ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Γαρυφαλλιά Λουλέλη: Οι αλλαγές δεν γίνονται από τους πολιτικούς, γίνονται από τους ανθρώπους

Μαίρη Φώτη 1 λεπτό ανάγνωση
Γαρυφαλλιά Λουλέλη

Ο Νίκος Κα­ζαν­τζά­κης στο έργο του, απο­δί­δει με πι­στό­τη­τα κοι­νω­νι­κά μο­ντέ­λα, τα οποία κυ­ριάρ­χη­σαν για δε­κα­ε­τί­ες στην ελ­λη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και άφη­σαν το στίγ­μα τους στην κοι­νω­νι­κή ιστο­ρία του τόπου. Στο μυ­θι­στό­ρη­μα «Βίος και Πο­λι­τεία του Αλέξη Ζορ­μπά», ανα­φέ­ρει ότι «Οι μισές δου­λειές, οι μισές κου­βέ­ντες, οι μισές αμαρ­τί­ες, οι μισές κα­λο­σύ­νες έφε­ραν τον κόσμο στα ση­με­ρι­νά χάλια».

Και μπο­ρεί ο κό­σμος να έχει τα χάλια του, αλλά υπάρ­χουν πάντα οι άν­θρω­ποι που μέσα από τις πρά­ξεις τους μάς υπεν­θυ­μί­ζουν ότι θα μπο­ρού­σε να είναι κα­λύ­τε­ρος αν ενερ­γο­ποι­η­θού­με κοι­νω­νι­κά κι αν στρέ­ψου­με το βλέμ­μα μας στους αδύ­να­μους.

Η κ. Γα­ρυ­φαλ­λιά Λου­λέ­λη είναι 77 ετών και έχει κάνει πράξη την αλ­λη­λεγ­γύη στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά της αθό­ρυ­βα και δια­κρι­τι­κά. «Πώς θα αλ­λά­ξει η κα­τά­στα­ση αν εμείς, η κοι­νω­νία, οι άν­θρω­ποι, δεν βά­λου­με ένα χέρι ο κα­θέ­νας με τον τρόπο που μπο­ρεί για να γίνει κα­λύ­τε­ρη;» ανα­ρω­τιέ­ται στη συ­νέ­ντευ­ξη της σή­με­ρα στη «δ».

Η ίδια με­γά­λω­σε με τη ρε­τσι­νιά του «πρό­σφυ­γα» πα­ρό­τι γεν­νή­θη­κε στην Ελ­λά­δα αλλά η οι­κο­γέ­νειά της ήρθε από τη Μικρά Ασία και αυτή η «κλη­ρο­νο­μιά» ση­μά­δε­ψε, όχι μόνο τα παι­δι­κά της χρό­νια, αλλά και την ενή­λι­κη ζωή της. Ανα­γκά­στη­κε να με­τα­να­στεύ­σει στην Αυ­στρα­λία αλλά η νο­σταλ­γία για την πα­τρί­δα ήταν εκεί­νη που οδή­γη­σε την ίδια και την οι­κο­γέ­νειά της πίσω στην Πάτρα και από εκεί στη Ρόδο, σε ένα νησί «που είχε δει μόνο στον χάρτη», όπως λέει.

«Οι αλ­λα­γές» λέει η κ. Λου­λέ­λη, «δεν γί­νο­νται από τους πο­λι­τι­κούς, γί­νο­νται από τους αν­θρώ­πους. Μας λεί­πει η διά­θε­ση να ενερ­γο­ποι­η­θού­με και η εν­συ­ναί­σθη­ση. Αυτά είναι που θα αλ­λά­ξουν ένα έτος και όχι το έτος εμάς…».

• Να ξε­κι­νή­σου­με τη συ­νέ­ντευ­ξη κ. Λου­λέ­λη, ρω­τώ­ντας πώς βρε­θή­κα­τε στη Ρόδο.

Είναι με­γά­λη ιστο­ρία! Οι κα­τα­βο­λές μου είναι μι­κρα­σιά­τι­κες, η μαμά μου ήρθε στην Ελ­λά­δα από την Μικρά Ασία, όταν ήταν τριών ετών. Ηταν από το Αϊ­βα­λί. Και ο πα­τέ­ρας μου είναι Μι­κρα­σιά­της, από την Πέρ­γα­μο. Είναι γνω­στές οι συν­θή­κες κάτω από τις οποί­ες έφτα­σαν στην πα­τρί­δα οι Ελ­λη­νες, στην κα­τα­στρο­φή της Σμύρ­νης. Εμείς, εγώ και τα αδέλ­φια μου, γεν­νη­θή­κα­με στην Πάτρα. Εγώ γεν­νή­θη­κα και με­γά­λω­σα εκεί και όταν πα­ντρεύ­τη­κα πήγα στην Αυ­στρα­λία όπου γέν­νη­σα τα τρία παι­διά μου, δύο αγό­ρια και μια κόρη. Εκεί μεί­να­με πε­ρί­που έξι χρό­νια, επι­στρέ­ψα­με στην Πάτρα κυ­ρί­ως λόγω της νο­σταλ­γί­ας για την Ελ­λά­δα. Τα επαγ­γελ­μα­τι­κά μας δεν πήγαν και τόσο καλά επι­στρέ­φο­ντας. Ο σύ­ζυ­γός μου -φω­το­γρά­φος στο επάγ­γελ­μα- είχε έναν εξά­δελ­φο, διω­κό­με­νο από τη δι­κτα­το­ρία, ο οποί­ος κρυ­βό­ταν στη Ρόδο και μας έκανε την πρό­τα­ση να έρ­θου­με εδώ. Οι επι­λο­γές ήταν δύο, ή να επι­στρέ­ψου­με στην Αυ­στρα­λία ή να βρε­θεί τρό­πος να μεί­νου­με στην Ελ­λά­δα. Στην Αυ­στρα­λία έμενε ο αδελ­φός μου ο οποί­ος ήξερε για την οι­κο­νο­μι­κή μας κα­τά­στα­ση, μας έστει­λε 1.000 δο­λά­ρια, πε­ρί­που 30.000 δρχ για να μας στη­ρί­ξει να με­τα­κο­μί­σου­με είτε εκεί είτε σε κά­ποιο άλλο μέρος της Ελ­λά­δας. Ηταν πολλά τα χρή­μα­τα για την εποχή εκεί­νη, πή­ρα­με λοι­πόν την από­φα­ση να έρ­θου­με εδώ, σε ένα νησί που μόνο στο χάρτη είχα δει, πριν από πε­ρί­που 50 χρό­νια.

• Αρα η δια­δρο­μή ζωής είναι Πάτρα, Αυ­στρα­λία, Πάτρα, Ρόδο.

Πριν πα­ντρευ­τώ είχα επι­σκε­φθεί την Ιτα­λία, όπου έμενε μια αδελ­φή μου με τον Ιταλό σύ­ζυ­γό της. Γρά­φτη­κα σε μια σχολή εκεί, έμαθα τη γλώσ­σα -πράγ­μα που δεν κα­τά­φε­ρα στην Αυ­στρα­λία με τα αγ­γλι­κά. Ήμουν ευ­προ­σάρ­μο­στη.

• Η μη­τέ­ρα σας ήρθε παιδί από την Μικρά Ασία ωστό­σο μέσα στην οι­κο­γέ­νεια φα­ντά­ζο­μαι θα ακού­γα­τε ιστο­ρί­ες για την πε­ρί­ο­δο της ακμής αλλά και για τον διωγ­μό.

Βε­βαί­ως, από τις αδελ­φές της μη­τέ­ρας μου που ήταν με­γα­λύ­τε­ρες σε ηλι­κία αλλά και από τη για­γιά μου. Όμως όταν με­γά­λω­σα διά­βα­σα και εγώ η ίδια πάρα πολλά βι­βλία. Όταν αυτοί οι άν­θρω­ποι ήρθαν στην Ελ­λά­δα, βρή­καν έχθρα με­γά­λη. Τους αντι­με­τώ­πι­σαν με τον χει­ρό­τε­ρο τρόπο. Και ήταν Ελ­λη­νες… Δεν ήταν άλλης κα­τα­γω­γής όπως οι με­τα­νά­στες που έρ­χο­νται σή­με­ρα στην Ελ­λά­δα, οι οποί­οι βιώ­νουν ρα­τσι­σμό. Οι Μι­κρα­σιά­τες ήταν λοι­πόν Έλ­λη­νες που επέ­στρε­ψαν στην πα­τρί­δα αλλά τους πο­λέ­μη­σαν πολ­λοί και πολύ. Ηταν διω­κό­με­νοι στην πα­τρί­δα τους. Στην Μικρά Ασία ήταν Ελ­λη­νες και στην Ελ­λά­δα Τούρ­κοι. Τουρ­κό­σπο­ρους τούς απο­κα­λού­σαν. Τις γυ­ναί­κες τις απο­κα­λού­σαν οι ντό­πιες υπο­τι­μη­τι­κά «πα­στρι­κιές», ότι επει­δή ήταν πολύ κα­θα­ρές πή­γαι­ναν κι έκα­ναν άλλα πράγ­μα­τα, αλλά αυτό δεν ίσχυε. Οι Μι­κρα­σιά­τισ­σες ήταν αρ­χο­ντο­γυ­ναί­κες, ήταν όμορ­φες, καλ­λιερ­γη­μέ­νες. Μά­θαι­ναν ξένες γλώσ­σες, πιάνο… Την Σμύρ­νη την απο­κα­λού­σαν «Μικρό Πα­ρί­σι». Αυτές οι γυ­ναί­κες, ήρθαν στην Ελ­λά­δα όπου λοι­δο­ρή­θη­καν ανε­λέ­η­τα, έγι­ναν πα­ρα­δου­λεύ­τρες στις Ελ­λη­νί­δες. Η «νενέ» μου, όπως απο­κα­λού­σα τη για­γιά μου της οποί­ας φέρω και το όνομα, είχε υπη­ρέ­τριες στο σπίτι της, κι όταν ήρθε εδώ για να ζήσει την οι­κο­γέ­νειά της -επει­δή ήταν και χήρα- έγινε πα­ρα­δου­λεύ­τρα, πή­γαι­νε σε σπί­τια και κα­θά­ρι­ζε. Είχε ένα μικρό κα­τσα­ρο­λά­κι όπου μέσα τής έβα­ζαν φα­σό­λια για πλη­ρω­μή και πή­γαι­νε στο σπίτι να τα­ΐ­σει τα παι­διά της. Μετά βρήκε δου­λειά στο ορ­φα­νο­τρο­φείο. Η «νενέ» μου ήταν πολύ πι­κρα­μέ­νη γυ­ναί­κα. Φεύ­γο­ντας, πήρε μαζί της τα πέντε κο­ρί­τσια, κι έμει­νε πίσω ο γιος της, ένα πα­λι­κά­ρι 18 χρο­νών ζω­ντα­νό κι ένας αδελ­φός της. Δεν τους ξα­να­εί­δε ποτέ. Σε εκεί­νον τον κακό χαμό του διωγ­μού, είχε χαθεί μέσα σε αυτή την τα­ρα­χή και την πο­λυ­κο­σμία η μάνα μου, που ήταν τότε τριών χρο­νών.

Εψα­χναν λοι­πόν να βρουν το μωρό και λέει της για­γιάς μου «μαμά μην στε­νο­χω­ριέ­σαι, πάω να βρω το μωρό» κι έφυγε με το άλογο. Ηταν η τε­λευ­ταία φορά που τον είδε. Η μη­τέ­ρα μου βρέ­θη­κε τε­λι­κά από άλ­λους, αλλά ο θείος μου δεν ξα­να­γύ­ρι­σε, δεν έμαθε ποτέ τι απέ­γι­νε κι αυτός ήταν ο με­γά­λος της καη­μός. Πότε θα ξα­να­γυ­ρί­σει στην πα­τρί­δα και πότε θα ξα­να­δεί τον γιο της. Γε­νί­τσα­ρο τον έκα­ναν ή τον σκό­τω­σαν, δεν έμαθε ποτέ κα­νείς. Εψα­ξαν τότε και μέσω του Ερυ­θρού Σταυ­ρού αλλά χωρίς απο­τέ­λε­σμα.

• Βα­σα­νι­σμέ­νοι άν­θρω­ποι.

Ναι, πολύ… Κου­βα­λού­σαν πολ­λές πλη­γές, τα­λαι­πω­ρή­θη­καν και στην Σμύρ­νη και στην πα­τρί­δα τους. Στη Μικρά Ασία άκ­μα­σε ο αρ­χαί­ος ελ­λη­νι­κός πο­λι­τι­σμός από τους Ίωνες, όπως στη Μί­λη­το, στην Έφεσο της Ιω­νί­ας. Οι άν­θρω­ποι αυτοί ερ­χό­με­νοι στην Ελ­λά­δα, έφε­ραν τα γράμ­μα­τα, τις τέ­χνες, τον πο­λι­τι­σμό…

Στους δρό­μους ζού­σαν τις πρώ­τες μέρες, μετά το κρά­τος τούς έστη­σε σκη­νές και μετά οι άν­θρω­ποι αυτοί έστη­ναν σπί­τια με πισ­σό­χαρ­τα, με ξύλα…

Αρ­γό­τε­ρα μετά από χρό­νια, η Πρό­νοια, τούς έφτια­ξε σπί­τια. Βέ­βαια, σή­με­ρα έχου­με την ωρι­μό­τη­τα να συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με ότι η Ελ­λά­δα ήταν μια φτωχή χώρα και οι ντό­πιοι φο­βή­θη­καν ότι θα τους πά­ρου­με τις δου­λειές, όπως συμ­βαί­νει και σή­με­ρα με τους πρό­σφυ­γες και τους με­τα­νά­στες…

• Το «στίγ­μα» του πρό­σφυ­γα, πότε έφυγε από αυτή τη γενιά;

Δεν έφυγε. Εμένα ήταν η για­γιά μου με τη μη­τέ­ρα μου που ήρθαν από την Σμύρ­νη, εγώ γεν­νή­θη­κα και με­γά­λω­σα στην Πάτρα. Κι όμως με ακο­λου­θού­σε το στίγ­μα του πρό­σφυ­γα. Οι γο­νείς του συ­ζύ­γου μου δεν με απο­δέ­χθη­καν ποτέ, ντρέ­πο­νταν για ‘μένα, επει­δή ήμουν πρό­σφυ­γας και αυτό έγινε 40 χρό­νια μετά την άφιξη της για­γιάς μου από την Σμύρ­νη! Εί­χα­με κό­μπλεξ να πούμε ότι ζού­σα­με στα «προ­σφυ­γι­κά» σπί­τια, πα­ρό­τι είχαν πε­ρά­σει τόσα χρό­νια και πα­ρό­τι ήμα­σταν Ελ­λη­νες!

• Είναι αυτές οι κα­τα­βο­λές και η «κλη­ρο­νο­μιά» που σας έχουν εμ­φυ­σή­σει την αλ­λη­λεγ­γύη, την οποία κά­νε­τε πράξη στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά σας;

Ναι, βε­βαί­ως. Εμείς, με­γα­λώ­σα­με μέσα στη φτώ­χεια, μέσα στην έχθρα ως παι­διά προ­σφύ­γων. Και μόλις αυτοί οι άν­θρω­ποι μετά από κά­ποια χρό­νια πήγαν να στα­θούν στα πόδια τους, ήρθε ο πό­λε­μος του ’40. Δεν ανά­σα­ναν οι άν­θρω­ποι αυτοί. Εμείς ως παι­διά, με­γα­λώ­σα­με μέσα στη φτώ­χεια.

Η μαμά μου, με­γά­λω­σε μέσα σε ορ­φα­νο­τρο­φείο επει­δή η μαμά της ερ­χό­με­νη εδώ έτυχε να βρει εκεί δου­λειά ως μα­γεί­ρισ­σα. Κι επει­δή η μη­τέ­ρα μου ήταν μικρή τής επέ­τρε­ψαν να την πάρει μαζί της, μέχρι που έγινε 17 χρο­νών. Εβγα­λε το σχο­λείο και στα 17 της πα­ντρεύ­τη­κε τον πα­τέ­ρα μου. Υστε­ρα ήρ­θα­με εμείς… Εγώ, που έχω ζήσει την φτώ­χεια, δεν κα­κί­ζω τον πει­να­σμέ­νο που ψά­χνει τρόπο να τα­ΐ­σει την οι­κο­γέ­νειά του. Η ιστο­ρία επα­να­λαμ­βά­νε­ται και όχι μόνο στην Ελ­λά­δα. Να θυ­μη­θού­με τον Γιάν­νη Αγιάν­νη, ο οποί­ος κλέ­βει ένα καρ­βέ­λι ψωμί για να φάει και πλή­ρω­σε το αδί­κη­μά του με φυ­λά­κι­ση κι αυτό του κό­στι­σε την έντα­ξή του στην κοι­νω­νία; Να θυ­μη­θού­με τους πο­λέ­μους; Ολοι αγα­πά­νε την πα­τρί­δα τους και θέ­λουν να μεί­νουν εκεί, δεν αγα­πά­με μόνο εμείς τη δική μας. Όμως οι πο­λι­τι­κές του κό­σμου, ει­δι­κά της Δύσης, ανοί­γουν πο­λέ­μους για τα δικά τους συμ­φέ­ρο­ντα ανα­γκά­ζο­ντας τους λαούς να με­τα­να­στεύ­ουν και τα απο­τε­λέ­σμα­τα τα βλέ­που­με μέχρι και σή­με­ρα. Οι άν­θρω­ποι πνί­γο­νται στο Αι­γαίο, όχι από επι­λο­γή αλλά από ανά­γκη…

• Γνω­ρί­ζω ότι στη­ρί­ζε­τε αν­θρώ­πους που έχουν ανά­γκη.

Στη­ρί­ζω τους αδύ­να­μους αν­θρώ­πους, είτε είναι πρό­σφυ­γας, είτε με­τα­νά­στης, είτε ντό­πιος. Ο κάθε άν­θρω­πος έχει τη δική του ιστο­ρία. Υπάρ­χει αδι­κία στην κοι­νω­νία μας, στον κόσμο γε­νι­κά. Βε­βαί­ως υπάρ­χουν και πε­ρι­πτώ­σεις που οι ευ­θύ­νες βα­ραί­νουν τους ίδιους για την κα­τά­στα­ση στην οποία βρί­σκο­νται, αλλά όχι όλους. Και εκεί­νους που δεν ευ­θύ­νο­νται και υφί­στα­νται αδι­κία, πρέ­πει να τους βοη­θού­με. Όταν εντο­πί­σω άν­θρω­πο που χρειά­ζε­ται βο­ή­θεια δεν αδια­φο­ρώ.

• Στη­ρί­ζε­τε και τα αδέ­σπο­τα ζω­ά­κια.

Ναι… Η ζωή μου είναι μο­να­χι­κή αλλά δεν αι­σθά­νο­μαι μο­να­ξιά, έχω κοντά μου τα παι­διά μου τα οποία βε­βαί­ως έχουν τις δικές τους οι­κο­γέ­νειες και υπο­χρε­ώ­σεις αλλά μόνη δεν είμαι. Είμαι μια με­γά­λη γυ­ναί­κα, έχω τέσ­σε­ρα ζω­ά­κια στο σπίτι. Το πρωί που θα ση­κω­θώ, θα ετοι­μά­σω φα­γη­τό και για τα αδέ­σπο­τα της γει­το­νιάς μου και πα­ράλ­λη­λα στρέ­φω το βλέμ­μα μου, όπου εντο­πί­σω άν­θρω­πο που ίσως χρειά­ζε­ται βο­ή­θεια τον προ­σεγ­γί­ζω.

• Και όχι μόνο, ξέρω ότι προ­σφέ­ρε­τε φα­γη­τό και στους αν­θρώ­πους που μέ­νουν στα δω­μά­τια που ενοι­κιά­ζε­τε.

Οι άν­θρω­ποι αυτοί, συ­νή­θως δεν έχουν οι­κο­γέ­νεια. Ερ­χο­νται από άλλες χώρες και προ­σπα­θούν να στα­θούν στα πόδια τους. Ένα πιάτο φα­γη­τό θα το προ­σφέ­ρω, έχω αυτή την συ­νή­θεια, αυτή τη διά­θε­ση. Και χαί­ρο­μαι γιατί ακόμα κι αν έχουν φύγει, κά­ποιες κο­πέ­λες έρ­χο­νται και με επι­σκέ­πτο­νται.

• Εσείς ζή­σα­τε και την προ­σφυ­γιά και την με­τα­νά­στευ­ση.

Ναι, αλλά από την με­τα­νά­στευ­ση δεν έχω καμία πίκρα, στην Αυ­στρα­λία δεν με αντι­με­τώ­πι­σαν ως ξένο μέλος. Ως ξένο μέλος με αντι­με­τώ­πι­σαν στην Ελ­λά­δα όμως, πα­ρό­τι εγώ γεν­νή­θη­κα και με­γά­λω­σα εδώ.

• Με την εμπει­ρία που έχετε σή­με­ρα, ποια πε­ρί­ο­δος θα λέ­γα­τε ότι είναι δυ­σκο­λό­τε­ρη;

Κοι­τάξ­τε, αν τα συ­γκρί­νου­με, οι με­γά­λοι άν­θρω­ποι την εποχή εκεί­νη υπέ­φε­ραν αλλά δεν το κα­τα­λά­βαι­ναν διότι δεν έβλε­παν τον πλού­σιο δίπλα τους για να κά­νουν σύ­γκρι­ση. Τα παι­διά με­γά­λω­σαν μέσα στη στέ­ρη­ση, τα πα­πού­τσια μας είχαν τρύ­πες, μέχρι να πάμε στο σχο­λείο γέ­μι­ζαν νερά. Τα φο­ρε­μα­τά­κια μας λεπτά, με­λά­νια­ζαν τα πόδια μας από το κρύο, δεν έφτα­ναν τα σο­σο­νά­κια να μας ζε­στά­νουν. Γυρ­νού­σα­με στο σπίτι μας για να φάμε ντο­μα­τό­σου­πα, πα­τά­τες για­χνί, τέ­τοια φα­γη­τά. Δεν εί­χα­με ρούχα να σκε­πα­στού­με το βράδυ. Οι άν­θρω­ποι τότε όμως δεν είχαν ΔΕΗ, δεν είχαν τη­λέ­φω­να, δεν είχαν ΕΝΦΙΑ… Παρά τη φτώ­χεια τους γέ­λα­γαν με την ψυχή τους, τρα­γου­δού­σαν, μέσα στα δω­μα­τιά­κια που ζού­σαν έκα­ναν πάρτι, κι εμείς τα μικρά χαι­ρό­μα­σταν. Ζού­σαν χαρές μέσα στα σπί­τια τους που σή­με­ρα δεν υπάρ­χουν…

Σή­με­ρα, η γενιά η δική σας και των παι­διών σας, τα έχετε όλα σε ό,τι αφορά τα υλικά αγαθά. Όμως τα νέα παι­διά δεν τα θεωρώ προ­νο­μιού­χα γιατί δεν έπαι­ξαν στις αλά­νες, δεν έτρε­ξαν στους δρό­μους, είναι κλει­σμέ­να μέσα στα σπί­τια. Δεν με­γα­λώ­νουν χα­ρού­με­να τα παι­διά, για να μη μι­λή­σου­με για τους κιν­δύ­νους που πα­ρα­μο­νεύ­ουν. Είναι σκλη­ρός ο κό­σμος σή­με­ρα. Αυτό που σώζει σή­με­ρα τις οι­κο­γέ­νειες στην Ελ­λά­δα, είναι η ενό­τη­τα και η αγάπη. Εγώ έχω αφή­σει ευχή και κα­τά­ρα στα παι­διά μου, να μην τσα­κω­θούν ποτέ.

• Τι θα έκανε κα­λύ­τε­ρο το 2022;

Τα έτη τα αλ­λά­ζου­με εμείς για τυ­πι­κούς λό­γους, η ζωή συ­νε­χί­ζε­ται. Τι δια­φο­ρο­ποιεί την Πα­ρα­σκευή 31 Δε­κεμ­βρί­ου, από το Σάβ­βα­το 1 Ια­νουα­ρί­ου; Πώς θα αλ­λά­ξει η κα­τά­στα­ση αν εμείς, η κοι­νω­νία, οι άν­θρω­ποι, δεν βά­λου­με ένα χέρι ο κα­θέ­νας με τον τρόπο που μπο­ρεί για να γίνει κα­λύ­τε­ρη; Οι αλ­λα­γές δεν γί­νο­νται από τους πο­λι­τι­κούς, γί­νο­νται από τους αν­θρώ­πους. Το διά­βα­σμα είναι με­γά­λη υπό­θε­ση, αρκεί να έχεις διά­θε­ση να μά­θεις και να ενερ­γο­ποι­η­θείς. Μας λεί­πει η διά­θε­ση να ενερ­γο­ποι­η­θού­με και η εν­συ­ναί­σθη­ση. Αυτά είναι που θα αλ­λά­ξουν ένα έτος και όχι το έτος εμάς.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.