την τέλεση της αξιόποινης πράξης της δυσφήμησης δια του τύπου σε βάρος των εναγόντων και της αποβιώσασας μητέρας τους, σε ποινή φυλάκισης 23 μηνών εκάστη.
Δυνάμει απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δωδεκανήσου το 2017 η ποινή που τους επιβλήθηκε παραγράφεται και δεν εκτελείται υπό τους όρους της διάταξης του άρθρου ενάτου παρ. 1 του ν. 4411/2016.
Τα ανωτέρω γεγονότα που αναφέρονται στο δημοσίευμα, αναληθή και δυσφημιστικά για τους ενάγοντες, έγιναν γνωστά στον ευρύ κύκλο των αναγνωστών της εφημερίδας, που κυκλοφορεί και διαδικτυακά, αυτούς που ενδιαφέρονται για κοινωνικά γεγονότα των παλαιοτέρων εποχών της Ρόδου και τα αναγιγνώσκουν στις σχετικές σελίδες της εφημερίδας.
Η δεύτερη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία, ιδιοκτήτρια του εντύπου, λόγω της υπαιτιότητας της πρώτης εναγομένης συντάκτριας του δημοσιεύματος κρίθηκε ότι ευθύνεται αντικειμενικά έναντι των εναγόντων, οι δε λοιποί εναγόμενοι, τρίτος έως και έβδομος, ευθύνονται ως ομόρρυθμα μέλη της εταιρίας.
Το Εφετείο με την απόφαση του εξαφάνισε την υπ’ αρίθμ. 36/18 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου ως προς εκκαλούντες, κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Δέχεται εν μέρει αμφότερες τις αγωγές, ως προς τους δεύτερη έως και όγδοο εναγομένους.
Υποχρεώνει τους δεύτερη έως και όγδοο εναγομένους, καθένα σε ολόκληρο, να καταβάλουν το ποσό των 3.000 ευρώ στον ένα ενάγοντα, 1.500 ευρώ στην δεύτερη ενάγουσα και 4.500 ευρώ στην ενάγουσα από την Κάρπαθο.
Τους καταδικάζει εξάλλου και στα δικαστικά τους έξοδα.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ