ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Πρώην υπάλληλος του Σ.Δ.Ο.Ε. υπέβαλε αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου

Δαμιανός Αθανασίου 4 λεπτά ανάγνωση
Εφορία Ρόδου κτήριο

Ενώ­πιον του Τρι­με­λούς Διοι­κη­τι­κού Πρω­το­δι­κεί­ου Ρόδου, θα συ­ζη­τη­θεί αύριο Δευ­τέ­ρα η αγωγή κατά του Ελ­λη­νι­κού Δη­μο­σί­ου, που άσκη­σε ένας πρώην υπάλ­λη­λος του ΣΔΟΕ Νο­τί­ου Αι­γαί­ου, που βρέ­θη­κε στο επί­κε­ντρο δι­κα­στι­κής και υπη­ρε­σια­κής έρευ­νας η οποία προ­κά­λε­σε θό­ρυ­βο στο νησί της Ρόδου, μετά από κα­ταγ­γε­λί­ες σε βάρος του για έκνο­μες ενέρ­γειες κατά την άσκη­ση των κα­θη­κό­ντων του, οι οποί­ες δια­ψεύ­στη­καν μετά από μα­κρο­χρό­νια τα­λαι­πω­ρία του, με τη «βούλα» αμε­τά­κλη­των δι­κα­στι­κών απο­φά­σε­ων.

Με από­φα­ση του Υπουρ­γού Οι­κο­νο­μι­κών, που δη­μο­σιεύ­τη­κε στο ΦΕΚ, τον Ια­νουά­ριο του 1992, διο­ρί­στη­κε σε κενή ορ­γα­νι­κή θέση δό­κι­μου υπαλ­λή­λου του Κλά­δου ΠΕ Φο­ρο­τε­χνι­κών (σή­με­ρα Εφο­ρια­κών) και ορ­κί­στη­κε τον Μαΐο του ίδιου έτους στη Δ.Ο.Υ. Λέρου.

Τον Απρί­λιο του ίδιου έτους με­τα­τέ­θη­κε από τη Δ.Ο.Υ. Λέρου στη Δ.Ο.Υ. Ρόδου, όπου υπη­ρέ­τη­σε συ­νε­χώς με το βαθμό Γ΄ του Κλά­δου ΠΕ Εφο­ρια­κών μέχρι τον Ιού­λιο του 1997.

Ακο­λού­θως με­τα­τέ­θη­κε στην Πε­ρι­φε­ρεια­κή Διεύ­θυν­ση Σ.Δ.Ο.Ε. Νο­τί­ου Αι­γαί­ου.

Στις 14 Σε­πτεμ­βρί­ου 1998, κα­τό­πιν νό­μι­μης εντο­λής προ­λη­πτι­κού ελέγ­χου της προϊ­στα­μέ­νης αρχής του, που εδόθη στον ίδιο και σε δύο συ­να­δέλ­φους του, διε­νήρ­γη­σε έλεγ­χο του Κώ­δι­κα Βι­βλί­ων και Στοι­χεί­ων και Φ.Π.Α. σε ατο­μι­κή επι­χεί­ρη­ση κα­τα­σκευ­ής, πώ­λη­σης και το­πο­θέ­τη­σης κου­φω­μά­των αλου­μι­νί­ου.

Ο έλεγ­χος αυτός, όπως επι­ση­μαί­νε­ται στην αγωγή, ήταν καθ΄ όλα νό­μι­μος και εντός των πλαι­σί­ων άσκη­σης των κα­θη­κό­ντων του.

Από τον έλεγ­χο δια­πι­στώ­θη­καν με­γά­λες οι­κο­νο­μι­κές πα­ρα­βά­σεις στην επι­χεί­ρη­ση, οι οποί­ες και κα­τα­λο­γί­στη­καν από τη Δ.Ο.Υ. Ρόδου, στην οποία είχε στα­λεί αρ­μο­δί­ως η σχε­τι­κή έκ­θε­ση ελέγ­χου.

Για τις πα­ρα­βά­σεις που δια­πι­στώ­θη­καν επι­βλή­θη­κε στον επι­χει­ρη­μα­τία πρό­στι­μο ποσού 600.000 δρχ..

Οι πα­ρα­βά­σεις δε αυτές, οι οποί­ες ήταν ου­σιώ­δεις, επι­βε­βαιώ­θη­καν από επα­νε­λέγ­χους που διε­νερ­γή­θη­καν αρ­γό­τε­ρα.

Στη συ­νέ­χεια και συ­νε­πεία των πα­ρα­πά­νω δια­πι­στω­θει­σών πα­ρα­βά­σε­ων, δυ­νά­μει έγ­γρα­φης εντο­λής τα­κτι­κού ελέγ­χου φο­ρο­λο­γί­ας ει­σο­δή­μα­τος και λοι­πών φο­ρο­λο­γι­κών αντι­κει­μέ­νων, των ανέ­λεγ­κτων οι­κο­νο­μι­κών ετών 1993 έως 1999 του τότε Διευ­θυ­ντή του Το­πι­κού Ελεγ­κτι­κού Κέ­ντρου Ρόδου,  προς Εφο­ρια­κό Υπάλ­λη­λο του Τ.Ε.Κ. Ρόδου, διε­νερ­γή­θη­κε τα­κτι­κός έλεγ­χος στην επι­χεί­ρη­ση, δια­πι­στώ­θη­καν πα­ρα­βά­σεις και επι­βλή­θη­καν πρό­στι­μα συ­νο­λι­κού ποσού 60.115.735 δρχ.

Τον Ια­νουά­ριο του 2000, όπως πε­ρι­γρά­φε­ται στην αγωγή, κα­τη­γο­ρή­θη­κε ψευ­δώς από κοι­νού με τους πα­ρα­πά­νω συ­να­δέλ­φους του, για τα εγκλή­μα­τα της δω­ρο­δο­κί­ας χάριν νο­μί­μων πρά­ξε­ων και της εκ­βί­α­σης προ­κει­μέ­νου να επι­τευ­χθεί, χωρίς ωστό­σο να κα­τα­φερ­θεί,  η απαλ­λα­γή της επι­χεί­ρη­σης με βάση το άρθρο 50 του Ν. 2065/92 από πρό­στι­μα, προ­σαυ­ξή­σεις και κάθε δίωξη εν γένει, με κα­τα­σκευή κα­τη­γο­ριών και το συ­να­κό­λου­θο δια­συρ­μό του, τόσο ενώ­πιον του Προϊ­στα­μέ­νου της Πε­ρι­φε­ρεί­ας Νο­τί­ου Αι­γαί­ου του Σ.Δ.Ο.Ε. και του Οι­κο­νο­μι­κού Επι­θε­ω­ρη­τή, όσο και ενώ­πιον των Ει­σαγ­γε­λι­κών και Ανα­κρι­τι­κών Αρχών και Δι­κα­στη­ρί­ων.

Εξαι­τί­ας των κα­ταγ­γε­λιών αυτών, με την από 26 Ια­νουα­ρί­ου 2000 από­φα­ση του Υπουρ­γού Οι­κο­νο­μι­κών με­τα­κι­νή­θη­κε από την Πε­ρι­φε­ρεια­κή Διεύ­θυν­ση Σ.Δ.Ο.Ε. Νο­τί­ου Αι­γαί­ου στη Δ.Ο.Υ. Ρόδου και στη συ­νέ­χεια απο­σπά­στη­κε από την Πε­ρι­φε­ρεια­κή Διεύ­θυν­ση Νο­τί­ου Αι­γαί­ου στη Δ.Ο.Υ Ρόδου.

Η από­σπα­σή του δε αυτή πα­ρα­τά­θη­κε μέχρι 30 Αυ­γού­στου 2002.

Στη συ­νέ­χεια όμως βε­βαιώ­θη­κε η θέση του στην κα­τά­στα­ση της υπο­χρε­ω­τι­κής αρ­γί­ας από 16 Φε­βρουα­ρί­ου 2001, ημε­ρο­μη­νία έκ­δο­σης κα­τη­γο­ρη­τη­ρί­ου του Ει­σαγ­γε­λέα Πλημ­με­λειο­δι­κών Ρόδου, με το οποίο πα­ρα­πέμ­φθη­κε να δι­κα­στεί ενώ­πιον του Τρι­με­λούς Πλημ­με­λειο­δι­κεί­ου Ρόδου.

Με από­φα­ση του Τρι­με­λούς Πλημ­με­λειο­δι­κεί­ου Ρόδου, κα­τα­δι­κά­στη­καν πρω­το­δί­κως.

Στη συ­νέ­χεια, και αφού άσκη­σαν έφεση επί της πα­ρα­πά­νω από­φα­σης, εκ­δό­θη­κε από­φα­ση του Τρι­με­λούς Εφε­τεί­ου Πλημ­με­λη­μά­των Δω­δε­κα­νή­σου, με την οποί­αν οι δύο συ­νά­δελ­φοί του απαλ­λά­χθη­καν από όλες τις κα­τη­γο­ρί­ες, ενώ ο ίδιος αθω­ώ­θη­κε για την κα­τη­γο­ρία της εκ­βί­α­σης, κη­ρύ­χθη­κε όμως ένο­χος για την κα­τη­γο­ρία της πα­θη­τι­κής δω­ρο­δο­κί­ας.

Για την πράξη αυτή του επι­βλή­θη­κε ποινή φυ­λά­κι­σης ενός έτους με ανα­στο­λή.

Στη συ­νέ­χεια και αφού άσκη­σε αναί­ρε­ση κατά της πα­ρα­πά­νω από­φα­σης του Τρι­με­λούς Εφε­τεί­ου Πλημ­με­λη­μά­των Δω­δε­κα­νή­σου, εκ­δό­θη­κε από­φα­ση του ΣΤ΄ Ποι­νι­κού Τμή­μα­τος του Αρεί­ου Πάγου, η οποία την αναί­ρε­σε.

Ακο­λού­θως, με από­φα­ση του Τρι­με­λούς Εφε­τεί­ου Πλημ­με­λη­μά­των Δω­δε­κα­νή­σου, η σκευω­ρία που εξυ­φάν­θη ενα­ντί­ον του, όπως το­νί­ζει, με τις «διά­τρη­τες και πε­ποι­η­μέ­νες κα­τη­γο­ρί­ες» που του απο­δό­θη­καν, κα­τέ­πε­σε πα­νη­γυ­ρι­κά, αφού κη­ρύ­χθη­κε ομο­φώ­νως και μετά από σύμ­φω­νη πρό­τα­ση του Αντιει­σαγ­γε­λέα Εφε­τών αθώος και της κα­τη­γο­ρί­ας της πα­θη­τι­κής δω­ρο­δο­κί­ας.

Στο με­τα­ξύ όμως με την από 19 Ιου­λί­ου 2005 από­φα­ση του Υπουρ­γού Οι­κο­νο­μί­ας και Οι­κο­νο­μι­κών με­τα­τέ­θη­κε από την Πε­ρι­φε­ρεια­κή Διεύ­θυν­ση του Σ.Δ.Ο.Ε. Νο­τί­ου Αι­γαί­ου στη Δ.Ο.Υ. Ρόδου ως υπάλ­λη­λος του κλά­δου ΠΕ Εφο­ρια­κών και με βαθμό πλέον Β΄.

Στη συ­νέ­χεια όταν η πα­ρα­πά­νω αθω­ω­τι­κή από­φα­ση κα­τέ­στη αμε­τά­κλη­τη με από­φα­ση του Υπουρ­γού Οι­κο­νο­μί­ας και Οι­κο­νο­μι­κών την 27η Ια­νουα­ρί­ου 2006 βε­βαιώ­θη­κε η αυ­το­δί­καιη επα­να­φο­ρά του στην υπη­ρε­σία.

Σε συ­νέ­χεια της πα­ρα­πά­νω από­φα­σης, με την οποί­αν τέ­θη­κε σε υπο­χρε­ω­τι­κή αργία, εκ­δό­θη­καν δύο κα­τα­λο­γι­στι­κές απο­φά­σεις του Υπουρ­γού Οι­κο­νο­μί­ας και Οι­κο­νο­μι­κών, με τις οποί­ες του κα­τα­λο­γί­στη­κε το ποσό των 15.468,05 ευρώ για απο­δο­χές που αχρε­ω­στή­τως είχε ει­σπρά­ξει.

Μετά την έφεση πού άσκη­σε εμπρό­θε­σμα ενώ­πιον του Ελεγ­κτι­κού Συ­νε­δρί­ου κατά των πα­ρα­πά­νω κα­τα­λο­γι­στι­κών απο­φά­σε­ων, μειώ­θη­κε το αρ­χι­κό κα­τα­λο­γι­σθέν ποσό των 15.468,05 ευρώ στο ποσό των 2.370,28 ευρώ, το οποίο πα­ρα­μέ­νει βε­βαιω­μέ­νο και με τις νό­μι­μες προ­σαυ­ξή­σεις μέχρι σή­με­ρα ανέρ­χε­ται στο ποσό των 4.230,76 ευρώ.

Μετά την αμε­τά­κλη­τη αθώ­ω­σή του δι­καιού­ται όλες τις απο­δο­χές του για το χρο­νι­κό διά­στη­μα που ήταν εκτός υπη­ρε­σί­ας, ήτοι σε αργία, σύμ­φω­να με το άρθρο 56 παρ. 1 του Ν. 2065/1992.

Για το λόγο αυτό με αί­τη­σή του προς το Γε­νι­κό Λο­γι­στή­ριο του Κρά­τους ζή­τη­σε την απο­κα­τά­στα­σή του.

Του επέ­στρε­ψαν τις απο­δο­χές του πα­ρα­πά­νω χρο­νι­κού δια­στή­μα­τος, που του είχαν πα­ρα­κρα­τη­θεί, όχι όμως και το Κί­νη­τρο Από­δο­σης, τα ΔΙ­ΒΕ­ΕΤ και τα Έξοδα Κί­νη­σης, ούτε οι απο­δο­χές λόγω μη χο­ρή­γη­σης της κα­νο­νι­κής άδειας, αλλά ούτε και η δια­φο­ρά λόγω τη χο­ρή­γη­σης των μι­σθο­λο­γι­κών κλι­μα­κί­ων που εδι­καιού­το.

Διεκ­δι­κεί έτσι να υπο­χρε­ω­θεί το Ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο να του κα­τα­βά­λει το ποσό των 71.236,33 ευρώ, με το νό­μι­μο τόκο υπε­ρη­με­ρί­ας από την επί­δο­ση της αγω­γής του αυτής μέχρι και την εξό­φλη­ση.

Ως συ­νή­γο­ρος υπε­ρά­σπι­σής του πα­ρί­στα­ται ο δι­κη­γό­ρος κ. Δη­μή­τρης Σα­λα­μα­στρά­κης.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.