Μια μέρα πριν κλείσει τα 104 του χρόνια απεβίωσε ο Κωσταντίνος Δεσποτόπουλος, πανεπιστημιακός και ακαδημαϊκός, ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες διανοούμενους και ο γηραιότερος εν ζωή πρώην υπουργός στην Ελλάδα από την εποχή της Μεταπολίτευσης.

«Έζησα τα παιδικά μου χρόνια με τη ζοφερή ανταύγεια στη συνείδησή μου τού πυρπολημένου μεγαλείου της πατρίδας μου Σμύρνης και με δύσκολες βιοτικές συνθήκες, συνεπεία της προσφυγιάς. Κατόρθωσα όμως να μην καμφθώ από τις περιστάσεις και ήδη στο Α’ Γυμνάσιο Αθηνών ως έφηβος να διαπρέψω (βαθμός απολυτηρίου μου «ακέραιο Αριστα», όπως μόνο του Χαριλάου Τρικούπη από το ίδιο Γυμνάσιο), ύστερα δε, με την εργατικότητά μου, να φθάσω έως και το αξίωμα του ακαδημαϊκού», έχει πει ο ίδιος σε συνέντευξή του στην enet για τα δύσκολα παιδικά του χρόνια.

Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο Αθηνών και έγινε διδάκτορας αυτού. Εξελέγη καθηγητής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ έχει διδάξει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο πανεπιστήμιο Νανσύ στη Γαλλία.

«Στο πανεπιστήμιο με ενέπνευσαν, οι -αρχικά- υφηγητές Κωνσταντίνος Τσάτσος και Παναγιώτης Κανελλόπουλος, οι έπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο πρώτος, πρωθυπουργός ο δεύτερος», έχει πει.

Στον Πόλεμο του Σαράντα, ο Δεσποτόπουλος πολέμησε στην Μακεδονία ως έφεδρος ανθυπολοχαγός και επέδειξε ζήλο και ανδραγαθία. Στη διάρκεια της Κατοχής υπήρξε ηγετικό στέλεχος του ΕΑΜ. Το 1945 ανέλαβε την προεδρία του Ελληνοσοβιετικού Συνδέσμου Νέων, με αποτέλεσμα το 1947 να απολυθεί από την θέση του στο πανεπιστήμιο και να εκτοπιστεί στην Μακρόνησο, όπου παρέμεινε μέχρι το 1950.

Επί χούντας έφυγε και πήγε στην Γαλλία. «Περιέσωσα έτσι την αξιοπρέπεια και του προσώπου μου και της φιλοσοφίας. Αρνήθηκα να κάνω εξευτελιστικές δηλώσεις. Εκεί δοκιμάσθηκαν οι ηθικοί χαρακτήρες», έχει πει στη neapolitiki. Επί Δικτατορίας δίδαξε Φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο του Νancy στην Γαλλία και μετά την Μεταπολίτευση, το 1975, επέστρεψε στην Ελλάδα και εξελέγη τακτικός καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πάντειο. Δίδαξε μέχρι την συνταξιοδότησή του το 1981.

Το 1989 ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου παιδείας στην κυβέρνηση Γρίβα και το 1990 στην κυβέρνηση Ζολώτα.

«Στη συνείδησή μου είναι ισότιμες οι διαδοχικές ιδιότητές μου, ως καθηγητού πανεπιστημίου, ακαδημαϊκού ή και υπουργού Παιδείας. Μέλημα είχα πάντοτε να εκπληρώ το αντίστοιχο καθήκον μου άριστα, δίχως φειδώ των πνευματικών μου δυνάμεων», έχει πει επίσης.

Έχει τιμηθεί πλείστες φορές ενώ το 1984 εκλέχτηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, της οποίας το 1993 ανέλαβε πρόεδρος. Επίσης είναι επίτιμος πρόεδρος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας και μέλος διαφόρων ξένων ακαδημιών. Έχει εκδώσει πάνω από 40 βιβλία σχετικά με φιλοσοφικά και ιστορικά θέματα.

«Επειδή στο γυμνάσιο είχα μάθει να γράφω ωραία, και στις εκθέσεις είχα βραβευθεί με άριστα, από νέος άρχισα να γράφω, να δημοσιεύω σε περιοδικά και έφθασα μέχρι σήμερα πάνω από 40 βιβλία να έχω εκδώσει, βιβλία φιλοσοφίας, ιστορίας, αν θέλετε κοινωνιολογίας», έχει πει.

Το 1990 προτάθηκε από τον Ενιαίο Συνασπισμό (όπου μετείχε και το ΚΚΕ) κατά την τέταρτη και πέμπτη ψηφοφορία για το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Έλαβε 21 ψήφους κατά την διαδικασία της ψηφοφορίας στην Βουλή, ερχόμενος πίσω από τους Κωνσταντίνο Καραμανλή (πρόταση της Νέας Δημοκρατίας που τελικά εξελέγη) και Ιωάννη Αλευρά (πρόταση του ΠΑΣΟΚ). Στο δημοψήφισμα του 2015 τάχθηκε υπέρ του »Ναι»

« Έζησα χωρίς πλούτο, αλλά σε ένα περιβάλλον κοινωνικό, το καλύτερο της Ελλάδος. Ευτύχησα να έχω γνωρίμους και φίλους τους εκλεκτώτερους Έλληνες της εποχής… Είχα την ευτυχία πολλοί μαθητές μου να διακριθούν, να γίνουν καθηγητές στα πανεπιστήμια, να γίνουν υπουργοί, να γίνουνε λειτουργοί της κοινωνίας…»

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ