Ο Σωτήρης Σέρμπος είναι επίκουρος καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ερευνητικός εταίρος στο Jean Monnet European Centre of Excellence, ΕΚΠΑ.
Στην συνέντευξη που ακολουθεί μιλάει για τα ελληνοτουρκικά αλλά και για τις προσδοκίες της Ελλάδας από την νέα αμερικανική διοίκηση του Τζο Μπάιντεν.

• Κύριε Σέρμπο, να ξεκινήσουμε ζητώντας από εσάς μια πολύ σύντομη αποτίμηση στο μέτωπο των γεωπολιτικών μας θεμάτων –όχι μόνον για τα ελληνοτουρκικά αλλά και για τις συμφωνίες που υπέγραψε η Ελλάδα.
Με αφορμή την πολύ έντονη δραστηριοποίηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής σε περιφερειακό επίπεδο, αυτό ήταν μια εξέλιξη που ‘πάτησε’ την σκανδάλη προκειμένου και η Ελλάδα να μπει με θετικό πρόσημο, σε ένα –όπως πολύ σωστά αναφέρατε- γεωπολιτικό παίγνιο που διαδραματίζεται στην περιοχή, τόσο της Μεσογείου όσο και της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Άρα, η υπογραφή του Τουρκο-Λιβυκού μνημονίου το Νοέμβριο του 2019, ήταν αυτό που όπως ανέφερα πάτησε τη σκανδάλη προκειμένου Ελλάδα να προχωρήσει σε δύο οριοθετήσεις θαλασσίων ζωνών (μία με την Ιταλία και μία με την Αίγυπτο). Αυτό ήταν μια σημαντική εξέλιξη διότι μέχρι τότε η χώρα μας, παρά την πολύ σωστή επίκλησή της στο Δίκαιο της Θάλασσας, δεν είχε υπογράψει με κάποια από τις όμορες χώρες της περιοχής. Την ίδια στιγμή, ενίσχυσε το αποτύπωμά της προκειμένου να προσπαθήσει να ευθυγραμμίσει τα εθνικά της συμφέροντα με τα συμφέροντα άλλων χωρών που βλέπουν με μεγάλη ανησυχία την υπέρμετρη στρατιωτικοποίηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Αυτό είναι ένα νέο στοιχείο που μετά τη Συρία το είδαμε έντονα στη Λιβύη, πολύ πρόσφατα στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, όπου η Τουρκία προσπάθησε να προβάλει πολύ έντονα την στρατιωτική της ισχύ και να ενισχύσει τη θέση της στο πεδίο. Στην πορεία, βλέπαμε την Τουρκία από το καλοκαίρι κι έπειτα, να προχωράει σε προκλητικές ενέργειες εντός θαλασσίων ζωνών με την Ελλάδα που είναι μη οριοθετημένες. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση της Ελλάδας, προκειμένου πέρα από την αποτρεπτική μας ισχύ την οποία συνεχίζουμε να ενισχύουμε και σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο (π.χ. να αναφέρω την αγορά των Ραφάλ που έχουν κάποια ιδιαίτερα πλεονεκτήματα σε επιχειρησιακό επίπεδο έναντι των Μιράζ και των F-16). Συνεπώς, η Ελλάδα προσανατολίζεται στο ό,τι η αποτρεπτική μας ισχύ, αποτελεί ένα επιπλέον εργαλείο προκειμένου η Τουρκία να πιεστεί και να προσέλθει σε έναν διάλογο με την χώρα μας –με οριοθετημένη ατζέντα και μεθοδολογία. Άρα, η Ελλάδα θα συνεχίσει να επενδύει, από αέρος και θαλάσσης, προκειμένου να μην ανατραπεί η ισορροπία δυνάμεων. Την ίδια στιγμή καταβάλαμε μια σημαντική προσπάθεια για την διεθνοποίηση του ζητήματος –δηλαδή, τα ελληνοτουρκικά να βγουν από το στενό διμερές πλαίσιο και να μπουν, αν θέλετε, στο πλέγμα των σχέσεων της Τουρκίας τόσο με την Ε.Ε. όσο και ευρύτερα σε αυτό το γεωπολιτικό μπρα-ντε-φερ που διαδραματίζεται στην περιοχή μας.
Μια άλλη αλλαγή που περιμένουμε να δούμε πώς θα επηρεάσει είναι η αλλαγή στην αμερικανική διοίκηση –δηλαδή η προεδρία του Τζο Μπάιντεν που αναλαμβάνει στις 20 Ιανουαρίου κι εκεί περιμένουμε να εξετάσουμε ποιος θα είναι ο αντίκτυπος στις σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας, πώς αυτό θα επηρεάσει και τα ζητήματα διμερούς ενδιαφέροντος την Ελλάδα και θα δούμε πώς θα εμβαθύνουμε τις σχέσεις μας με τις ΗΠΑ –κάτι το οποίο πετύχαμε από το 2018 και συνεχίζεται σταθερά. Πάντως, το πρώτο τρίμηνο της χρονιάς, περιμένουμε την αξιολόγηση των ευρω-τουρκικών σχέσεων.
Να αναφέρουμε ακόμη μία σημαντική εξέλιξη, στον Έβρο τον Φεβρουάριο & Μάρτιο του 2020, όταν η Τουρκία προχώρησε σε ένα οργανωμένο σχέδιο εκ μέρους των τουρκικών αρχών, για την μετακίνηση προσφυγο-μεταναστευτικών πληθυσμών από τα χερσαία σύνορα της Ελλάδας, όπου η χώρα μας έδωσε μια ιδιαίτερα πειστική απάντηση, αποτρέποντας μια τέτοια εξέλιξη και συνεχίζουμε την διαπραγμάτευση ώστε τον Ιούνιο του 2021 να καταλήξουμε σε μια ευρωπαϊκή συμφωνία για τη μετανάστευση και το άσυλο που θα θωρακίσει καλύτερα την χώρα μας και βεβαίως, θα συνεπάγεται μεγαλύτερη αλληλεγγύη εκ μέρους των υπολοίπων κρατών – μελών απέναντι σε χώρες πρώτης γραμμής (Ελλάδα, Ισπανία, Μάλτα και Ιταλία).
• Για τις ΗΠΑ, είδαμε την στάση του αμερικανικού Κογκρέσσου για τις κυρώσεις κατά της Τουρκίας. Ωστόσο, ο Τραμπ θεωρήθηκε ως ένας Πρόεδρος περισσότερο ‘φιλικός’ απέναντι στον Ερντογάν. Τι μπορούμε να περιμένουμε από τον Μπάιντεν;
Κοιτάξτε, θα έχουμε μια επιστροφή στην ομαλότητα, αλλά χωρίς να τρέφουμε και… αυταπάτες. Το θετικό για την φιλελεύθερη διεθνή τάξη, είναι ότι ο Τούρκος Πρόεδρος θα χάσει την αδιαμεσολάβητη σχέση που είχε σφυρηλατήσει με τον ομόλογό του στον Λευκό Οίκο (το… αφτί του Ντ. Τραμπ) διότι πολλές φορές ενώ οι ΗΠΑ ήθελαν να προχωρήσουν στην επιβολή κυρώσεων, δεν το έκαναν. Από εκεί και πέρα, αυτό που περιμένουμε είναι μια πιο συστηματική αξιολόγηση των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων. Σαφέστατα θα υπάρχει και ο παράγοντας Ρωσία αφού το εύρος του ρωσικού αποτυπώματος στην αυτονόμηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, θα μπει στο τραπέζι. Επιπλέον, θα έχουμε μια αμερικανική διοίκηση με πολύ πιο έντονο το ΝΑΤΟ-κεντρικό πρόσημο σε αντιδιαστολή με τον Ντ.Τραμπ ενώ περιμένουμε μια διοίκηση, φιλικά διακείμενη προς την Ε.Ε. Θα γίνει μια προσπάθεια επανεκκίνησης των μεταξύ τους σχέσεων που έχουν τραυματιστεί βαριά την τελευταία τετραετία. Συνεπώς, στα θέματα εξωτερικής πολιτικής που έχουμε δει την Ε.Ε. να υπολείπεται και να μην μπορεί να εκπονήσει μια ενιαία στρατηγική, η συνδρομή των ΗΠΑ θα είναι σημαντική προκειμένου να ευθυγραμμιστεί η Ευρώπη (και ο γαλλο-γερμανικός άξονας που παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις). Από εκεί και πέρα, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας, ότι οι ΗΠΑ θα προσπαθήσουν να ξεδιπλώσουν ένα συνδυασμένο πλέγμα από ανταλλάγματα και… μαστίγια που θα έχουν έναντι της Τουρκίας, με πιο συστηματικό τρόπο και να δούμε πώς αυτό θα έχει αντίκτυπο στα ζητήματα ελληνικού ενδιαφέροντος. Θεωρώ ότι οι ΗΠΑ θα ξεκινήσουν πρώτα με την Ρωσία και με την Μέση Ανατολή.
Όσον αφορά στην περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων στην Μεσόγειο, σαφέστατα η Τουρκία θέλει να ανατρέψει το status quo άρα είναι σημαντικό εκ μέρους των ΗΠΑ να έχουν μια πολύ ξεκάθαρη θέση όσον αφορά μια σειρά από γκρίζα και θολά σημεία. Συνεπώς, σε αυτή την αμερικανο-τουρική διαπραγμάτευση, η Ελλάδα πρέπει να αξιώσει σημαντική συμβολή για τον ρόλο της στα δυτικά Βαλκάνια, ΝΑ Ευρώπη και Ανατολική Μεσόγειο.
• Η τουρκική κυβέρνηση επιμένει ότι θέλει διάλογο αλλά η Ελλάδα αρνείται να καθίσει στο τραπέζι. Θα ήθελα το σχόλιό σας. Διάλογο… πού;
Αυτό που βλέπουμε από την πλευρά του Ερντογάν είναι μια κατ’ αρχήν διάθεση να προχωρήσει σε μια έστω και μερική ομαλοποίηση της εξωτερικής του πολιτικής. Η Ελλάδα έχει απαντήσει από πολύ νωρίς για τις διερευνητικές επαφές αλλά με την προϋπόθεση να συμφωνήσουμε σε μια οριοθετημένη ατζέντα με θαλάσσιες ζώνες και με συγκεκριμένη μεθοδολογία. Εάν αποτύχουν οι δύο πλευρές θα προσφύγουμε στην διεθνή διαιτησία.
Περί Συνθήκης της Λωζάνης θα κάνω μια γενική παρατήρηση: Είναι ωφέλιμο να προσεγγίζουμε την Τουρκία όχι μόνο με δυτική οπτική ή πως εμείς θα τη θέλαμε από κοινού με τη σχέση που επιθυμούμε μαζί της αλλά και πως η ίδια βλέπει τον εαυτό της.
1. Επαναδιαπραγμάτευση της σχέσης της με τη Δύση. Για τον Τούρκο πρόεδρο η Λωζάνη φέρει τη σφραγίδα του Μουσταφά Κεμάλ και της προσέγγισής του με τη Δύση (η οποία τότε ήταν ισχυρή και ενωμένη εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας). Για τον Ερντογάν τα πράγματα έχουν αλλάξει τόσο για τη Δύση όσο και για τη χώρα του (η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τέμενος έγινε και για αυτό τον λόγο).
2. Υπάρχει ένα σημαντικό τμήμα της τουρκικής κοινωνίας που σ’ επίπεδο βαθύτερων αντιλήψεων ασπάζεται τα παραπάνω. Επιπλέον αποτελεί σημείο συνάντησης του οθωμανικού ισλαμισμού με τον Κεμαλικό εθνικισμό και τον παντουρκισμό.
3. Στην Ελλάδα έχουμε υποτιμήσει τον αναβαθμισμένο ρόλο που απολαμβάνει ως κυβερνητικός εταίρος το MHP στο πλαίσιο του power structure και την αρχιτεκτονική εξουσίας του προεδρικού συστήματος. Εκεί θα δοκιμαστούν τα όρια / room to maneuver μιας πιθανής μερικής ομαλοποίησης που ήδη επιχειρείται εκ μέρους του Τούρκου προέδρου σε οικονομία και εξωτερική πολιτική.

Σχολιασμός άρθρου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ