• Ο Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ρόδου εισηγείται στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών την εν μέρει ακύρωση κρίσιμων πράξεων με αιχμή τη μη γνωστοποίηση διορισμού πραγματογνώμονα στην ύποπτη και την προστασία των δικαιωμάτων υπεράσπισης, την ώρα που η υπόθεση έχει ήδη παράλληλες δικαστικές διαδρομές και βαριά αποτύπωση στην τοπική κοινωνία
Πρόκειται για μία από εκείνες τις υποθέσεις όπου το κοινωνικό βάρος, η ανάγκη προστασίας των ανηλίκων και η αυστηρή τήρηση των δικονομικών εγγυήσεων συγκρούονται καθημερινά μέσα στη δικογραφία. Στη Ρόδο, υπόθεση που αφορά καταγγελλόμενες πράξεις σε βάρος διδύμων ανηλίκων βρίσκεται σε πολλαπλά επίπεδα ταυτόχρονα, με διαδικασίες που «τρέχουν» παράλληλα, με διαφορετικούς νομικούς χαρακτηρισμούς και με κρίσιμες επιλογές για το πώς θα σταθεί τελικά το αποδεικτικό υλικό στο ακροατήριο.
Στο προσκήνιο έρχεται τώρα η εισήγηση του Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου, με την οποία προτείνεται η εν μέρει αποδοχή αίτησης ακυρότητας πράξεων της προδικασίας που υπέβαλε 55χρονη Λευκορωσίδα κατηγορούμενη για σεξουαλικά εγκλήματα με θύματα δίδυμα παιδιά.
Η εισαγγελική κρίση δεν κινείται σε επίπεδο εντυπώσεων. Κινείται στο πεδίο της «καθαρής» διαδικασίας, εκεί όπου ένα τυπικό έλλειμμα μπορεί να ανατρέψει το αποδεικτικό οικοδόμημα, όχι επειδή το περιεχόμενο μιας κατάθεσης αλλάζει, αλλά επειδή ο τρόπος κτήσης της απόδειξης πρέπει να σέβεται δικαιώματα που ο νόμος τοποθετεί στο κέντρο της δίκαιης δίκης.
Το σημείο καμπής που ζητείται να κριθεί από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών
Η αίτηση της κατηγορούμενης ζητεί να κηρυχθούν άκυρες δύο ομάδες προδικαστικών πράξεων. Πρώτον, οι χωρίς όρκο καταθέσεις των διδύμων ανηλίκων που ελήφθησαν στις 18/07/2022 ενώπιον προανακριτικών υπαλλήλων, με παρουσία πραγματογνώμονα ψυχολόγου κατά το άρθρο 227 ΚΠΔ. Δεύτερον, οι χωρίς όρκο καταθέσεις που ελήφθησαν ξανά στις 10/05/2023, επίσης με παρουσία πραγματογνώμονα ψυχολόγου, μετά από νεότερη εισαγγελική παραγγελία για περαιτέρω προκαταρκτική εξέταση.
Παράλληλα, προβάλλεται και ένα ακόμη επιχείρημα που συναντάται όλο και συχνότερα σε δικογραφίες με ανήλικα θύματα. Η κατηγορούμενη υποστηρίζει ότι οι καταθέσεις δεν καταχωρίστηκαν σε ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό μέσο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 227 ΚΠΔ, και ζητεί να θεωρηθεί ότι αυτή η παράλειψη οδηγεί επίσης σε ακυρότητα.
Η εισήγηση, ωστόσο, ξεχωρίζει τα ζητήματα και τα αξιολογεί με διαφορετικό μέτρο, καταλήγοντας σε μία πρόταση με σαφή στόχευση. Να ακυρωθεί το τμήμα εκείνο της διαδικασίας που θεωρείται ότι έθιξε υπερασπιστικά δικαιώματα, αλλά να μη «γκρεμιστεί» συνολικά η προδικασία για λόγο που, κατά την εισαγγελική ερμηνεία, δεν οδηγεί αυτομάτως σε απόλυτη ακυρότητα.
Το χρονικό της δικογραφίας και οι παράλληλες διαδρομές
Η υπόθεση, όπως αποτυπώνεται στη δικογραφία, ξεκίνησε αυτεπαγγέλτως, με αφετηρία έγγραφο κοινωνικών υπηρεσιών προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Ρόδου την 01/07/2022. Ακολούθησαν κατεπείγουσες παραγγελίες για προκαταρκτική εξέταση σε διαδοχικά χρονικά σημεία, στις 01/07/2022, 20/09/2022, 07/04/2023 και 30/07/2023, στοιχείο που δείχνει ότι η υπόθεση δεν αντιμετωπίστηκε ως στατική αλλά ως εξελισσόμενη έρευνα με ανάγκη συμπληρωματικών ενεργειών.
Στη συνέχεια, στις 05/03/2024, καταγράφεται μια δικονομική «τομή», καθώς έγιναν επιμέρους χειρισμοί που οδήγησαν σε διαφορετικές δικογραφίες και διαφορετικές διαδικαστικές οδούς. Μεταξύ άλλων, ασκήθηκαν διώξεις και με απευθείας κλήσεις σε δικαστήριο για πλημμεληματικές εκδοχές, ενώ για την ίδια 55χρονη Λευκορωσίδα σχηματίστηκε και η δικογραφία, που αφορά στην κύρια ανάκριση για κακουργηματικές πράξεις, με φερόμενο χρονικό πλαίσιο τέλεσης από τον μήνα 06/2017 έως 30/06/2022.
Από τη μία πλευρά, υπάρχει η δικαστική κρίση που ήδη εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό για πλημμεληματικές πράξεις, με ποινή φυλάκισης 66 μηνών, μετατρέψιμη προς 10 ευρώ ημερησίως, και χρηματική ποινή 150 ημερήσιων μονάδων, με την έφεση να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Από την άλλη πλευρά, «τρέχει» η κύρια ανάκριση για κακουργηματικές εκδοχές, με την κατηγορούμενη να έχει αφεθεί ελεύθερη υπό περιοριστικούς όρους.
Μετά την απολογία της κατηγορούμενης ενώπιον ανακριτή, υπήρξε διαφωνία μεταξύ της εισαγγελικής πρότασης για προσωρινή κράτηση και της ανακριτικής κρίσης υπέρ περιοριστικών όρων, η οποία λύθηκε με το βούλευμα 174/2025 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, υπέρ της ανακριτικής άποψης.
Η καρδιά της αίτησης ακυρότητας και γιατί θεωρείται κρίσιμη
Το κεντρικό επιχείρημα που η εισήγηση θεωρεί αποφασιστικό αφορά στο δικαίωμα της ύποπτης να έχει γνώση της διαδικασίας εξέτασης των ανηλίκων, όταν αυτή γίνεται με ειδικό καθεστώς, δηλαδή με πραγματογνώμονα ψυχολόγο κατά το άρθρο 227 ΚΠΔ. Το άρθρο αυτό, όπως αναλύεται εκτενώς στην εισήγηση, λειτουργεί ως ειδικός τρόπος κτήσης αποδεικτικού υλικού, ακριβώς επειδή η εξέταση του ανηλίκου επιδιώκεται να γίνεται με όσο το δυνατόν λιγότερες επιβαρύνσεις για τον ίδιο, αλλά ταυτόχρονα να μη μετατρέπεται σε «κλειστή» διαδικασία που αφήνει τον κατηγορούμενο χωρίς ουσιαστικά αντισταθμιστικά δικαιώματα.
Η εισήγηση αποτυπώνει ότι στην πρώτη φάση, τον 07/2022, έγινε διορισμός πραγματογνώμονα ψυχολόγου, ο οποίος γνωστοποιήθηκε στην τότε ύποπτη, και εκείνη μάλιστα γνωστοποίησε διορισμό τεχνικού συμβούλου ψυχολόγου από την πλευρά της. Κατόπιν, οι ανήλικοι εξετάστηκαν χωρίς όρκο στις 18/07/2022.
Στη δεύτερη φάση, όμως, τον 05/2023, μετά την νέα εισαγγελική παραγγελία για συμπληρωματικές καταθέσεις, συντάχθηκε νέα έκθεση διορισμού πραγματογνώμονα ψυχολόγου. Εδώ εντοπίζεται, κατά την εισαγγελική εισήγηση, η κρίσιμη δικονομική παράβαση. Η πράξη γνωστοποίησης του διορισμού, σύμφωνα με τα στοιχεία που αναφέρονται, γνωστοποιήθηκε σε άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα, όχι όμως στην ίδια την ύποπτη, παρότι είχε ήδη αποκτήσει αυτή την ιδιότητα και είχε εμπλακεί στο στάδιο της προηγούμενης εξέτασης.
Αυτό το κενό δεν αντιμετωπίζεται ως απλή τυπικότητα. Αντιμετωπίζεται ως πλήγμα στα δικαιώματα υπεράσπισης, ικανό να προκαλέσει απόλυτη ακυρότητα, ακριβώς επειδή αφορά στην άσκηση δικαιωμάτων του υπόπτου και στη δυνατότητά του να συμμετέχει, έστω έμμεσα, σε μια διαδικασία που έχει αυξημένο αποδεικτικό ειδικό βάρος.
Με αυτή τη συλλογιστική, ο Αντεισαγγελέας προτείνει να κηρυχθούν άκυρες οι χωρίς όρκο καταθέσεις των ανηλίκων που ελήφθησαν στις 10/05/2023, καθώς και η μεταγενέστερη συναφής ψυχολογική πραγματογνωμοσύνη με ημερομηνία 25/05/2023, στο μέτρο που συνδέεται με την άκυρη διαδικασία.
Αν το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών υιοθετήσει την εισήγηση, τότε το τμήμα αυτό του αποδεικτικού υλικού δεν μπορεί να σταθεί ως νόμιμα κτηθέν, ενώ ανοίγει και το ζήτημα επανάληψης πράξεων, εφόσον κριθεί αναγκαίο και εφικτό, κάτι που ο νόμος προβλέπει ως συνέπεια ακυρότητας, με την πάντα δύσκολη παράμετρο της προστασίας των ανηλίκων από επαναλαμβανόμενες διαδικασίες.
Το δεύτερο μεγάλο σκέλος της αίτησης, που αφορά στη μη καταχώριση των καταθέσεων σε οπτικοακουστικό μέσο, δεν βρίσκει ανταπόκριση στην εισήγηση ως λόγος απόλυτης ακυρότητας των έγγραφων καταθέσεων.
Ως συνήγοροι υπεράσπισης της κατηγορούμενης έχουν παρασταθεί οι κ.κ. Βασίλης Μπέης, Στέλιος Αλεξανδρής και Στεφανία Μπέρδη, και για την υποστήριξη της κατηγορίας οι κ.κ. Στέλιος Κιουρτζής και Μύριαμ Τομαρά.
Τι σημαίνει πρακτικά η ακύρωση και ποιο είναι το επόμενο βήμα
Αν η εισήγηση υιοθετηθεί, το αποτέλεσμα δεν είναι μια «αθώωση» ούτε μια αυτόματη ανατροπή του συνόλου της υπόθεσης. Είναι μια αναδιάταξη του αποδεικτικού χάρτη. Το Συμβούλιο θα κληθεί να κρίνει αν η διαδικαστική πληγή είναι τέτοια που επιβάλλει να αφαιρεθούν από τη δικογραφία οι συγκεκριμένες καταθέσεις και η συναφής πραγματογνωμοσύνη του 05/2023, και αν πρέπει να διαταχθεί επανάληψη πράξεων με τήρηση των εγγυήσεων, ώστε η υπεράσπιση να έχει τη γνώση και τις δυνατότητες που ορίζει ο νόμος.













