ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Πέθανε ο σκηνοθέτης που έβαλε την ελληνική λογοτεχνία στην τηλεόραση

news room 3 λεπτά ανάγνωση
Κώστας Κουτσομύτης

Ο άνθρω­πος που έβαλε την ελλη­νική λογο­τε­χνία σε όλα τα σπίτια από την μικρή οθόνη και μας χάρισε μερικές από τις καλύ­τε­ρες τηλε­ο­πτι­κές στιγμές μας, ο Κώστας Κου­τσο­μύ­της πέθανε λίγο μετά τη μία της Πέμπτης, 10 Μαρτίου, από οξύ υπατικό σοκ, απόρ­ροια προ­βλη­μά­των υγείας που αντι­με­τώ­πιζε το τελευ­ταίο διά­στημα.

«Τερέζα Βάρμα Δακόστα», «Εκείνος κι εκείνος» (το ριμέικ του 1989), «Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά», «Καπνι­σμέ­νος ουρανός», «Ο Κατά­δι­κος», «Κίτρι­νος Φάκελος», «Πρόβα Νυφικού», «Μεγάλος Θυμός», «Η εκτέ­λεση», «Οι μάγισ­σες τα Σμύρνης», «Τα παιδιά της Νιόβης», «Ματω­μένα χώματα», «Ύστερα ήρθαν οι μέλισ­σες», «Οι τρείς χήρες», είναι μερικές μόνον από τις εξαι­ρε­τι­κές μετα­φο­ρές λογο­τε­χνι­κών έργων που με επι­τυ­χία είχε σκη­νο­θε­τή­σει στην τηλε­ό­ραση, ιδιω­τική (κυρίως Antenna και Mega) και κρατική.

Δυο χρόνια πρίν την έλευση της ιδιω­τι­κής τηλε­ό­ραση είχε σκη­νο­θε­τή­σει την ταινία «Ο κλοιός» με θέμα βασι­σμένο σε γεγο­νότα για την πρώτη αερο­πει­ρα­τία στον κόσμο: το 1948 έξι νεαροί έλληνες αρι­στε­ροί

αισθα­νό­με­νοι τον κλοιό της σύλ­λη­ψης και του θανάτου να σφίγγει γύρω τους, συλ­λαμ­βά­νουν ένα εξαι­ρε­τικά παρά­τολμο σχέδιο: κατε­βαί­νουν στην Αθήνα, παίρ­νουν το αερο­πλάνο για τη Θεσ­σα­λο­νίκη και ανα­γκά­ζουν τον πιλότο να τους οδη­γή­σει στη γει­το­νική Γιου­γκο­σλα­βία, όπου μαζί με άλλους συντρό­φους θα ζητή­σουν πολι­τικό άσυλο.

Στο Φεστι­βάλ Κινη­μα­το­γρά­φου της Θεσ­σα­λο­νί­κης ο «Κλοίος» τιμή­θηκε με τα βραβεία καλύ­τε­ρου σενα­ρίου και καλύ­τε­ρου ήχου, πήρε το Εθνικό βραβείο καλύ­τε­ρης σκη­νο­θε­σίας και το Ειδικό βραβείο ερμη­νείας για τους έξι νέους πρω­τα­γω­νι­στές .

Αυτό που μου έκανε πάντα εντύ­πωση στον Κου­τσο­μύτη ήταν το μει­λί­χιο ύφος του την ώρα της δου­λειάς ακόμα και σε στιγμές που οι συν­θή­κες θα προ­κα­λού­σαν έκρηξη σε κάποιον άλλον, στη θέση του.

Στις σκη­νο­θε­τι­κές οδηγίες του βρέ­θη­καν σχεδόν όλοι οι ηθο­ποιοί της παλιάς φρουράς και της νεώ­τε­ρης γενιάς. Το 1990 είχε προ­κα­λέ­σει αίσθηση το πρω­τα­γω­νι­στικό δίδυμο Γιώργου Κιμούλη- Καρυο­φυλ­λιάς Καρα­μπέτη στον «Κίτρινο Φάκελο» του Καρα­γά­τση σε σενάριο Βαγγέλη Γκούφα (μόνιμο συνερ­γάτη και στενό φίλο του σκη­νο­θέτη), το 1992 σύστησε το Γιώργο Νινιό- ως Λούη- στο «Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά» του Κώστα Μουρ­σελά και αργό­τερα (1997) στο «Η αγάπη άργησε μια μέρα» της Λιλής Ζωγρά­φου με το έμπειρο μάτι του πόνταρε στην Πέγκυ Τρι­κα­λιώτη σε ένα ρόλο που, με την ερμη­νεία της, εντυ­πω­σί­ασε. Στην τηλε­ο­πτική μετα­φορά του μυθι­στο­ρή­μα­τος «Ύστερα ήρθαν οι μέλισ­σες» του Γιάννη Ξαν­θούλη είχε στο καστ τη Μαρι­νέλλα και την Κάτια Δαν­δου­λάκη σε ρόλους που συνέ­θε­ταν το παρελ­θόν και το παρόν του ήρωα του, αλλά στο μυθι­στό­ρημα οι δύο ηρωίδες δεν συμπί­πτουν. Με τη σύμφωνη γνώμη του συγ­γρα­φέα, πρό­σθεσε μια σκηνή για τις ανάγκες της σειράς στην οποία οι δύο πρω­τα­γω­νί­στριες του βρέ­θη­καν μαζί στην ίδια λήψη για λίγα μόλις λεπτά σε ένα ατμο­σφαι­ρικό γύρισμα στις επι­βλη­τι­κές εγκα­τα­στά­σεις των λουτρών Καΐφα. Μια ευτυχή στιγμή για την ελλη­νική τηλε­ό­ραση.

Ο Κου­τσο­μύ­της, τον θυμάμαι να λέει ότι έψαχνε περισ­σό­τερο για έξυ­πνους ηθο­ποιούς και λιγό­τερο για αυτούς που «απο­κα­λού­νται ταλα­ντού­χοι». Και για εκείνον έξυπνος ηθο­ποιός ήταν αυτός που δεν εφη­σύ­χαζε σε αυτό που έκανε, αλλά πάντα αμφι­σβη­τούσε και διαρκώς ανα­ζη­τούσε.

Θεω­ρούσε τον ηθοποιό συν­δη­μιουργό και συνερ­γάτη και φίλο.

«Θέλω να έχω ερωτική σχέση με τους συνερ­γά­τες μου. Ο έρωτας είναι πολι­τι­σμός. Ένα λου­λούδι, ένα χαμό­γελο, ένα καλό φαγητό, μια καλή παρέα, η φιλία είναι έρωτας. Είναι όμορφο να είσαι με ανθρώ­πους που εκτιμάς, μιλάς, τσα­κώ­νε­σαι, προ­βλη­μα­τί­ζε­σαι» είχε πεί σε συνέ­ντευξη στο «Βήμα» και την συνά­δελφο Τίνα Πολίτη, πίσω στο 1998.

Είχε πάθος για τη δουλειά του και όταν τον είχα ρωτήσει σε μια από τις συνα­ντή­σεις μας στις αρχές του 2000, αν μετά από τόσες τηλε­ο­πτικά επι­τυ­χη­μέ­νες σειρές, θα έκανε μία- έστω- ταινία ξανά, μου απά­ντησε «μα κάνω κινη­μα­το­γράφο διαρ­κείας».

Πριν από περίπου 15 χρόνια άφησε το Παγκράτι και έμενε στη Ραφήνα. Το σπίτι του μέσα στα πεύκα, στη μέση ενός μεγάλου περι­βο­λιού, με τα αγα­πη­μένα λυκό­σκυλά του, ήταν ο παρά­δει­σός του.

Εκεί σχε­δί­αζε το επόμενο φιλό­δοξο τηλε­ο­πτικό όραμά του, την άγνωστη, προ­σω­πική, ζωή του Ελευ­θέ­ριου Βενι­ζέ­λου και με σκε­πτι­κι­σμό παρα­τη­ρούσε την τηλε­ό­ραση να επεν­δύει όλο και λιγό­τερο στην ποιό­τητα, όπως έλεγε.

Ως αργά το από­γευμα της Πέμπτης, δεν είχε προσ­διο­ρι­στεί ο χρόνος και ο τόπος της νεκρώ­σι­μης ακο­λου­θίας και ταφής

Τα ΝΕΑ

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.