Θεόδωρου
Μ. Παπαγεωργίου
Άρχοντα Δικαιοφύλακα
Οικουμενικού Πατριαρχείου
Κωνσταντινουπόλεως

Την ώρα που ξεκινούν οι συζητήσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος, οι οποίες εκτείνονται και σε θέματα που αφορούν τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, θεωρώ ότι επιβάλλεται ως Δωδεκανήσιοι να αναδείξουμε και να διαφυλάξουμε αποφασιστικά το ειδικό καθεστώς που διέπει τις σχέσεις της Πολιτείας με τις Επαρχίες Δωδεκανήσου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως αυτές εφαρμοστικά αναγνωρίζονται και από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 5 του νόμου 590/1977 δηλαδή του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, οι Επαρχίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Δωδεκάνησο διατηρούν το «έκπαλαι» ισχύον Ειδικό Πατριαρχικό Καθεστώς που είχαν και δεν εφαρμόζονται γι’ αυτές οι διατάξεις που η Πολιτεία θεσπίζει για την Εκκλησία της Ελλάδος.
Συγκεκριμένα οι έξι εκκλησιαστικές Επαρχίες της Δωδεκανήσου, δηλαδή οι πέντε Μητροπόλεις Δωδεκανήσου α) Ρόδου, β) Κω και Νισύρου, γ) Λέρου, Καλύμνου και Αστυπάλαιας, δ) Καρπάθου και Κάσου, ε) Σύμης, Τήλου, Χάλκης και Καστελλορίζου, μετά της Πατριαρχικής Εξαρχίας Πάτμου, όπως διαρθρώνονται σε Ενορίες- Ιερούς Ναούς και σε Ιερές Μονές, βρίσκονται σε άμεση κανονική, πνευματική και διοικητική εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Το γεγονός αυτό συνεπάγεται ότι και οι έξι εκκλησιαστικές Επαρχίες της Δωδεκανήσου ως προς τις σχέσεις τους με την Πολιτεία, διέπονται από το αποκαλούμενο καθεστώς «Ομοταξίας». Δηλαδή σε οτιδήποτε αφορά ρύθμιση ζητημάτων κοινού ενδιαφέροντος Εκκλησίας και Πολιτείας στη Δωδεκάνησο, επιβάλλεται να προηγείται στάδιο προηγούμενων συνεννοήσεων και συμφωνιών μεταξύ Κράτους και Οικουμενικού Πατριαρχείου, επιστέγασμα και τελική εφαρμογή των οποίων να συνιστά η θέσπιση ή έκδοση διατάξεων ή διαπιστωτικών πράξεων που ρυθμίζουν τα ζητήματα αυτά.
Σύμφωνα με το Σύνταγμα, το ίδιο καθεστώς ισχύει σε απόλυτο αυτοδιοικητικό βαθμό για το Άγιο Όρος και σε μερικότερο αυτοδιοικητικό βαθμό για την ημιαυτόνομη Εκκλησία της Κρήτης και ακόμη μερικότερο για τις «Νέες Χώρες» που υπήχθησαν στην Εκκλησία της Ελλάδας.
Αντίθετα με το καθεστώς της «Ομοταξίας» που ισχύει στη Δωδεκάνησο, για τις εκκλησιαστικές οντότητες (Ιερές Μητροπόλεις, Ιερούς Ναούς, Ιερές Μονές) της Εκκλησίας της Ελλάδας, ισχύει το αποκαλούμενο καθεστώς «Πολιτειοκρατίας». Κατά το καθεστώς της «Πολιτειοκρατίας» η λειτουργία των εκκλησιαστικών οντοτήτων σε κάθε τομέα, πέραν βέβαια του αυστηρά πνευματικού, διέπεται από κανόνες που θεσπίζει η Πολιτεία κατά αποκλειστική δικαιοδοσία, χωρίς δηλαδή κατά το τυπικό τουλάχιστον, να απαιτούνται προηγούμενες συνεννοήσεις και συμφωνίες με την Εκκλησία της Ελλάδος και τα όργανα διοικήσεως αυτής.
Είναι σαφές λοιπόν και νομίζω εύκολα αντιληπτό από τον καθένα, ότι το καθεστώς «Πολιτειοκρατίας» δημιουργεί από τη φύση του σοβαρά ζητήματα παρεμβάσεων του Κράτους όχι μόνο σε εξωτερικές αλλά και σε εσωτερικές υποθέσεις της Εκκλησίας. Οι παρεμβάσεις αυτές του Κράτους στον ελλαδικό χώρο ξεκίνησαν αμέσως μετά την Επανάσταση του 1821, φαινομενικά στο όνομα του «απογαλακτισμού» της Εκκλησίας του νεοσυσταθέντος κράτους από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, στη πραγματικότητα όμως για να ελεγχθεί η Εκκλησία από την τότε ξενόφερτη Αντιβασιλεία.
Είναι προφανές επίσης ότι με το καθεστώς «Πολιτειοκρατίας», δημιουργούνται και διαιωνίζονται προβλήματα συμβατότητας με το πλαίσιο των διεθνώς κατοχυρωμένων ανθρώπινων δικαιωμάτων και ελευθεριών, μάλιστα δε αυτών της θρησκευτικής ελευθερίας.
Παραδείγματος χάρη, υπό το καθεστώς των παρεμβάσεων του κράτους που κατά την πολιτειοκρατία ισχύει για την Εκκλησία της Ελλάδας, η ίδρυση Μητρόπολης και ο διορισμός Μητροπολίτη, απαιτούν αντίστοιχα τη προηγούμενη από τη Πολιτεία θέσπιση νόμου και την έκδοση προεδρικού διατάγματος, τελούν δηλαδή υπό τη κυρίαρχη βούληση του κράτους. Επίσης ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδας, που διέπει σε κάθε τομέα, πλην του αυστηρά πνευματικού, τη διοίκηση και τη λειτουργία αυτής και που σήμερα όπως προαναφέρθηκε είναι ο νόμος 590/1977, αποτελείται από κανόνες που θέσπισε το κράτος και που θεωρητικά τουλάχιστον μπορεί ελεύθερα να καταργεί και να τροποποιεί, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση μαζί της.
Αντίθετα υπό το καθεστώς της «Ομοταξίας», στο ίδιο παράδειγμα, η ίδρυση νέας Μητρόπολης και ο διορισμός Μητροπολίτη ή Πατριαρχικού ΄Εξαρχου στις Επαρχίες Δωδεκανήσου, είναι προϊόν της αδέσμευτης βούλησης της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου . ΄Οπως ακριβώς δηλαδή συνέβη με τη σύσταση της Μητροπόλεως Σύμης το 2004 και τον διορισμό του πρώτου Μητροπολίτη και μέχρι σήμερα δραστήριου και ρηξικέλευθου Αρχιερέα αυτής, του από την ΄Ιμβρο κ.κ. Χρυσόστομου Δημητριάδη, μέχρι τότε Επισκόπου Γερμανίας, για την οποία ίδρυση και διορισμό, απαιτήθηκε μόνο η έγκριση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Πατριαρχικός Συνοδικός Τόμος 478/28-04-2004) και στη συνέχεια η έκδοση απλής διαπιστωτικής πράξης από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (Β/1717/18-11-2004).
Πρόσφατα επίσης, ευτυχής συγκυρία, κατά την από της αναρρήσεως στον Οικουμενικό Θρόνο συμπλήρωση εικοσιπενταετούς ευκλεούς Πατριαρχείας από τον «Πρώτο τη τάξει» στην Ορθόδοξη Εκκλησία και Προκαθήμενο του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο, η Αγία και η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, κατόπιν εισηγήσεως του Μητροπολίτη Σύμης, Τήλου, Χάλκης και Καστελλορίζου ενέκρινε και ήδη δημοσιευθείς δεόντως ισχύει «Κανονισμός Διοικήσεως και Λειτουργίας της Ιεράς Μονής Ταξιάρχου Μιχαήλ του Πανορμίτου», (Βλ. Δελτίον «Δωδεκάνησος» των εν Δωδεκανήσω Επαρχιών του Οικουμενικού Θρόνου, τεύχος ΙΑ΄, σελ 295 επομ.). Η ως άνω θέσπιση του πρώτου από το 1843 Κανονισμού της Ιεράς Μονής Ταξιάρχου Μιχαήλ του Πανορμίτη, πρέπει να αναδειχθεί επίσης ιδιαίτερα, όχι μόνο διότι ισχύει πρωτογενώς με μόνη την έγκριση της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Πρέπει επίσης να αναδειχθεί διότι πλέον χωρίς ανάγκη αναλογικής επίκλησης άλλων δάνειων κανόνων, αναπληρώνει θεσμικό κενό και κανονιστικώς και με πληρότητα εξασφαλίζει και τύποις όπως επιβάλλεται, την απαιτούμενη χρηστότητα και διαφάνεια στη διοίκηση και λειτουργία μιας τέτοιας σημασίας και αξίας Ιεράς Μονής που είναι Σύμβολο της Ορθοδοξίας στις Νότιες Σποράδες νήσους και με βαθειά Πίστη τιμά και τιμάται από όλους τους Δωδεκανήσιους και όχι μόνο. Επίσης ως προηγούμενο ο Κανονισμός μπορεί να αποτελέσει πρότυπο και οδηγό και για τις λοιπές οντότητες της Ορθοδοξίας στη Δωδεκάνησο, με προσαρμογή βέβαια κατά τις ειδικότερες συνθήκες και ιδιαιτερότητες κάθε μιας.
Παράδειγμα επίσης επιτυχών προηγούμενων συνεννοήσεων και συμφωνιών μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Κράτους, ήταν η σχετικά πρόσφατη νομοθέτηση ειδικών διατάξεων για τις ορθόδοξες οντότητες της Δωδεκανήσου, με το άρθρα 21 και 22 του νόμου 4301/2014. Μεταξύ των διατάξεων αυτών αναγνωρίζεται και νομοθετικά, επιλύοντας σοβαρά προβλήματα, ο χαρακτήρας και η θεσμική υπεροχή των ορθόδοξων οντοτήτων της Δωδεκανήσου (Ι. Μητροπόλεων, Ι. Ναών και Ι. Μονών) ως Ν.Π.Δ.Δ., κατά το ισότιμο των αντίστοιχων της Εκκλησίας της Ελλάδας, όπως επίσης ότι ομοίως ισχύουν και στη Δωδεκάνησο οι διατάξεις προστασίας των εκκλησιαστικών ακινήτων.
Βεβαίως εκκρεμή νομικά ζητήματα που χρήζουν επίσης προηγούμενων συνεννοήσεων και συμφωνιών μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Κράτους, συνεχίζουν να υπάρχουν, όπως είναι η άδικη μέχρι σήμερα αντιμετώπιση από την ελληνική Πολιτεία των Ορθόδοξων Κοινοτήτων στην Δωδεκάνησο. Θέμα για το οποίο ενώ από πολλές δεκαετίες υπήρξε ευνοϊκή νομοθετική ρύθμιση υπέρ της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενοποιώντας αυτοδίκαια τις εκεί Ορθόδοξες Κοινότητες με τις οικείες Μητροπόλεις και Ενορίες, αντίθετα στη Δωδεκάνησο αδίκως δεν έγινε το ίδιο. Διατηρείται με διάταγμα του Στρατιωτικού Διοικητή Δωδεκανήσου του 1947 (…) το ίδιο εν πολλοίς καθεστώς που επέβαλε η ιταλοκρατία, προς εξαφάνιση κάθε πτυχής της τεράστιας εθνικοπαιδαγωγικής δράσης που με βάση ακλόνητα στοιχεία του Αρχείου του Ελληνικού Προξενείου στη Ρόδο και σήμερα του Υπουργείου Εξωτερικών, επιτέλεσαν οι Ορθόδοξες Κοινότητες, ως όργανα των Μητροπόλεων, επί οθωμανικής κατοχής αλλά και παρά τις παρεμβληθείσες δυσκολίες και επί ιταλοκρατίας.
Χάρη των οποίων δράσεων των Ορθόδοξων Κοινοτήτων (Σχολεία, Δικαστήρια, Ληξιαρχεία, Κατηχητικά, Φιλόπτωχα Ταμεία και κυρίως καλλιέργεια του εθνικού ζητήματος) κατά βάση μάλιστα δράσεων που αναπτύχθηκαν στα μεγαλύτερα και πιο πολυπληθή νησιά της Ρόδου και Κω, που ήσαν όμως και τα πιο δυναστευμένα ως «δορυάλωτα», διατηρήθηκε η ελληνικότητα της Δωδεκανήσου, αφού οι Ορθόδοξες Χριστιανικές Κοινότητες ήταν και στη Δωδεκάνησο οι κεντρικοί φορείς έμπνευσης και εξάπλωσης των ιδεών και των αγώνων, για να υπάρχει σήμερα ελεύθερη η Δωδεκάνησος περήφανο καλοριζωμένο κλαδί στον εθνικό κορμό. Συμβάλλοντας έτσι προκειμένου και στην δωδεκανησιακή περιφέρεια να δικαιολογείται απόλυτα, τουλάχιστον κατά το πληθυσμιακό κριτήριο κατ’ αρχήν, η από το Σύνταγμα καθιέρωση της θρησκείας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, κατά το εδάφιο 1 της παραγρ. 1 του άρθρου 3 του Συντάγματος, ως «επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα».
Και είναι αυτονόητο κατά τη γνώμη μου, ότι η παραπάνω διάταξη πρέπει να διατηρηθεί στο υπό αναθεώρηση Σύνταγμα, όχι από κάποια δογματική θρησκοληπτική αντίληψη, αλλά διότι η διάταξη αυτή μέσα στο Σύνταγμα της χώρας, αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο αυτοπροσδιορισμού και αυτοσυνειδησίας της ελληνικής κοινωνίας.
Εύχομαι να μην επικρατήσουν νεοφώτιστες και ευκολόπιστα ηχούσες καινοτόμες ιδέες που υπό την ιδεοληψία του πλήρους διαχωρισμού σχέσεων κράτους και πολιτείας, και με παραγνώριση ότι το ζήτημα αυτό υπό το καθεστώς «Ομοταξίας» με πλήρη επιτυχία μπορεί να αντιμετωπισθεί, παρά ταύτα πετύχουν να υποσκάψουν στο Σύνταγμα όποια διάταξη θυμίζει Εκκλησία. Χωρίς να υπολογίζουν όμως ότι αυτό δεν θα αφορά μόνο την Εκκλησία, αλλά κρίσιμες και πολύ ευρύτερες παραμέτρους που παγιώθηκαν μέσα από την ιστορική διαδρομή γενεών και γενεών του Ελληνικού Λαού και που πλέον τον προσδιορίζουν καταλυτικά, καθώς επίσης αδιαφορώντας αντιδημοκρατικά, αν παραβιάζονται θεμελιώδη πανανθρώπινα δικαιώματα της σιωπηλής μάλιστα υπερ-πλειοψηφίας των πολιτών.
Εν κατακλείδι αποτελεί πρώτιστη υποχρέωση των Δωδεκανησίων, η εγρήγορση για τη συνταγματική διαφύλαξη και προστασία του Ειδικού Πατριαρχικού Καθεστώτος που ισχύει για τις Επαρχίες Δωδεκανήσου του Οικουμενικού Θρόνου.
Είναι δε βέβαιο, και αποδείχθηκε από την υπέρβαση τόσων δυσκολιών που είχε στο ξεκίνημα της η πρόσφατη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας» που συνεκλήθη στην Κρήτη, ότι και πάλι υπό την συνετή, διορατική και σώφρονα ηγεσία του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου, η έκβαση θα είναι επιτυχής, ώστε όχι μόνο θα διατηρηθεί αλλά και θα διατρανωθεί ακόμη πιο αποφασιστικά η υψηλή για τη Δωδεκάνησο Τιμή να συγκαταλέγεται άμεσα στις Επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου. Τιμή τέλος που της προσδίδει και το επίσης υψηλό και εξαιρετικά σημαντικό δικαίωμα, επανειλημμένα να ορίζονται Μέλη της Αγίας και Ιεράς Συνόδου Μητροπολίτες της και έτσι όχι μόνο μέσω Αυτών να ακούγεται άμεσα η φωνή της στο Κέντρο της Ορθοδοξίας, αλλά και να συμμετέχει ακόμη στα ανά την Οικουμένη δρώμενα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ