Για τα καυτά θέματα της επικαιρότητας με πρώτο την ακρίβεια και την στεγαστική κρίση, μιλάει στη “δημοκρατική” ο κ. Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, πρόεδρος του Ε.Ε.Α, επίτιμος διδάκτωρ ΠΑ.ΠΕΙ. και Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Επίσης μιλάει για την πρόταση του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών για αλλαγή του νομικού πλαισίου, ώστε τα Επιμελητήρια να μπορούν να δημιουργούν σχολές και δομές εκπαίδευσης, προσαρμοσμένες στις ανάγκες της αγοράς αλλά και την πρόθεσή του να ασχοληθεί με την Τοπική Αυτοιδοίκηση, με ορίζοντα τη διεκδίκηση της Περιφέρειας Αττικής.
• Η ακρίβεια παραμένει κυρίαρχο ζήτημα για τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών, ενώ πλήττει και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε όλους τους κλάδους. Τελικά, φτάσαμε στο 2026 και δεν είδαμε καμία βελτίωση στην καθημερινότητά μας.
Η ακρίβεια παραμένει, δυστυχώς, το νούμερο ένα πρόβλημα για τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, και αυτό είναι κάτι που το λέμε εδώ και χρόνια χωρίς να έχουμε εισακουστεί όσο θα έπρεπε. Φτάσαμε στο 2026 και, παρά τις επιμέρους παρεμβάσεις, η καθημερινότητα δεν έχει βελτιωθεί ουσιαστικά. Το κόστος ζωής παραμένει υψηλό, τα εισοδήματα δεν ακολουθούν τον ίδιο ρυθμό αύξησης και οι επιχειρήσεις ασφυκτιούν ανάμεσα σε αυξημένα λειτουργικά έξοδα και μειωμένη αγοραστική δύναμη των πελατών τους.
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η ακρίβεια δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Είναι οι λογαριασμοί ενέργειας, τα ενοίκια επαγγελματικών χώρων, το αυξημένο κόστος πρώτων υλών και μεταφορών, αλλά και η δυσκολία να κρατήσουν προσωπικό με αξιοπρεπείς αμοιβές. Όταν ο καταναλωτής περιορίζει τις δαπάνες του στα απολύτως απαραίτητα, η αγορά «στεγνώνει» και αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο ύφεσης σε επίπεδο γειτονιάς και τοπικής οικονομίας.
Από την πλευρά μας, ως Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, έχουμε επανειλημμένα προτείνει στοχευμένα μέτρα: μείωση των έμμεσων φόρων τουλάχιστον για τα βασικά αγαθά, έλεγχο της αισχροκέρδειας και της λειτουργίας καρτέλ σε όλη την αλυσίδα της αγοράς και όχι μόνο στο τελικό ράφι, καθώς και μόνιμες παρεμβάσεις στο ενεργειακό κόστος.
Όπως έχουμε διαπιστώσει στην πράξη η ακρίβεια δεν καταπολεμάται με διάφορα «καλάθια» ή παρόμοια μέτρα που έχουν εφαρμοστεί έως σήμερα. Είναι ένα σοβαρότατο κοινωνικό και αναπτυξιακό ζήτημα. Αν δεν αντιμετωπιστεί στη ρίζα της η ακρίβεια, δεν μπορούμε να μιλάμε σοβαρά για βιώσιμη ανάπτυξη. Χρειαζόμαστε μια συνολική στρατηγική που να στηρίζει την παραγωγή, να ενισχύει τον υγιή ανταγωνισμό και να αφήνει περισσότερο διαθέσιμο εισόδημα σε πολίτες και επιχειρήσεις. Διαφορετικά, θα συνεχίσουμε να μετράμε «λουκέτα» επιχειρήσεων.
• Το ζήτημα της στέγασης εμφανίζεται πολύ ψηλά στα προβλήματα των Ελλήνων. Τι θα μπορούσε να γίνει -με δεδομένη και την αύξηση των ενοικίων που απορροφούν σημαντικό μέρος του εισοδήματος των πολιτών;
Είναι σίγουρα ένα ζήτημα που έχει εξελιχθεί σε ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά προβλήματα της χώρας. Σήμερα, ένα πολύ μεγάλο μέρος του εισοδήματος των νοικοκυριών κατευθύνεται στο ενοίκιο, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για αξιοπρεπή διαβίωση. Αυτό δεν αφορά μόνο στους νέους ή στις ευάλωτες ομάδες. Αφορά στη μεσαία τάξη, στους εργαζόμενους, αλλά και στους επαγγελματίες που προσπαθούν να σταθούν όρθιοι. Γιατί και τα ενοίκια των επαγγελματικών χώρων έχουν ανέβει σε υψηλά επίπεδα.
Η συνεχής αύξηση των ενοικίων δεν είναι τυχαία. Οφείλεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων: περιορισμένη προσφορά κατοικιών, επενδυτική πίεση σε ακίνητα, τουριστική εκμετάλλευση και έλλειψη μακροπρόθεσμης στεγαστικής πολιτικής. Δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τη στέγαση αποκλειστικά ως επενδυτικό προϊόν. Είναι κοινωνικό αγαθό και βασική προϋπόθεση συνοχής.
Τι μπορεί να γίνει; Καταρχάς, χρειάζεται σοβαρή ενίσχυση της προσφοράς προσιτής κατοικίας. Αυτό σημαίνει αξιοποίηση ανενεργών δημόσιων και ιδιωτικών ακινήτων, κίνητρα για ανακαινίσεις με αντάλλαγμα ελεγχόμενα ενοίκια και στήριξη της μακροχρόνιας μίσθωσης, ειδικά στους επαγγελματικούς χώρους. Παράλληλα, απαιτείται ένα σταθερό φορολογικό πλαίσιο που να ενθαρρύνει τον ιδιοκτήτη να κρατήσει λογικές τιμές, χωρίς να τιμωρείται.
Επίσης, είναι απαραίτητο να υπάρξουν στεγαστικά προγράμματα που να απευθύνονται πραγματικά σε όσους τα έχουν ανάγκη, με ρεαλιστικά κριτήρια και όχι μόνο επικοινωνιακά.
Η στέγαση συνδέεται άμεσα και με την επιχειρηματικότητα: όταν ο εργαζόμενος δεν μπορεί να ζήσει κοντά στον χώρο εργασίας του, η αγορά εργασίας απορρυθμίζεται.
Αν δεν ληφθούν άμεσα και τολμηρά μέτρα, το πρόβλημα θα επιδεινωθεί. Και τότε οι συνέπειες δεν θα είναι μόνο οικονομικές, αλλά βαθιά κοινωνικές.

• Αναφερθήκατε στην πρόταση του ΕΕΑ για αλλαγή του νομικού πλαισίου, ώστε τα Επιμελητήρια να μπορούν να δημιουργούν σχολές και δομές εκπαίδευσης, προσαρμοσμένες στις ανάγκες της αγοράς. Μιλήστε μας για αυτό. Πώς μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη;
Η πρόταση του Επαγγελματικού επιμελητηρίου Αθηνών για αλλαγή του νομικού πλαισίου, ώστε τα επιμελητήρια να μπορούν να δημιουργούν σχολές και δομές εκπαίδευσης, προσαρμοσμένες στις ανάγκες της αγοράς, δεν είναι θεωρητική. Είναι μια απολύτως πρακτική απάντηση σε ένα υπαρκτό πρόβλημα: το τεράστιο χάσμα μεταξύ εκπαίδευσης και πραγματικών αναγκών της οικονομίας.
Σήμερα, χιλιάδες επιχειρήσεις αναζητούν προσωπικό με συγκεκριμένες δεξιότητες και δεν το βρίσκουν, ενώ ταυτόχρονα πολλοί νέοι άνθρωποι παραμένουν άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι. Αυτό δείχνει ότι κάτι δεν λειτουργεί σωστά. Τα Επιμελητήρια, που βρίσκονται σε καθημερινή επαφή με την αγορά, γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα ποιες ειδικότητες χρειάζονται, ποιες δεξιότητες είναι απαραίτητες και πώς αλλάζουν οι απαιτήσεις σε κάθε κλάδο.
Η πρότασή μας είναι να δοθεί θεσμικά η δυνατότητα στα Επιμελητήρια να ιδρύουν και να λειτουργούν δομές επαγγελματικής κατάρτισης και δια βίου μάθησης, σε συνεργασία με επιχειρήσεις, εκπαιδευτικούς φορείς και την Πολιτεία. Σχολές ευέλικτες, με σύγχρονα προγράμματα, πρακτικό προσανατολισμό και πιστοποιημένες γνώσεις. Όχι άλλες θεωρητικές σπουδές αποκομμένες από την πραγματικότητα της αγοράς.
Στην πράξη, αυτό μπορεί να εφαρμοστεί με πιλοτικά προγράμματα σε κλάδους με άμεσες ανάγκες, αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων και ενεργή συμμετοχή των ίδιων των επιχειρήσεων. Τα Επιμελητήρια δεν έρχονται να υποκαταστήσουν το εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά να το συμπληρώσουν.
Είναι μια επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό της χώρας. Και χωρίς επένδυση στους ανθρώπους, καμία οικονομία δεν μπορεί να προχωρήσει μπροστά.
• Πρόσφατα δηλώσατε ότι είναι στις προθέσεις σας να είστε υποψήφιος για την Περιφέρεια Αττικής. Σας ενδιαφέρει ο δεύτερος βαθμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε μια κρίσιμη -οικονομικά και αναπτυξιακά- συγκυρία για τη χώρα;
Γνωρίζω πολύ καλά την Τοπική Αυτοδιοίκηση καθώς πριν ασχοληθώ με τα επιμελητηριακά είχα μακρά θητεία στον Δήμο Αγίας Βαρβάρας ενώ υπήρξα και ο νεότερος πρόεδρος δημοτικού συμβουλίου. Αυτή η ενασχόλησή μου μου προσέφερε σημαντική εμπειρία, η οποία οφείλω να πω ότι με βοήθησε και στα επόμενα βήματα που έκανα στο πεδίο του επιμελητηριακού θεσμού. Εκτιμώ ότι κάθε ενεργός πολίτης οφείλει να ενδιαφέρεται για τα κοινά, ιδίως αν μιλάμε για ενασχόληση σε αυτό το επίπεδο πολιτικής που έχει άμεση σχέση με την καθημερινότητά του και με προβλήματα στον Δήμο ή στην Περιφέρειά του. Οπότε ναι, με ενδιαφέρει πολύ η Περιφέρεια Αττικής. Είναι ένα πεδίο που μπορώ να προσφέρω καθώς λόγω του πολύπλευρου έργου του ΕΕΑ -και της δράσης του με έντονο κοινωνικό αποτύπωμα, ειδικά τα τελευταία χρόνια- αλλά και της εμπειρίας μου, γνωρίζω από πρώτο χέρι τα θέματα και έχω συγκεκριμένες θέσεις και προτάσεις για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων της Αττικής.
Για εμένα πρώτα και πάνω απ΄όλα είναι ο άνθρωπος. Εκεί οφείλουμε να εστιάσουμε. Στην κάλυψη των αναγκών του και στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που τον απασχολούν, έτσι ώστε να μπορεί απερίσπαστος να εργάζεται, να παράγει, να προοδεύει. Συμβάλλοντας έτσι στη γενικότερη ανάπτυξη της Περιφέρειας και της χώρας.
Οπότε για εμένα θέματα όπως η κατασκευή αντιπλημμυρικών και αντιπυρικών έργων έχουν απόλυτη προτεραιότητα για να μη θρηνήσουμε άλλα θύματα και να σταματήσουμε την καταστροφή του περιβάλλοντος. Σε αυτό το πλαίσιο χρειάζονται και φιλοπεριβαλλοντικές δράσεις. Εμείς ως Επιμελητήριο έχουμε ήδη προχωρήσει σε πάρα πολλές δεντροφυτεύσεις χιλιάδων δέντρων σε διάφορα σημεία τα οποία είχαν πληγεί από πυρκαγιές. Και μάλιστα μέσα στους επόμενους μήνες θα κάνουμε και άλλες δεντροφυτεύσεις σε τουλάχιστον 15 Δήμους.
Ειδική μέριμνα απαιτείται και στο θέμα της αυξημένης κυκλοφορίας των οχημάτων, ένα ζήτημα που εξελίσσεται σε πολύ μεγάλο «πονοκέφαλο» για τους κατοίκους της Αττικής.
Το μεγάλο ζητούμενο είναι η κινητοποίηση των Δήμων και η αγαστή συνεργασία τόσο μεταξύ των δημοτικών αρχών όσο και με την Περιφέρεια. Χωρίς κομματικές ταμπέλες και περιττές αντιπαλότητες και με μόνη στόχευση το καλό του πολίτη και την ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας.
Ένα πρόβλημα πριν γίνει ορατό στην όποια Περιφέρεια, έχει εμφανιστεί σε έναν Δήμο. Αν η αντιμετώπισή του είναι άμεση και κυρίως αποτελεσματική, τότε υπάρχει η σοβαρή πιθανότητα να το περιορίσουμε ή και να το εξαλείψουμε. Αν όμως αφεθεί στην τύχη του, τότε πολύ σύντομα θα γίνει ένα πρόβλημα των πολλών.
Εκτιμώ λοιπόν ότι μπορούν να γίνουν πολλά σε επίπεδο Περιφέρειας που θα δημιουργήσουν τις συνθήκες για καλύτερες ημέρες στην Αττική.















