ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Το καθεστώς των εν Δωδεκανήσω Επαρχιών του Οικουμενικού Θρόνου

news room 8 λεπτά ανάγνωση
παπαγεωργιου

Θεό­δω­ρου

Μ. Παπα­γε­ωρ­γίου

Άρχοντα Δικαιο­φύ­λακα

Οικου­με­νι­κού Πατριαρ­χείου

Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως

Την ώρα που ξεκι­νούν οι συζη­τή­σεις για την ανα­θε­ώ­ρηση του Συντάγ­μα­τος, οι οποίες εκτεί­νο­νται και σε θέματα που αφορούν τις σχέσεις Κράτους και Εκκλη­σίας, θεωρώ ότι επι­βάλ­λε­ται ως Δωδε­κα­νή­σιοι να ανα­δεί­ξουμε και να δια­φυ­λά­ξουμε απο­φα­σι­στικά το ειδικό καθε­στώς που διέπει τις σχέσεις της Πολι­τείας με τις Επαρ­χίες Δωδε­κα­νή­σου του Οικου­με­νι­κού Πατριαρ­χείου Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως.

Σύμφωνα με τις δια­τά­ξεις του άρθρου 3 παρ. 2 του Συντάγ­μα­τος, όπως αυτές εφαρ­μο­στικά ανα­γνω­ρί­ζο­νται και από τις δια­τά­ξεις του άρθρου 11 παρ. 5 του νόμου 590/1977 δηλαδή του Κατα­στα­τι­κού Χάρτη της Εκκλη­σίας της Ελλάδος, οι Επαρ­χίες του Οικου­με­νι­κού Πατριαρ­χείου στη Δωδε­κά­νησο δια­τη­ρούν το «έκπαλαι» ισχύον Ειδικό Πατριαρ­χικό Καθε­στώς που είχαν και δεν εφαρ­μό­ζο­νται γι’ αυτές οι δια­τά­ξεις που η Πολι­τεία θεσπί­ζει για την Εκκλη­σία της Ελλάδος.

Συγκε­κρι­μένα οι έξι εκκλη­σια­στι­κές Επαρ­χίες της Δωδε­κα­νή­σου, δηλαδή οι πέντε Μητρο­πό­λεις Δωδε­κα­νή­σου α) Ρόδου, β) Κω και Νισύρου, γ) Λέρου, Καλύ­μνου και Αστυ­πά­λαιας, δ) Καρ­πά­θου και Κάσου, ε) Σύμης, Τήλου, Χάλκης και Καστελ­λο­ρί­ζου, μετά της Πατριαρ­χι­κής Εξαρ­χίας Πάτμου, όπως διαρ­θρώ­νο­νται σε Ενορίες- Ιερούς Ναούς και σε Ιερές Μονές, βρί­σκο­νται σε άμεση κανο­νική, πνευ­μα­τική και διοι­κη­τική εξάρ­τηση από το Οικου­με­νικό Πατριαρ­χείο Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως. Το γεγονός αυτό συνε­πά­γε­ται ότι και οι έξι εκκλη­σια­στι­κές Επαρ­χίες της Δωδε­κα­νή­σου ως προς τις σχέσεις τους με την Πολι­τεία, διέ­πο­νται από το απο­κα­λού­μενο καθε­στώς «Ομο­τα­ξίας». Δηλαδή σε οτι­δή­ποτε αφορά ρύθμιση ζητη­μά­των κοινού ενδια­φέ­ρο­ντος Εκκλη­σίας και Πολι­τείας στη Δωδε­κά­νησο, επι­βάλ­λε­ται να προη­γεί­ται στάδιο προη­γού­με­νων συνεν­νο­ή­σεων και συμ­φω­νιών μεταξύ Κράτους και Οικου­με­νι­κού Πατριαρ­χείου, επι­στέ­γα­σμα και τελική εφαρ­μογή των οποίων να συνιστά η θέσπιση ή έκδοση δια­τά­ξεων ή δια­πι­στω­τι­κών πράξεων που ρυθ­μί­ζουν τα ζητή­ματα αυτά.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα, το ίδιο καθε­στώς ισχύει σε απόλυτο αυτο­διοι­κη­τικό βαθμό για το Άγιο Όρος και σε μερι­κό­τερο αυτο­διοι­κη­τικό βαθμό για την ημιαυ­τό­νομη Εκκλη­σία της Κρήτης και ακόμη μερι­κό­τερο για τις «Νέες Χώρες» που υπή­χθη­σαν στην Εκκλη­σία της Ελλάδας.

Αντί­θετα με το καθε­στώς της «Ομο­τα­ξίας» που ισχύει στη Δωδε­κά­νησο, για τις εκκλη­σια­στι­κές οντό­τη­τες (Ιερές Μητρο­πό­λεις, Ιερούς Ναούς, Ιερές Μονές) της Εκκλη­σίας της Ελλάδας, ισχύει το απο­κα­λού­μενο καθε­στώς «Πολι­τειο­κρα­τίας». Κατά το καθε­στώς της «Πολι­τειο­κρα­τίας» η λει­τουρ­γία των εκκλη­σια­στι­κών οντο­τή­των σε κάθε τομέα, πέραν βέβαια του αυστηρά πνευ­μα­τι­κού, διέ­πε­ται από κανόνες που θεσπί­ζει η Πολι­τεία κατά απο­κλει­στική δικαιο­δο­σία, χωρίς δηλαδή κατά το τυπικό του­λά­χι­στον, να απαι­τού­νται προη­γού­με­νες συνεν­νο­ή­σεις και συμ­φω­νίες με την Εκκλη­σία της Ελλάδος και τα όργανα διοι­κή­σεως αυτής.

Είναι σαφές λοιπόν και νομίζω εύκολα αντι­λη­πτό από τον καθένα, ότι το καθε­στώς «Πολι­τειο­κρα­τίας» δημιουρ­γεί από τη φύση του σοβαρά ζητή­ματα παρεμ­βά­σεων του Κράτους όχι μόνο σε εξω­τε­ρι­κές αλλά και σε εσω­τε­ρι­κές υπο­θέ­σεις της Εκκλη­σίας. Οι παρεμ­βά­σεις αυτές του Κράτους στον ελλα­δικό χώρο ξεκί­νη­σαν αμέσως μετά την Επα­νά­σταση του 1821, φαι­νο­με­νικά στο όνομα του «απο­γα­λα­κτι­σμού» της Εκκλη­σίας του νεο­συ­στα­θέ­ντος κράτους από το Οικου­με­νικό Πατριαρ­χείο Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως, στη πραγ­μα­τι­κό­τητα όμως για να ελεγ­χθεί η Εκκλη­σία από την τότε ξενό­φερτη Αντι­βα­σι­λεία.

Είναι προ­φα­νές επίσης ότι με το καθε­στώς «Πολι­τειο­κρα­τίας», δημιουρ­γού­νται και διαιω­νί­ζο­νται προ­βλή­ματα συμ­βα­τό­τη­τας με το πλαίσιο των διεθνώς κατο­χυ­ρω­μέ­νων ανθρώ­πι­νων δικαιω­μά­των και ελευ­θε­ριών, μάλιστα δε αυτών της θρη­σκευ­τι­κής ελευ­θε­ρίας.

Παρα­δείγ­μα­τος χάρη, υπό το καθε­στώς των παρεμ­βά­σεων του κράτους που κατά την πολι­τειο­κρα­τία ισχύει για την Εκκλη­σία της Ελλάδας, η ίδρυση Μητρό­πο­λης και ο διο­ρι­σμός Μητρο­πο­λίτη, απαι­τούν αντί­στοιχα τη προη­γού­μενη από τη Πολι­τεία θέσπιση νόμου και την έκδοση προ­ε­δρι­κού δια­τάγ­μα­τος, τελούν δηλαδή υπό τη κυρί­αρχη βούληση του κράτους. Επίσης ο Κατα­στα­τι­κός Χάρτης της Εκκλη­σίας της Ελλάδας, που διέπει σε κάθε τομέα, πλην του αυστηρά πνευ­μα­τι­κού, τη διοί­κηση και τη λει­τουρ­γία αυτής και που σήμερα όπως προ­α­να­φέρ­θηκε είναι ο νόμος 590/1977, απο­τε­λεί­ται από κανόνες που θέσπισε το κράτος και που θεω­ρη­τικά του­λά­χι­στον μπορεί ελεύ­θερα να καταρ­γεί και να τρο­πο­ποιεί, χωρίς προη­γού­μενη συνεν­νό­ηση μαζί της.

Αντί­θετα υπό το καθε­στώς της «Ομο­τα­ξίας», στο ίδιο παρά­δειγμα, η ίδρυση νέας Μητρό­πο­λης και ο διο­ρι­σμός Μητρο­πο­λίτη ή Πατριαρ­χι­κού ΄Εξαρχου στις Επαρ­χίες Δωδε­κα­νή­σου, είναι προϊόν της αδέ­σμευ­της βού­λη­σης της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικου­με­νι­κού Πατριαρ­χείου . ΄Οπως ακριβώς δηλαδή συνέβη με τη σύσταση της Μητρο­πό­λεως Σύμης το 2004 και τον διο­ρι­σμό του πρώτου Μητρο­πο­λίτη και μέχρι σήμερα δρα­στή­ριου και ρηξι­κέ­λευ­θου Αρχιε­ρέα αυτής, του από την ΄Ιμβρο κ.κ. Χρυ­σό­στο­μου Δημη­τριάδη, μέχρι τότε Επι­σκό­που Γερ­μα­νίας, για την οποία ίδρυση και διο­ρι­σμό, απαι­τή­θηκε μόνο η έγκριση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικου­με­νι­κού Πατριαρ­χείου (Πατριαρ­χι­κός Συνο­δι­κός Τόμος 478/28-04-2004) και στη συνέ­χεια η έκδοση απλής δια­πι­στω­τι­κής πράξης από τον Υπουργό Παι­δείας και Θρη­σκευ­μά­των που δημο­σιεύ­θηκε στο ΦΕΚ (Β/1717/18-11-2004).

Πρό­σφατα επίσης, ευτυχής συγκυ­ρία, κατά την από της αναρ­ρή­σεως στον Οικου­με­νικό Θρόνο συμπλή­ρωση εικο­σι­πε­ντα­ε­τούς ευκλε­ούς Πατριαρ­χείας από τον «Πρώτο τη τάξει» στην Ορθό­δοξη Εκκλη­σία και Προ­κα­θή­μενο του Οικου­με­νι­κού Πατριαρ­χείου Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως, τον Οικου­με­νικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρ­θο­λο­μαίο, η Αγία και η Ιερά Σύνοδος του Οικου­με­νι­κού Πατριαρ­χείου Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως, κατόπιν ειση­γή­σεως του Μητρο­πο­λίτη Σύμης, Τήλου, Χάλκης και Καστελ­λο­ρί­ζου ενέ­κρινε και ήδη δημο­σιευ­θείς δεόντως ισχύει «Κανο­νι­σμός Διοι­κή­σεως και Λει­τουρ­γίας της Ιεράς Μονής Ταξιάρ­χου Μιχαήλ του Πανορ­μί­του», (Βλ. Δελτίον «Δωδε­κά­νη­σος» των εν Δωδε­κα­νήσω Επαρ­χιών του Οικου­με­νι­κού Θρόνου, τεύχος ΙΑ΄, σελ 295 επομ.). Η ως άνω θέσπιση του πρώτου από το 1843 Κανο­νι­σμού της Ιεράς Μονής Ταξιάρ­χου Μιχαήλ του Πανορ­μίτη, πρέπει να ανα­δει­χθεί επίσης ιδιαί­τερα, όχι μόνο διότι ισχύει πρω­το­γε­νώς με μόνη την έγκριση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικου­με­νι­κού Πατριαρ­χείου Κων­στα­ντι­νου­πό­λεως. Πρέπει επίσης να ανα­δει­χθεί διότι πλέον χωρίς ανάγκη ανα­λο­γι­κής επί­κλη­σης άλλων δάνειων κανόνων, ανα­πλη­ρώ­νει θεσμικό κενό και κανο­νι­στι­κώς και με πλη­ρό­τητα εξα­σφα­λί­ζει και τύποις όπως επι­βάλ­λε­ται, την απαι­τού­μενη χρη­στό­τητα και δια­φά­νεια στη διοί­κηση και λει­τουρ­γία μιας τέτοιας σημα­σίας και αξίας Ιεράς Μονής που είναι Σύμβολο της Ορθο­δο­ξίας στις Νότιες Σπο­ρά­δες νήσους και με βαθειά Πίστη τιμά και τιμάται από όλους τους Δωδε­κα­νή­σιους και όχι μόνο. Επίσης ως προη­γού­μενο ο Κανο­νι­σμός μπορεί να απο­τε­λέ­σει πρότυπο και οδηγό και για τις λοιπές οντό­τη­τες της Ορθο­δο­ξίας στη Δωδε­κά­νησο, με προ­σαρ­μογή βέβαια κατά τις ειδι­κό­τε­ρες συν­θή­κες και ιδιαι­τε­ρό­τη­τες κάθε μιας.

Παρά­δειγμα επίσης επι­τυ­χών προη­γού­με­νων συνεν­νο­ή­σεων και συμ­φω­νιών μεταξύ Οικου­με­νι­κού Πατριαρ­χείου και Κράτους, ήταν η σχετικά πρό­σφατη νομο­θέ­τηση ειδικών δια­τά­ξεων για τις ορθό­δο­ξες οντό­τη­τες της Δωδε­κα­νή­σου, με το άρθρα 21 και 22 του νόμου 4301/2014. Μεταξύ των δια­τά­ξεων αυτών ανα­γνω­ρί­ζε­ται και νομο­θε­τικά, επι­λύ­ο­ντας σοβαρά προ­βλή­ματα, ο χαρα­κτή­ρας και η θεσμική υπεροχή των ορθό­δο­ξων οντο­τή­των της Δωδε­κα­νή­σου (Ι. Μητρο­πό­λεων, Ι. Ναών και Ι. Μονών) ως Ν.Π.Δ.Δ., κατά το ισότιμο των αντί­στοι­χων της Εκκλη­σίας της Ελλάδας, όπως επίσης ότι ομοίως ισχύουν και στη Δωδε­κά­νησο οι δια­τά­ξεις προ­στα­σίας των εκκλη­σια­στι­κών ακι­νή­των.

Βεβαίως εκκρεμή νομικά ζητή­ματα που χρήζουν επίσης προη­γού­με­νων συνεν­νο­ή­σεων και συμ­φω­νιών μεταξύ Οικου­με­νι­κού Πατριαρ­χείου και Κράτους, συνε­χί­ζουν να υπάρ­χουν, όπως είναι η άδικη μέχρι σήμερα αντι­με­τώ­πιση από την ελλη­νική Πολι­τεία των Ορθό­δο­ξων Κοι­νο­τή­των στην Δωδε­κά­νησο. Θέμα για το οποίο ενώ από πολλές δεκα­ε­τίες υπήρξε ευνοϊκή νομο­θε­τική ρύθμιση υπέρ της Εκκλη­σίας της Ελλάδος, ενο­ποιώ­ντας αυτο­δί­καια τις εκεί Ορθό­δο­ξες Κοι­νό­τη­τες με τις οικείες Μητρο­πό­λεις και Ενορίες, αντί­θετα στη Δωδε­κά­νησο αδίκως δεν έγινε το ίδιο. Δια­τη­ρεί­ται με διά­ταγμα του Στρα­τιω­τι­κού Διοι­κητή Δωδε­κα­νή­σου του 1947 (…) το ίδιο εν πολλοίς καθε­στώς που επέβαλε η ιτα­λο­κρα­τία, προς εξα­φά­νιση κάθε πτυχής της τερά­στιας εθνι­κο­παι­δα­γω­γι­κής δράσης που με βάση ακλό­νητα στοι­χεία του Αρχείου του Ελλη­νι­κού Προ­ξε­νείου στη Ρόδο και σήμερα του Υπουρ­γείου Εξω­τε­ρι­κών, επι­τέ­λε­σαν οι Ορθό­δο­ξες Κοι­νό­τη­τες, ως όργανα των Μητρο­πό­λεων, επί οθω­μα­νι­κής κατοχής αλλά και παρά τις παρεμ­βλη­θεί­σες δυσκο­λίες και επί ιτα­λο­κρα­τίας.

Χάρη των οποίων δράσεων των Ορθό­δο­ξων Κοι­νο­τή­των (Σχολεία, Δικα­στή­ρια, Ληξιαρ­χεία, Κατη­χη­τικά, Φιλό­πτωχα Ταμεία και κυρίως καλ­λιέρ­γεια του εθνικού ζητή­μα­τος) κατά βάση μάλιστα δράσεων που ανα­πτύ­χθη­καν στα μεγα­λύ­τερα και πιο πολυ­πληθή νησιά της Ρόδου και Κω, που ήσαν όμως και τα πιο δυνα­στευ­μένα ως «δορυά­λωτα», δια­τη­ρή­θηκε η ελλη­νι­κό­τητα της Δωδε­κα­νή­σου, αφού οι Ορθό­δο­ξες Χρι­στια­νι­κές Κοι­νό­τη­τες ήταν και στη Δωδε­κά­νησο οι κεντρι­κοί φορείς έμπνευ­σης και εξά­πλω­σης των ιδεών και των αγώνων, για να υπάρχει σήμερα ελεύ­θερη η Δωδε­κά­νη­σος περή­φανο καλο­ρι­ζω­μένο κλαδί στον εθνικό κορμό. Συμ­βάλ­λο­ντας έτσι προ­κει­μέ­νου και στην δωδε­κα­νη­σιακή περι­φέ­ρεια να δικαιο­λο­γεί­ται απόλυτα, του­λά­χι­στον κατά το πλη­θυ­σμιακό κρι­τή­ριο κατ’ αρχήν, η από το Σύνταγμα καθιέ­ρωση της θρη­σκείας της Ανα­το­λι­κής Ορθό­δο­ξης Εκκλη­σίας του Χριστού, κατά το εδάφιο 1 της παραγρ. 1 του άρθρου 3 του Συντάγ­μα­τος, ως «επι­κρα­τούσα θρη­σκεία στην Ελλάδα».

Και είναι αυτο­νό­ητο κατά τη γνώμη μου, ότι η παρα­πάνω διάταξη πρέπει να δια­τη­ρη­θεί στο υπό ανα­θε­ώ­ρηση Σύνταγμα, όχι από κάποια δογ­μα­τική θρη­σκο­λη­πτική αντί­ληψη, αλλά διότι η διάταξη αυτή μέσα στο Σύνταγμα της χώρας, απο­τε­λεί θεμε­λιώ­δες στοι­χείο αυτο­προσ­διο­ρι­σμού και αυτο­συ­νει­δη­σίας της ελλη­νι­κής κοι­νω­νίας.

Εύχομαι να μην επι­κρα­τή­σουν νεο­φώ­τι­στες και ευκο­λό­πι­στα ηχούσες και­νο­τό­μες ιδέες που υπό την ιδε­ο­λη­ψία του πλήρους δια­χω­ρι­σμού σχέσεων κράτους και πολι­τείας, και με παρα­γνώ­ριση ότι το ζήτημα αυτό υπό το καθε­στώς «Ομο­τα­ξίας» με πλήρη επι­τυ­χία μπορεί να αντι­με­τω­πι­σθεί, παρά ταύτα πετύ­χουν να υπο­σκά­ψουν στο Σύνταγμα όποια διάταξη θυμίζει Εκκλη­σία. Χωρίς να υπο­λο­γί­ζουν όμως ότι αυτό δεν θα αφορά μόνο την Εκκλη­σία, αλλά κρί­σι­μες και πολύ ευρύ­τε­ρες παρα­μέ­τρους που παγιώ­θη­καν μέσα από την ιστο­ρική δια­δρομή γενεών και γενεών του Ελλη­νι­κού Λαού και που πλέον τον προσ­διο­ρί­ζουν κατα­λυ­τικά, καθώς επίσης αδια­φο­ρώ­ντας αντι­δη­μο­κρα­τικά, αν παρα­βιά­ζο­νται θεμε­λιώδη παναν­θρώ­πινα δικαιώ­ματα της σιω­πη­λής μάλιστα υπερ-πλειοψηφίας των πολιτών.

Εν κατα­κλείδι απο­τε­λεί πρώ­τι­στη υπο­χρέ­ωση των Δωδε­κα­νη­σίων, η εγρή­γορση για τη συνταγ­μα­τική δια­φύ­λαξη και προ­στα­σία του Ειδικού Πατριαρ­χι­κού Καθε­στώ­τος που ισχύει για τις Επαρ­χίες Δωδε­κα­νή­σου του Οικου­με­νι­κού Θρόνου.

Είναι δε βέβαιο, και απο­δεί­χθηκε από την υπέρ­βαση τόσων δυσκο­λιών που είχε στο ξεκί­νημα της η πρό­σφατη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθο­δό­ξου Εκκλη­σίας» που συνε­κλήθη στην Κρήτη, ότι και πάλι υπό την συνετή, διο­ρα­τική και σώφρονα ηγεσία του Οικου­με­νι­κού Πατριάρχη κ.κ. Βαρ­θο­λο­μαίου, η έκβαση θα είναι επι­τυ­χής, ώστε όχι μόνο θα δια­τη­ρη­θεί αλλά και θα δια­τρα­νω­θεί ακόμη πιο απο­φα­σι­στικά η υψηλή για τη Δωδε­κά­νησο Τιμή να συγκα­τα­λέ­γε­ται άμεσα στις Επαρ­χίες του Οικου­με­νι­κού Θρόνου. Τιμή τέλος που της προσ­δί­δει και το επίσης υψηλό και εξαι­ρε­τικά σημα­ντικό δικαί­ωμα, επα­νει­λημ­μένα να ορί­ζο­νται Μέλη της Αγίας και Ιεράς Συνόδου Μητρο­πο­λί­τες της και έτσι όχι μόνο μέσω Αυτών να ακού­γε­ται άμεσα η φωνή της στο Κέντρο της Ορθο­δο­ξίας, αλλά και να συμ­με­τέ­χει ακόμη στα ανά την Οικου­μένη δρώμενα της Ορθό­δο­ξης Εκκλη­σίας.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.