Ιστορικά ο πρώτος ναός θεμελιώθηκε από το Μ. Κωνσταντίνο το 330 μ.Χ. και τα εγκαίνια έγιναν το 360 από το γιό του Κωνστάντιο. Το 404, επί Αρκαδίου, πυρπολήθηκε. Ξαναχτίστηκε από το Θεοδόσιο Β΄ και τα εγκαίνια έγιναν το 415.
Ξανά πυρπολήθηκε το 532, κατά τη Στάση του Νίκα, και ο Ιουστινιανός τον κατασκεύασε από την αρχή μεγαλύτερο και μεγαλοπρεπέστερο. Η έναρξη έγινε το 532 και τα εγκαίνια στις 27-12-537 μ.Χ.
Γα την ολοκλήρωση του κολοσσιαίου έργου δούλεψαν αδιάκοπα επί έξι χρόνια 10.000 τεχνίτες και ξοδεύτηκαν 320.000 λίρες (περίπου 120.000.000 ευρώ).
Από κάθε σημείο που υπήρχε ελληνισμός, έγινε προσφορά: Τα πράσινα μάρμαρα από τη Μάνη και την Κάρυστο, τα τριανταφυλλιά από τη Φρυγία και τα κόκκινα από την Αίγυπτο. Από τον υπόλοιπο κόσμο προσφέρθηκαν τα πολύτιμα πετράδια, ο χρυσός, το ασήμι και το ελεφαντόδοτο για τη διακόσμηση του εσωτερικού.
Στα εγκαίνια ο Ιουστινιανός αναφώνησε: «Δόξα τω Θεώ τω καταξιώσαντί με τελέσαι τοιούτον έργον. Νενίκηκά σε Σολομών».
Για χίλια και πλέον χρόνια ( 537-1453 ) η Αγιά-Σοφιά αποτέλεσε το κέντρο της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού.
Ο ναός αυτός αφιερώθηκε στην Αγία Σοφία του Θεού (Holy Wisdom).
Η Σοφία του Θεού, ως έκφραση, δεν καλύπτει μόνο το χριστιανισμό, αλλά και όλες τις θρησκείες και ιδιαίτερα τις μονοθεϊστικές. Έτσι, όταν ο χριστιανός και ο μωαμεθανός επικαλούνται τη βοήθεια του θεού, αναφέρονται στον ένα και μοναδικό θεό είτε ονομάζοντάς τον Χριστό είτε Αλλάχ. Απευθύνονται στη «Σοφία του Θεού».
Με αυτή τη σκέψη, αυτός ο Ναός μπορεί να εκφράσει και τις δύο θρησκείες!
Ο Πρόεδρος Ερντογκάν δήλωσε ότι θα γίνεται η προσευχή των μουσουλμάνων την Παρασκευή (καλύπτοντας τις αγιογραφίες π.χ. με ένα παραβάν) και τις άλλες μέρες ο ναός θα είναι προσβάσιμος σε όλους.
Μήπως είναι ευκαιρία αυτός ο Ναός να «ενώσει» τις δύο θρησκείες; (!) Να επιτρέπεται δηλαδή την Κυριακή να λειτουργεί και ως χριστιανικός ναός; Σκεφθείτε τα οφέλη αυτής της πολιτισμένης κίνησης. Σκεφθείτε πόσο κοντά θα φέρει τους δύο λαούς. Είπε ο Πρόεδρος Ερντογάν ότι ασκεί «τα κυριαρχικά δικαιώματα του κράτους της Τουρκίας».
Όσο πάμε πίσω στην αρχή της Ιστορίας βλέπουμε ότι ο κατακτητής είχε απόλυτη εξουσία (vae victis). Μπορούσε να καταστρέψει, να θανατώσει, να υποδουλώσει και να εξολοθρέψει τον ηττημένο (οι Ρωμαίοι όχι μόνο κατεδάφισαν αλλά όργωσαν την πόλη της Καρχηδόνας και εξαφάνισαν από προσώπου γης τους Καρχηδόνιους).
Σιγά- σιγά όμως η κοινωνία άλλαξε. (inter arma charitas). Όσο εξελισσόταν ο πολιτισμός, τόσο κρίθηκε αναγκαίο να μπουν κανόνες σ’ αυτό το «κυριαρχικό δικαίωμα» του νικητή να κάνει ό,τι θέλει. Δημιουργήθηκαν διεθνείς Συμβάσεις, οι Συμβάσεις της Γενεύης, τα πρόσθετα Πρωτόκολλα σ’ αυτές και όλο το πλέγμα των κανόνων του ανθρωπιστικού δικαίου. Σήμερα οι ένοπλες δυνάμεις κάθε χώρας είναι υποχρεωμένες να εφαρμόζουν το ανθρωπιστικό δίκαιο στις επιχειρήσεις τους, διαφορετικά θα χαρακτηριστούν ως εγκληματίες πολέμου. (jus in bello). Στις επιχειρήσεις τους δε μπορούν να καταστρέψουν ιστορικές εκκλησίες και μνημεία πολιτισμού, γιατί σ’ αυτά εμπεριέχονται ιδέες και θρησκευτικές πεποιθήσεις. Το 1453 ο Μωάμεθ είχε το «δικαίωμα» να γκρεμίσει την Αγιά-Σοφιά! Δεν τον εμπόδιζε τίποτα! Ούτε διεθνείς Συμβάσεις υπήρχαν, ούτε πρόσθετα Πρωτόκολλα, ούτε ανθρώπινα δικαιώματα. Η ζωή των ηττημένων και η κατακτηθείσα χώρα ήταν στο έλεος του κατακτητή.
Η ανθρωπότητα χρειάστηκε πολλούς αιώνες και χρειάστηκε να χυθεί πολύ αίμα για να φθάσει σ ‘ αυτό το επίπεδο του πολιτισμού που είναι σήμερα.
Αντί να γκρεμίσει λοιπόν ο Μωάμεθ την Αγία Σοφία, κράτησε το κτίριο, εξαφάνισε εσωτερικά τα σύμβολα της χριστιανικής εκκλησίας, αγιογραφίες και αυτά τα ανεπανάληπτα ψηφιδωτά, σκεπάζοντάς τα με ένα στρώμα σοβά, έχτισε και μιναρέδες απ’ έξω και μετέτρεψε τη χριστιανική εκκλησία σε τζαμί. Στην ουσία δεν «υπήρχε» πλέον χριστιανικός ναός.
Ο Κεμάλ Ατατούρκ, μετά την επικράτησή του, καθαίρεσε τους περισσότερους σοφάδες του εσωτερικού και επανάφερε σε κοινή θέα τις ψηφιδωτές αγιογραφίες, δίνοντας πάλι την αρχική μορφή του χριστιανικού ναού (1-2-1935). Δεν επέτρεψε τη λειτουργία του ως ναού , αλλά ως Μουσείου.
Την 6-12-1985 ο χριστιανικός ναός που χρησιμοποιείτο ως Μουσείο, ανακηρύχθηκε από την UNESCO « Μνημείο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς». Έτσι έμεινε μέχρι προχθές (10-7-2020) μία χριστιανική εκκλησία ως Μουσείο.
Είπαμε: Το 1453 ο Μωάμεθ «είχε δικαίωμα» να κάνει την Αγιά-Σοφιά ό,τι ήθελε. Σήμερα, το 2020 κατά πόσο μπορεί ο Πρόεδρος Ερντογκάν να αναιρέσει την ιδιότητα του κτίσματος ως χριστιανικού ναού, (ιδιότητα που του δόθηκε με την αποκατάστασή του από τον Κεμάλ);
Η κουτοπονηριά ότι έγινε πάλι, όπως ήταν «Μουσείο», έτσι, αορίστως, δεν πιάνει. Τα Μουσεία προσδιορίζονται από το τι πραγματικά είναι (Αρχαιολογικό, Μοντέρνας Τέχνης, κλπ). Δεν είναι μουσείο αφηρημένης τέχνης ή άλλων εικαστικών. Είναι ένας Μεγάλος σε μέγεθος και Μεγαλύτερος σε Ιστορία χριστιανικός Ναός, στον οποίο οι Τούρκοι, ασκώντας «τα κυριαρχικά τους δικαιώματα» δεν επιτρέπουν τη λειτουργία του. Αυτό όμως δεν τον αποχαρακτηρίζει από αυτό που πράγματι είναι: Ένας Χριστιανικός Ναός.
Με την κίνησή του αυτή ο Πρόεδρος Ερντογκάν βεβήλωσε ένα Μεγάλο Ιστορικό Σύμβολο της Χριστιανοσύνης. Υιοθέτησε τη νοοτροπία του κατακτητή, η οποία σήμερα είναι από τη διεθνή κοινότητα ηθικά και πολιτισμικά καταδικαστέα. Συμπεριφέρθηκε απαξιωτικά στη χριστιανική θρησκεία. Γύρισε την Τουρκία πίσω στο 1453. Γύρισε την Τουρκία πίσω σε ένα πιο σκοτεινό Μεσαίωνα. Κρίμα.
Αγία Σοφία (2)
Ο ναός της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη δεν είναι αφιερωμένος στη μνήμη κάποιας αγίας με το όνομα Σοφία (όπως Αγία Βαρβάρα, Άγιος Γεώργιος κλπ), αλλά είναι αφιερωμένος στην “Αγία του Θεού Σοφία”. Στον τρόπο δηλαδή με τον οποίο δημιουργήθηκε αυτός ο κόσμος, στον οποίο ο Ύψιστος Θεός “τα πάντα εν σοφία εποίησε”. Ο ναός αυτός έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Ρόδο, γιατί ο κεντρικός μεγάλος τρούλος (αλλά και το σύστημα των τρούλων που σκεπάζουν το ναό) είναι χτισμένος με ροδίτικο χώμα και υλικά! Η ιστορία έχει ως εξής:
Λόγω του μεγέθους του τρούλου και του βάρους των τούβλων που χρησιμοποιούσαν την εποχή εκείνη, η κατασκευή ήταν δύσκολη από πλευράς στατικής, στεγανότητας και αντοχής.
Η κεραμουργική τέχνη της Ρόδου ήταν ονομαστή εκείνη την εποχή. Άλλωστε μέχρι και σήμερα συντηρείται η παράδοση με τα ονομαστά πιάτα (Λίνδος, Αρχάγγελος και όλα τα χωριά τα έχουν κρεμασμένα στους εσωτερικούς τοίχους των σπιτιών τους και συνήθως είναι το κύριο στολίδι. Ουδέποτε οι χωρικοί «εμόλυναν» τα πιάτα αυτά για οικιακή χρήση.) Δεν είναι άσχετο το γεγονός ότι ακόμη και όταν κατέλαβαν τη Ρόδο οι Ιταλοί (οι οποίοι μελετούσαν συστηματικά, επιστημονικά και οργανωμένα κάθε τους ενέργεια) έφτιαξαν το εργοστάσιο της κεραμουργίας στο Γεννάδι της Ρόδου με την ονομασία S.A.I.C.A. (Societa Anonima Industriale Commerciale Agricola= Ανώνυμη Βιομηχανική Εμπορική και Αγροτική Εταιρεία) με υψικάμινο ύψους 45 μέτρων. Το έργο χαρακτηρίζεται κολοσσιαίο (Messagero di Rodi στις 26.7.1931). Η επιλογή της περιοχής του Γενναδίου από τους Ιταλούς δεν ήταν διόλου τυχαία, αφού και πριν ιδρυθεί το εργοστάσιο, υπήρχε στην ευρύτερη περιοχή φούρνος σε επίπεδο οικοτεχνίας που παρήγαγε τούβλα (Βασίλης Υψηλάντης: “Η κεραμουργεία στη Ρόδο, από τη SAICA στην ΥΨΗΚΕΡΑΜ”).
(Από την πρώτη στιγμή που περιήλθε στο ελληνικό δημόσιο η SAICA είχε προβλήματα λειτουργίας, γιά να καταλήξει μετά από 25 χρόνια περίπου σε ερείπιο. Τότε το αγόρασε η οικογένεια Υψηλάντη, το εκσυγχρόνισε, το βελτίωσε και το λειτούργησε μέχρι το 1995).
Ο Αντώνης Βρατσάλης στα “Νιοχωρίτικα” γράφει:
“Οι πρωτομάστορες της πόλης, που χτίζαν το Μέγα Μοναστήρι, όταν φτάσαν στους τρούλους, δυσκολεύονταν να τους στεριώσουν και να τους κάνουν στεγανούς, να μη ραγίζουν.
Γι’ αυτό φέραν ροδίτικα κεραμότουβλα και χώμα που ήταν ονομαστά υλικά και συνταίριαξαν τους μεγαλόπρεπους θόλους, στερεώνοντάς τους με καλομαλαγμένο κ ο υ ρ α σ ά ν ι, που ήταν μίγμα ασβέστη με ψιλοκοπανισμένο, ψημένο κεραμιδόχωμα ανάκατο με γλιστερή μούργα των λαδόμυλων”
Ο επίτιμος πρώην Γυμνασιάρχης και ιστορικός Ι. Στεφανίδης στο βιβλίο του “Ρόδος η νύμφη του Ηλίου”, γράφει:
“Μεταξύ του συλλεγέντος τότε οικοδομικού υλικού δια την ανέγερσιν του πανσέπτου τούτου ναού ήσαν και αι πλίνθοι εκ του αργιλώδους χώματος της Ρόδου, δια την κατασκευήν του περιφήμου τρούλου της Αγίας Σοφίας, διότι αύται είχον την ιδιότητα της ελαφρότητoς, του πορώδους και της αντοχής εις τας διαφόρους καιρικάς και ατμοσφαιρικάς μεταβολάς του Βυζαντίου. Οι πλίνθοι ούτοι ήσαν λεπτοί και τοσούτον κούφοι, ώστε δώδεκα εξ αυτών αντιστοίχουν προς το βάρος ενός κοινού πλίνθου άλλων τόπων. Ήσαν δε εκ μίγματος σχίνων τετριμμένων, κόνεως κισήρεως, αλεύρου και άλλων ειδών, άτινα απέκτων μεγάλην σκληρότητα”.
Ο άλλος δάσκαλος της Ρόδου, ο πρώην Γυμνασιάρχης Χ. Παπαχριστοδούλου, στο βιβλίο του: “Ιστορία της Ρόδου» (σ. 241) γράφει για την κεραμουργία στη Ρόδο: «Φημισμένα είναι τα πήλινα τούβλα της Ρόδου για τη στερεότητα και ελαφρότητά τους. Ήταν λευκά και ζύγιζαν 5 ροδίτικα όσο 1 άλλων τόπων. Γι’ αυτό όταν έκτιζε ο Ιουστινιανός την Αγία Σοφιά, λέει ο βυζαντινός χρονογράφος Γ. Κωδινός, τα τούβλα – βήσαλα – του τρούλου τα παράγγειλε στη Ρόδο (Γ. Κωδ. Εκδ. Weber, Bονν.1843). Έστειλε, λέει, ο Ιουστινιανός τον Κουβικουλάριον Τρωίλον, τον Έπαρχον Θεόδωρον και τον Κυαίστορα Βασιλίδην στη νήσο Ρόδο, να κάνουν εκεί «βήσαλα μεγάλα, σπογγώδη και λεπτά και λευκά, ο σταθμός πέντε βησάλων ενός βησάλου ημετέρου ευρίσκεται».
Στο βιβλίο «Η νήσος Ρόδος» των Εδουάρδου Μπιλιότι και Αββά Κοτρέ, 1881 (Μετάφραση Μ. Μαλλιαράκη και Σ, Καραβοκυρού) διαβάζουμε στη σελίδα 209: “Οι βυζαντινοί συγγραφείς ποιούνται μνείαν, περί της Αγίας Σοφίας λαλούντες, πλίνθων εν Ρόδω κατασκευασθέντων, δι ων οικοδομήθη ο μέγας θόλος του μεγαλοπρεπούς τούτου ναού. Ήσαν λευκοί και τοσούτον κούφοι οι πλίνθοι ούτοι, ώστε δώδεκα εξ αυτών αντιστοίχουν προς το βάρος ενός κοινού πλίνθου άλλων τόπων. Ήσαν δε εκ μίγματος σχοίνων τετριμμένων, κόνεως κισσήρεος, αλεύρου και άλλων ειδών, άτινα απέκτων μεγάλην σκληρότητα.»
Τα λαογραφικά βιβλία των επί μέρους περιοχών της χώρας είναι πολύτιμα, διότι καταγράφουν την ιστορία, συντηρούν την παράδοση, τα ήθη και έθιμα του κάθε τόπου και προσφέρουν πληροφορίες για γεγονότα του παρελθόντος μέσω της εναλλαγής των γενεών. Το γεγονός λοιπόν της κατασκευής του τρούλου της Αγίας Σοφίας με τα ροδίτικα υλικά επηρέασε την τοπική κοινωνία. Έτσι, διαβάζουμε στο πρόσφατο βιβλίο της συνταξιούχου δασκάλας Ρηνούλας Μπούρδα-Καμπούρη «Το Βάτι που αγάπησα», ότι υπάρχει τοπωνύμιο στην Κοινότητα του χωριού Βάτι, κοντά στο όρια με το Γεννάδι, με την ονομασία Αγία Σοφία. Η περιοχή είναι δεξιά της οδού από Γεννάδι προς Βάτι στο ύψος πριν τη βρύση της Ευρυμάχειας.(Τρέχει ακόμη νερό). Εκεί λοιπόν έκτισαν και ένα μικρό Μοναστήρι-Εκκλησία αφιερωμένο στην Αγία Σοφία. Προφανώς το αργιλώδες του εδάφους και η χρονολογική τοποθέτηση της εκκλησίας περίπου στον 6ο αιώνα, ενισχύουν την άποψη ότι το όνομα Αγία Σοφία της περιοχής και του ναού δόθηκε για να υποδηλώσει ότι από εκεί ελήφθησαν τα υλικά για την κατασκευή του τρούλου της περίφημης εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως.
Σήμερα υπάρχει μόνο ένα τμήμα του τοίχου προς το μέρος του ιερού της εκκλησίας και πάμπολλα θραύσματα από κεραμικά αγγεία (τα γνωστά στην τοπική διάλεκτο «βαστριά»).
Επίσης πάμπολες πληροφορίες βρίσκουμε στο βιβλίο του Κώστα Σκανδαλίδη «Το Γεννάδι της Ρόδου», όπου επιβεβαιώνονται και η τοποθεσία και οι θρύλοι. Εκεί περιλαμβάνεται και η επιστημονική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of the American Ceramic Society για την προέλευση και τεχνολογία κεραμικών της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. Η μελέτη ήταν των μελετητών Αντωνίας Μοροπούλου, Ahmet Cakmak και της Κυριακής Πολυκρέτη. Ελήφθησαν δείγματα και από τη Ρόδο και από το ναό της Αγίας Σοφίας και η φυσικοχημική ανάλυση επιβεβαίωσε την προέλευση των υλικών από τη Ρόδο. (Moropoulou Antonia, Cakmak Ahmet, Polikreti Kyriaki, “Provenance and Technology Investigation of Agia Sophia Briks, Istanbul, Turkey”, στο περιοδικό Journal of the American Ceramic Society, Φεβρουάριος 2002, σ. 366-372).
Για να καταδειχθεί η σημασία της Αγ. Σοφίας για τον ελληνισμό και το πόσο έντονα είχε επηρεάσει ιδιαιτέρως τα λαϊκά στρώματα, φαίνεται από τις υπερβολές των θρύλων και των παραδόσεων. Γράφει ο Α. Βρατσάλης: « Σαν χτιζόταν η Αγία Σοφία,οι πέτρες εκυλούσαν μονάχες τους από το λόφο της Ακρόπολης της Ρόδου ( Εννοεί το Μόντε Σμίθ) κι’ επήγαιναν στην Πόλη. Σαν ήρτεν η είδηση πως τελείωσε το Μέγα Μοναστήρι, εσταμάτησαν έξαφνα κι’ εμείνασι κει που τις βλέπουμε σήμερα στις Κάτω Πέτρες, στην έξοδο της πόλης προς τα Κρητικά».
Η κατολίσθηση των βράχων της Ακρόπολης της Ρόδου προφανώς έγινε από κάποιο φυσικό φαινόμενο (σεισμός, διάβρωση εδάφους από βροχοπτώσεις κλπ), όμως ο θρύλος δείχνει το αίσθημα των κατοίκων του νησιού για να βοηθηθεί το χτίσιμο της Αγιάς Σοφιάς αφ’ ενός και αφ’ ετέρου επιβεβαιώνει το γεγονός της χρησιμοποίησης των ροδίτικων υλικών για το στέριωμα του τρούλου. Το αίσθημα αυτό δικαιολογεί και το γιατί δόθηκε το τοπωνύμιο του Βατίου Αγία Σοφία και το χτίσιμο της ομώνυμης εκκλησίας, στην περιοχή από όπου ελήφθησαν το χώμα και τα υλικά.
Έτσι θολοσκεπάστηκε η αθάνατη εκκλησιά και το ροδίτικο χώμα που τη στέριωσε αγιάστηκε από τη χάρη της και θα μείνει πάντα ευλογημένο.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ