ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ

“Μηνάς Μάρκου Μαλλιαράκης” – Εργασία της Ευαγγελίας Μ. Παναή

news room 1 λεπτό ανάγνωση
Ευαγγελία Παναή

Εργασία της Ευαγ­γε­λίας Μ. Παναή,που παρου­σιά­στηκε στις 29/6/2024, στο Συμπό­σιο της Στέγης Γραμ­μά­των και Τεχνών Δωδε­κα­νή­σου, το οποίο έγινε στην Ηρωική Νήσο Κάσο, προς τιμήν των δια­κο­σίων χρόνων (1824 – 2024), από το ολο­καύ­τωμα του νησιού.

Μηνάς Μάρκου Μαλ­λια­ρά­κης : ένας Αιγυ­πτιώ­της δικη­γό­ρος από την Κάσο, στην Βιλ­λα­νόβα Ρόδου του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.

Επέλεξα αυτό το θέμα, αφενός ως ένα προ­σω­πικό μου προ­σκύ­νημα στην Ηρωική Νήσο Κάσο που μάς φιλο­ξε­νεί προς τιμήν των δια­κο­σίων χρόνων από το ηρωικό ολο­καύ­τωμα της και στα τέκνα της που δια­κρί­θη­καν όπου Γης. Αφε­τέ­ρου δε και για να ανα­δείξω το πρό­βλημα του δια­χρο­νι­κού, συστη­μα­τι­κού, δόλιου ευτε­λι­σμού της Δημό­σιας Περιου­σίας εκ μέρους της Ελλη­νι­κής Πολι­τείας, με σκοπό την ιδιω­τι­κο­ποί­ηση της, όπως συμ­βαί­νει εδώ και δεκα­ε­τίες στο Κρατικό Αγρό­κτημα Γεωρ­γι­κής Ερεύνης των συνο­λικά περίπου εννια­κο­σίων στρεμ­μά­των, στην Βάρη Παρα­δει­σίου, ένα μέρος του οποίου, στις τελευ­ταίες δεκα­ε­τίες της τουρ­κο­κρα­τίας και στις πρώτες δεκα­ε­τίες της ιτα­λο­κρα­τίας, ανήκε σε δύο άξια τέκνα της κασια­κής παροι­κίας της Αιγύ­πτου, πρώτα στον δικη­γόρο Μάρκο Μαλ­λια­ράκη και ύστερα στον υιό του, επίσης δικη­γόρο, Μηνά Μαλ­λια­ράκη.

Πρό­γο­νος των δύο αυτών ανδρών, υπήρξε ο μεγάλος ήρωας του ολο­καυ­τώ­μα­τος της Κάσου στα 1824, ο καπετάν Μάρκος Μαλ­λια­ρά­κης, ο ξανθός Απόλλων, όπως απο­κα­λεί­ται στην βιβλιο­γρα­φία, ο οποίος έπεσε ηρωικά μαχό­με­νος, κατά την υπε­ρά­σπιση της Κάσου από τους Τουρ­κο­αι­γυ­πτί­ους. Σύμφωνα με τις αφη­γή­σεις των δισεγ­γο­νών του, η γυναίκα του ήρωα, το Δια­σεν­νιό, η οποία ήταν έγγυος κατά την σφαγή, έπεσε στη θάλασσα και σώθηκε από Καρ­πά­θιους και Κρήτες, οι οποίοι την μετά­φε­ραν στην Σύρο από όπου αργό­τερα, κατέ­ληξε στην Αίγυπτο.

Ο Μάρκος Μαλ­λια­ρά­κης , γεν­νή­θηκε στην Αίγυπτο, όπου και σπού­δασε δικη­γό­ρος, επάγ­γελμα που άσκησε στην Αλε­ξάν­δρεια. Δια­κρί­θηκε ιδιαί­τερα ανάμεσα στην μεγάλη και ακμά­ζουσα παροι­κία των Κασιω­τών της Αιγύ­πτου οι οποίοι εργά­στη­καν στην κατα­σκευή της διώ­ρυ­γας του Σουέζ. Ο δικη­γό­ρος Μάρκος Μαλ­λια­ρά­κης, είχε το προ­σω­νύ­μιο «μελίρ­ρυ­τος», λόγω της ευγλωτ­τίας του, αλλά και λόγω των μεγάλων γνώσεων του. Το 1869, όταν η διά­νοιξη της διώ­ρυ­γας ολο­κλη­ρώ­θηκε και ο Γάλλος μηχα­νι­κός Φερ­δι­νάν­δος Λεσέψ συγκέ­ντρωσε όλους τους Κασιώ­τες που εργά­στη­καν στην διά­νοιξή της για να τους ευχα­ρι­στή­σει, επέλεξε να είναι ο Μάρκος Μαλ­λια­ρά­κης ο μετα­φρα­στής της ομιλίας του στην ελλη­νική γλώσσα.

Ο Μάρκος Μαλ­λια­ρά­κης παντρεύ­τηκε στη Ρόδο την Χρυ­σάνθη Χατζη­βα­σίλη, κόρη μεγάλης και πολύ ευκα­τά­στα­της ροδια­κής οικο­γέ­νειας, με ρίζες από την Κων­στα­ντι­νού­πολη. Η κατοι­κία του ζεύγους ήταν στο μαράσι του Αγίου Ιωάννη στην πόλη της Ρόδου. Όμως κάποια στιγμή, ο Μάρκος Μαλ­λια­ρά­κης αγόρασε μία έκταση 85 στρεμ­μά­των στην ξακου­στή, παρα­δει­σέ­νια τοπο­θε­σία της Βάρης Βιλ­λα­νό­βας – στο σημε­ρινό Παρα­δείσι.

Το κτήμα αυτό, απο­τε­λούσε μέρος των περί­φη­μων και ξακου­στών παρα­δεί­σιων κήπων της περιο­χής, που κατά τον Μεσαί­ωνα ανήκαν στις μεγάλες, πάμπλου­τες οικο­γέ­νειες των Φλω­ρε­ντι­νών εμπόρων και τρα­πε­ζι­τών, Bardi και Acciaiuoli. Τόσον ωραίοι, κατα­πρά­σι­νοι

και κατά­φυ­τοι κήποι με κάθε είδους καρ­πο­φόρο δέντρο, που περι­γρά­φο­νται από όλους τους Ευρω­παί­ους περι­η­γη­τές, με τον μεγα­λύ­τερο θαυ­μα­σμό ήδη από τον Μεσαί­ωνα, ως παρα­δεί­σιοι κήποι, ώστε έδωσαν το όνομα τους πρώτα στο βουνό Παρα­δείσι, από το οποίο έλαβε το όνομα του και το χωριό Παρα­δείσι, μετά από την απε­λευ­θέ­ρωση, όταν μετο­νο­μά­στηκε από Βιλ­λα­νόβα που ήταν έως τότε, με απόφαση της αρμό­διας επι­τρο­πής μετο­νο­μα­σιών.

Το μεγάλο αυτό κτήμα, το οποίο κατά τον Μεσαί­ωνα ανήκε στις οικο­γέ­νειες των Φλω­ρε­ντι­νών εμπόρων, στα ύστερα χρόνια της τουρ­κο­κρα­τίας ανήκε σε έναν πλούσιο Αιγύ­πτιο πασά που ασχο­λείτο με το εμπόριο βαμ­βα­κιού από την Αίγυπτο.

Στο τερά­στιο κτήμα του Αιγύ­πτιου πασά, υπήρχε η κατοι­κία του, όπου έμενε με το χαρέμι του, το σημε­ρινό Ίδρυμα Παίδων Άγιος Ανδρέας, η οποία είναι κατα­γε­γραμ­μένη στο ιταλικό κτη­μα­το­λό­γιο ως Villa Pascia. Πλησίον υπήρχε το κιόσκι όπου έκανε την προ­σευχή του, το οποίο μετά την απε­λευ­θέ­ρωση έγινε το εκκλη­σάκι του Αγίου Ανδρέα.

Μέρος αυτού του τερά­στιου παρα­δει­σέ­νιου αγρο­κτή­μα­τος, ήταν τα 85 στρέμ­ματα που αγόρασε ο Μάρκος Μαλ­λια­ρά­κης, που ήταν κατά­φυτα από ελιές, αμπέλια, συκιές και άλλα οπω­ρο­φόρα δέντρα, τα οποία έδιναν ένα αξιό­λογο εισό­δημα.

Εντός του κτή­μα­τος αυτού, ο Μάρκος Μαλ­λια­ρά­κης έχτισε μια κατοι­κία, η οποία εκτός των άλλων, διέθετε και χαμάμ. Αυτήν την κατοι­κία, την χρη­σι­μο­ποιούσε όλα τα χρόνια, ως θερινή κατοι­κία του. Έως ότου, κατοί­κησε εκεί και την χρη­σι­μο­ποί­ησε ως μόνιμη κατοι­κία του, ο υιός του Μηνάς Μαλ­λια­ρά­κης, έως το 1928. Διότι τότε, η κατοι­κία αυτή, όπως και ολό­κληρο το κτήμα Μαλ­λια­ράκη των 85 στρεμ­μά­των, απαλ­λο­τριώ­θηκε από τους Ιταλούς και στην συνέ­χεια χρη­σι­μο­ποι­ή­θηκε ως κατοι­κία μιας οικο­γέ­νειας Ιταλών εποίκων από την Σαρ­δη­νία, οι οποίοι εργά­ζο­νταν στο Ιταλικό Γεωρ­γικό Πει­ρα­μα­τικό Ινστι­τούτο.

Δίπλα της ευρι­σκό­ταν ένα μονό­χωρο, μεσαιω­νικό πέτρινο κτήριο με κουππέ (θόλο), το οποίο ο Μάρκος Μαλ­λια­ρά­κης χρη­σι­μο­ποιούσε ως στάβλο για τα άλογα του και τις δύο άμαξες που διέθετε. Το κτίριο αυτό το οποίο είναι ορατό από τον επαρ­χιακό δρόμο, δια­τη­ρεί­ται έως σήμερα, αλλά με εμφανή τα σημάδια της εγκα­τά­λει­ψης, τόσον εξω­τε­ρικά, όσον και εσω­τε­ρικά.

Ο Μάρκος Μαλ­λια­ρά­κης, εκτός από δικη­γό­ρος, ήταν λόγιος και έγραφε ποι­ή­ματα. Στις επι­στο­λές του προς την οικο­γέ­νεια του, πάντα εκφρα­ζό­ταν με ποι­ή­ματα όπως μαρ­τυ­ρεί η εγγονή του Χρυ­σάνθη Μαλ­λια­ράκη – Ατσα­λάκη, θυγα­τέρα του υιού του, Μηνά Μαλ­λια­ράκη, σε μια συνέ­ντευξη που της πήρα τον Αύγου­στο του 2009. Για το όνομα της γυναί­κας του Χρυ­σάν­θης, δημιούρ­γησε το λογο­παί­γνιο: «Του έαρος είναι ο καρπός ο άριστος, τα άνθη. Και των μετάλ­λων ο άριστος, είναι ο χρυσός, Χρυ­σάνθη». Κάνει δε λογο­παί­γνια και για τα παιδιά του που είχαν τα ονόματα Μαρία, Αγλαία, κλπ και τα προ­σφω­νεί πάντα ποι­η­τικά, στις επι­στο­λές του: «Του οίκου μου αγλάι­σμα, το πρώτον ώ Μαρή μου κι εσύ Αρι­στο­τέλη μου, Βασί­λειέ μου εύγλωττε, Μηνά μου χρυ­σο­μάλλη, όταν θα σας ενθυ­μηθώ, πόσο η καρδιά μου πάλλει»! Και εδώ, παρα­τη­ρούμε την αναφορά στο χρυσό χρώμα των μαλλιών του υιού του Μηνά, χαρα­κτη­ρι­στικό που τονί­ζε­ται και στην ιστο­ρική βιβλιο­γρα­φία για τον παππού του, του ήρωα Μάρκου Μαλ­λια­ράκη, ο οποίος απο­κα­λεί­ται «ξανθός Απόλλων»!

Ο Μηνάς Μαλ­λια­ρά­κης, ήταν ο νεώ­τε­ρος από τα έξι παιδιά του Μάρκου και της Χρυ­σάν­θης Μαλ­λια­ράκη. Γεν­νή­θηκε το 1877 ή 1878 στην Αλε­ξάν­δρεια της Αιγύ­πτου, όπου μεγά­λωσε και σπού­δασε δικη­γό­ρος. Δικη­γο­ρία, την οποίαν δεν άσκησε ποτέ. Τα καλο­καί­ρια, ερχόταν στη Ρόδο, έως ότου, ερω­τευ­μέ­νος όπως ήταν κυριο­λε­κτικά, με το τερά­στιο περι­βόλι και το σπίτι στην Βάρη Βιλ­λα­νό­βας, το έκανε μόνιμη του κατοι­κία. Εγκα­τα­στά­θηκε μόνιμα εκεί και ζούσε άνετα από τα εισο­δή­ματα που του προ­σέ­φερε το μεγάλο κτήμα, με τις ελιές του, τα αμπέλια του, τις συκιές του και τα άλλα οπω­ρο­φόρα δέντρα του, με το λάδι, το κρασί, τις ελιές, τα σύκα και τα άλλα φρούτα που παρή­γαγε. Εκεί μέσα, σε μόνιμη βάση δού­λευαν πολλοί άνθρω­ποι, άνδρες και γυναί­κες, από τα δύο όμορα χωριά, την Βιλ­λα­νόβα και την Κρε­μα­στή, γι αυτό και είχε ανα­πτύ­ξει πολλές σχέσεις με διά­φο­ρες οικο­γέ­νειες των χωριών αυτών.

Είχε την ελλη­νική υπη­κο­ό­τητα, διέθετε μια μόρφωση πολύ μεγάλη και ο φίλος του και λόγιος συμια­κής κατα­γω­γής, Βασίλης Ζαχα­ρίου, που παντρεύ­τηκε και κατοι­κούσε στην Βιλ­λα­νόβα, τον απο­κα­λούσε «κινητή βιβλιο­θήκη», λόγω της μεγάλης του μόρ­φω­σης.

Ανέ­πτυξε πολύ στενές σχέσεις και με την οικο­γέ­νεια του μετέ­πειτα δολο­φο­νη­θέ­ντος από τους Ιταλούς στο Αιμα­τηρό Πάσχα της Βιλ­λα­νό­βας , εθνο­μάρ­τυρα παπά-Λουκά Παπα­κων­στα­ντί­νου.

Από αυτές τις φιλικές σχέσεις, έμεινε στην προ­φο­ρική μνήμη και παρά­δοση της Βιλ­λα­νό­βας – Παρα­δει­σίου, η παρα­κάτω αξιο­θαύ­μα­στη ιστορία που την άκουσα από παιδί ακόμη, από πολλούς παλαιούς Παρα­δει­σιώ­τες και την οποίαν μου επι­βε­βαί­ω­σαν και τα δύο παιδιά του Μηνά Μαλ­λια­ράκη, στις μαγνη­το­φω­νη­μέ­νες συνε­ντεύ­ξεις που τους πήρα όσο ήταν εν ζωή, από τον Γιώργο Μαλ­λια­ράκη τον Απρίλιο του 2007 και από την Χρυ­σάνθη Μαλ­λια­ράκη – Ατσα­λάκη, τον Αύγου­στο του 2009.

Η ιστορία αυτή, έχει ως εξής: «Ο Μηνάς Μαλ­λια­ρά­κης ερχόταν στο Παρα­δείσι, στους καφε­νέ­δες του χωριού για να ‘ποσπε­ρί­σει. Μια τέτοια αφέγ­γαρη νύχτα του χειμώνα, μετά από βροχή, με τον ουρανό σκε­πα­σμένο από σύννεφα και φυσικά χωρίς κανέναν φωτισμό πουθενά – είμαστε στις αρχές του 20ού αιώνα – ο Μηνάς Μαλ­λια­ρά­κης ανα­ρω­τιό­ταν, πώς θα τα κατά­φερνε να φτάσει από το χωριό, στο σπίτι του στην Βάρη, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι που επι­κρα­τούσε. Τότε, προ­σφέρ­θηκε να τον καθο­δη­γή­σει ο Μιχάλης , ο μικρό­τε­ρος από τους τρεις εκ γενετής τυφλούς υιούς του ήρωα παπά-Λουκά Παπα­κων­στα­ντί­νου, οι οποίοι έμειναν ξακου­στοί στην μνήμη και στην προ­φο­ρική παρά­δοση της Βιλ­λα­νό­βας – Παρα­δει­σίου, για τις πραγ­μα­τικά μονα­δι­κές δεξιό­τη­τες που είχαν ανα­πτύ­ξει, ακριβώς λόγω του ότι, δεν είχαν δει ποτέ το φως. Έπιασε λοιπόν ο Μιχάλης τον Μηνά από το χέρι και περ­πα­τού­σαν, μπροστά ο Μιχάλης και πίσω ο Μηνάς. Καθοδόν, ο τυφλός Μιχάλης, καθο­δη­γούσε τον έχοντα την όραση Μηνά: «Μηνά, σάρτα, γιατί ‘δωνά, έχει λάκκο με νερά»! Απο­κο­ρύ­φωμα, όταν έφτασαν στο σπίτι του Μηνά στην Βάρη κι επειδή ο Μηνάς είπε ότι δεν θα κατά­φερνε να βρει τη λάμπα στο απόλυτο σκοτάδι του σπιτιού, προ­σφέρ­θηκε ο Μιχάλης λέγο­ντάς του «Πέ με πού έχεις τα σπίρτα κι ‘ά σε την έψω εβώ»! Του περιέ­γραψε πού και πράγ­ματι, ο Μιχάλης τα βρήκε, του άναψε και την λάμπα κι ύστερα έφυγε»!

Αυτή ήταν μια από τις ιστο­ρίες της καθη­με­ρι­νό­τη­τας , που συνέ­δε­σαν τον Μηνά Μαλ­λια­ράκη με την Βιλ­λα­νόβα.

Το όνομά του όμως, έμεινε ανε­ξί­τηλα συν­δε­δε­μένο με το πιο μεγάλο και ένδοξο ιστο­ρικό γεγονός στην ιστορία του χωριού, με το Αιμα­τηρό Πάσχα της Βιλ­λα­νό­βας, την Κυριακή 7 Απρι­λίου του 1919. Τότε, που ο Μηνάς Μαλ­λια­ρά­κης, απέ­δειξε πως έφερε επάξια το βαρύ όνομα της οικο­γέ­νειας του. Πράγ­ματι, υπήρξε μέλος της οργα­νω­τι­κής επι­τρο­πής του συλ­λα­λη­τη­ρίου που θα γινόταν στην αυλή της εκκλη­σίας του Αγίου Νικο­λάου Βιλ­λα­νό­βας, την Κυριακή, μετά την Δεύτερη ανά­σταση. Τα υπό­λοιπα μέλη της οργα­νω­τι­κής επι­τρο­πής ήταν οι δύο ιερείς, παπά-Λουκάς Παπα­κων­στα­ντί­νου και παπά- Ανα­στά­σης Μανέτ­τας, ο δήμαρ­χος Γεώρ­γιος Χατζηα­λε­ξίου και οι δύο διευ­θυ­ντές των σχο­λείων του χωριού, Κων­στα­ντί­νος Πανταζής-Διακοσάββας και Νικό­λαος Μαγκα­φάς. Κατά την διάρ­κεια των συμπλο­κών που έλαβαν χώρα στην αυλή του Αγίου Νικο­λάου μετά την σύλληψη των δύο δασκά­λων και στην συνέ­χεια στα στενά δρο­μά­κια του χωριού, μετά τις δολο­φο­νίες του παπά-Λουκά και της Ανθού­λας Ζερβού, μαζί με τους Βιλ­λα­νο­βιά­τες Κυριάκο Αφε­ντούλη, Κων­στα­ντίνο Αφε­ντούλη και Κυριάκο Κατίνα που συνέ­λα­βαν οι Ιταλοί στρα­τιώ­τες, συνέ­λα­βαν και τον Μηνά Μαλ­λια­ράκη. Όλους μαζί, μέσα σε ύβρεις, ξυλο­δαρ­μούς και προ­πη­λα­κι­σμούς, τους φόρ­τω­σαν σιδη­ρο­δέ­σμιους πάνω σε ιταλικά στρα­τιω­τικά φορτηγά και τους μετέ­φε­ραν στις φυλακές της πόλης Ρόδου, όπου τους κρά­τη­σαν στα υπόγεια κελλιά, χωρίς τροφή, χωρίς κου­βέρ­τες, χωρίς ιατρο­φαρ­μα­κευ­τική περί­θαλψη για τους τραυ­μα­τι­σμέ­νους και συνε­χί­ζο­ντας να τους απει­λούν και να τους χτυπούν, όπως κατήγ­γειλε στις γραπτές δια­μαρ­τυ­ρίες του προς τον Ιταλό Στρα­τιω­τικό Διοι­κητή Δωδε­κα­νή­σου Vittorio Elia, ο τότε μητρο­πο­λί­της Ρόδου, Από­στο­λος Τρύ­φω­νος και όπως μας μετα­φέ­ρει στο βιβλίο του «Το Αιμα­τηρό Πάσχα του 1919» που εκδό­θηκε στην Αθήνα το 1945, ο δικη­γό­ρος Ρόδου Γεώρ­γιος Θ. Γεωρ­γιά­δης, μέλος της κεντρι­κής οργα­νω­τι­κής επι­τρο­πής του Συλ­λα­λη­τη­ρίου για την Δωδε­κά­νησο και μετέ­πειτα συνή­γο­ρος υπε­ρά­σπι­σης των κατη­γο­ρου­μέ­νων στο ιταλικό στρα­το­δι­κείο.

Παρέμ­βαση όμως υπέρ του Μηνά Μαλ­λια­ράκη, υπήρξε και από τον τότε Έλληνα Πρόξενο στη Ρόδο, καθότι ο Μηνάς ήταν Έλληνας υπήκοος, ιδιό­τητα την οποίαν έφερε για όλη του την ζωή, με τιμή και υπε­ρη­φά­νεια.

Στην νέα, γραπτή του δια­μαρ­τυ­ρία προς τον Ιταλό Διοι­κητή Vittorio Elia, ο μητρο­πο­λί­της Ρόδου Από­στο­λος, κάνει ιδιαί­τερη αναφορά και στον Έλληνα υπήκοο Μηνά Μαλ­λια­ράκη.

Έτσι, τρεις ημέρες μετά, ο Μηνάς Μαλ­λια­ρά­κης, λόγω ακριβώς της Ελλη­νι­κής του υπη­κο­ό­τη­τος, απε­λευ­θε­ρώ­νε­ται από την φυλακή.

Βέβαια, ως τέτοιος, ξανα­συ­νε­λή­φθη πολύ αργό­τερα, τον Οκτώ­βριο του 1940, μαζί με όλους τους άλλους Έλληνες Πολίτες και κλεί­στηκε για μήνες, στο άθλιο concentramento με τις φρικτές συν­θή­κες δια­βί­ω­σης μέσα στην Τάφρο της Μεσαιω­νι­κής πόλης της Ρόδου.

Σχεδόν δέκα χρόνια μετά το Αιμα­τηρό Πάσχα και συγκε­κρι­μένα το έτος 1928, οι Ιταλοί απαλ­λο­τρί­ω­σαν δια της βίας, το περι­βόλι των 85 στρεμ­μά­των της Βάρης που απο­τε­λούσε την πηγή των εσόδων του, μαζί με το σπίτι που υπήρχε μέσα και απο­τε­λούσε την μόνιμη κατοι­κία του επί πάρα πολλά χρόνια.

Είχε ήδη προη­γη­θεί το έτος 1923, η απαλ­λο­τρί­ωση του τερά­στιου κτή­μα­τος των εκα­το­ντά­δων στρεμ­μά­των, μαζί με την Villa Pascia, που ανήκανε στον Αιγύ­πτιο πασά και έμπορο βάμ­βα­κος. Η Villa Pascia έγινε η θερινή κατοι­κία των ιταλών διοι­κη­τών της

Δωδε­κα­νή­σου, ενώ μετά την απε­λευ­θέ­ρωση έγινε το Πρε­βα­ντό­ριο για την φιλο­ξε­νία άπορων παιδιών. Σε όλη αυτήν την τερά­στια έκταση του κτή­μα­τος, , οι Ιταλοί ίδρυσαν και δημιούρ­γη­σαν το 1923 το Istituto Agrario Sperimentale, Γεωρ­γικό Πει­ρα­μα­τικό Ινστι­τούτο, το οποίο συνέ­χισε να λει­τουρ­γεί με αυτήν την ιδιό­τητα για δεκα­ε­τίες και μετά την απε­λευ­θέ­ρωση, ως Σταθμός Γεωρ­γι­κής Ερεύνης Βάρης, παρά­γο­ντας πολύ­τιμο επι­στη­μο­νικό έργο. Ώσπου τον καιρό της οικο­νο­μι­κής κρίσης και των μνη­μο­νίων, οδη­γή­θηκε εσκεμ­μένα στην παρακμή, την εγκα­τά­λειψη, το κλεί­σιμο, την κατα­στροφή και την λεη­λα­σία όλου του πολύ­τι­μου εξο­πλι­σμού και των πολύ­τι­μων επι­στη­μο­νι­κών οργάνων και των πολύ­τι­μων επι­στη­μο­νι­κών δεδο­μέ­νων περίπου ενε­νή­ντα χρόνων αδιά­λει­πτης λει­τουρ­γίας, πει­ρα­μά­των και γνώσεων.

Την απαλ­λο­τρί­ωση του δικού του κτή­μα­τος και του σπιτιού του, ο Μηνάς Μαλ­λια­ρά­κης, δεν την απο­δέ­χτηκε ποτέ, μολο­νότι η ιταλική διοί­κηση κατέ­θεσε στο τότε ταμείο παρα­κα­τα­θη­κών το ποσόν της απαλ­λο­τρί­ω­σης που εκείνοι καθό­ρι­σαν! Και δεν την νομι­μο­ποί­ησε αυτή την απαλ­λο­τρί­ωση του κτή­μα­τος και του σπιτιού του, με το να εισπρά­ξει καμία απο­λύ­τως απο­ζη­μί­ωση, σε όλα τα χρόνια που ακο­λού­θη­σαν, ως τον θάνατό του από πείνα στην διάρ­κεια της γερ­μα­νι­κής κατοχής, στην Κρε­μα­στή. Αυτή η άρνηση του να απο­δε­χτεί την απαλ­λο­τρί­ωση, απο­δεί­χθηκε πολλά χρόνια μετά την Απε­λευ­θέ­ρωση, από έρευνα των απο­γό­νων του στην Τράπεζα της Ελλάδος, όπου η Τράπεζα της Ελλάδος βεβαιώ­νει χαρα­κτη­ρι­στικά, ότι ο Μηνάς Μαλ­λια­ρά­κης «ουδέ­ποτε εισέ­πρα­ξεν ποσόν τι!»

Εν τω μεταξύ, αφού έχασε το κτήμα και το σπίτι στην Βάρη Βιλ­λα­νό­βας, ο Μηνάς Μαλ­λια­ρά­κης στα πρώτα χρόνια της δεκα­ε­τίας του 1930, στον πύργο της οικο­γέ­νειας Τρια­ντα­φύλ­λου στην Ιξιά, έναντι του σημε­ρι­νού ξενο­δο­χείου Avra Beach, γνώρισε την μετέ­πειτα σύζυγο του Μελ­πο­μένη Ζενίδου, δασκάλα και αρκετά χρόνια νεότερή του και παντρεύ­ο­νται.

Από τον γάμο αυτό γεν­νιού­νται τα δύο παιδιά τους, το 1934 ο Γιώργος Μαλ­λια­ρά­κης που έγινε καθη­γη­τής γυμνα­στι­κής και το 1937 η Χρυ­σάνθη Μαλ­λια­ράκη – Ατσα­λάκη.

Η οικο­γέ­νεια ακο­λού­θησε τους διο­ρι­σμούς της Μελ­πο­μέ­νης που υπη­ρέ­τησε ως δασκάλα σε όλα σχεδόν τα χωριά της περιο­χής, στο Παρα­δείσι, στην Κρε­μα­στή, στην Σορωνή, στην Δαμα­τριά. Μάλιστα, στην Βιλ­λα­νόβα υπη­ρέ­τησε και στα χρόνια του περί­φη­μου «κατη­χη­τι­κού», τότε που τα μαθή­ματα γινό­τανε στον νάρθηκα της εκκλη­σίας, μια που ο φασί­στας κατα­κτη­τής, είχε εκδιώ­ξει την ελλη­νική γλώσσα από τα σχολεία και είχε επι­βά­λει δια της βίας την απο­κλει­στική διδα­σκα­λία και χρήση της ιτα­λι­κής γλώσσας από τους Έλληνες μαθητές, ακόμη και στα δια­λείμ­ματα!

Σε εκείνο το χρονικό διά­στημα, η οικο­γέ­νεια υπέφερε και σε δια­κρί­σεις και οικο­νο­μικά. Όσο η οικο­γέ­νεια ήταν στην Σορωνή και επειδή τα παιδιά αρνή­θη­καν να παρα­κο­λου­θή­σουν το ιταλικό σχολείο, αυτά πρώτα χαστου­κί­στη­καν από την ιταλίδα δασκάλα τους, η οποία μετά τα κλεί­δωσε μόνα τους σε μια τάξη, από την οποίαν κατόρ­θω­σαν να βγουν από το παρά­θυρο, να το σκάσουν και να μην ξανα­πάνε πια στο ιταλικό σχολείο, παρά μόνο στο κατη­χη­τικό της Βιλ­λα­νό­βας όπου εκεί μετα­φέρ­θη­καν διότι εκεί, στον νάρθηκα της εκκλη­σίας, δίδαξε η μητέρα τους.

Στο διά­στημα της πείνας, όπου οι άνθρω­ποι σε όλη τη Ρόδο και κυρίως στην πόλη, πέθαι­ναν στους δρόμους από τον λιμό, στην Κρε­μα­στή πέθανε και ο Μηνάς Μαλ­λια­ρά­κης, ο από­γο­νος αυτής της μεγάλης οικο­γέ­νειας, από την πείνα, όπως με δια­βε­βαί­ωσε στην συνέ­ντευξη του ο υιός του, καθη­γη­τής Γιώργος Μαλ­λια­ρά­κης, ο οποίος χαρα­κτη­ρι­στικά μού είπε για τον εαυτό του, πως τότε, έκανε τρεις μήνες να βάλει στο στόμα του ψωμί και όπως όλοι, τρε­φό­ταν από «τα φυστι­κά­κια της εξιν­νιάς», όπως λέμε τους βολβούς της ξυνί­θρας.

Και όπως χαρα­κτη­ρι­στικά είπε, επειδή τότε στην Κρε­μα­στή, μετά τον θάνατο του πατέρα του, τον χτύπησε πολύ άσχημα ένα γερ­μα­νικό, στρα­τιω­τικό φορτηγό και επειδή σχεδόν κόντεψε να τον σκο­τώ­σει, οι Γερ­μα­νοί αφού του παρεί­χαν κάποιες πρώτες βοή­θειες, του έδωσαν κάποιες τροφές που εκείνοι είχαν για τους εαυτούς τους και είναι χαρα­κτη­ρι­στικό της απελ­πι­σίας που η πείνα γεννά, έφτασε το παιδί να λέει «ευτυχώς που με χτύ­πη­σαν και ζήσαμε»!

Αντί­θετα, παί­ζο­ντας μια μέρα στην Βιλ­λα­νόβα με άλλα παιδιά μέσα στον κεντρικό δρόμο με μια αυτο­σχέ­δια μπάλα, επειδή αυτή χτύπησε πάνω στο ποδή­λατο ενός Γερ­μα­νού στρα­τιώτη που περ­νούσε, αυτός, τράβηξε από την θήκη του το περί­στροφό του και σημά­δεψε κατευ­θείαν πάνω στα παιδιά, τα οποία έντρομα, έτρεξαν να κρυ­φτούν μέσα στα παρα­κεί­μενα χωράφια και έτσι γλύ­τω­σαν.

Και τέλος, εκείνο που έμεινε από όλη την παρα­μονή του Μάρκου πρώτα και του Μηνά Μαλ­λια­ράκη ύστερα σε εκείνο το σημείο του δρόμου μπροστά στο περι­βόλι και το σπίτι της οικο­γέ­νειας, ήταν το τοπω­νύ­μιο που καθιε­ρώ­θηκε και χρη­σι­μο­ποιού­νταν μέχρι και τις πολύ πρό­σφα­τες δεκα­ε­τίες, μέχρι και την κατα­σκευή του αερο­δρο­μίου. Ήταν το τοπω­νύ­μιο «στου Μηνά», που χρη­σι­μο­ποιού­νταν από όλους τους κατοί­κους της Βιλ­λα­νό­βας και του Παρα­δει­σίου, κοντά στα άλλα αγρο­τικά τοπω­νύ­μια της περιο­χής, τα οποία αφάνισε το αερο­δρό­μιο: «ο Μουλλάς», «του Φίλιπ­που», «η γρα­μυθ­κιά του Όνειρου».

Σαν να ήταν όλα, ένα όνειρο, αν δεν υπήρχαν τα γραπτά στοι­χεία αλλά και οι πολύ­τι­μες μνήμες, εκείνων που τα βίωσαν και που φρό­ντισα να κατα­γράψω, πριν τα πάρουν μαζί τους και χαθούν για πάντα…

Ευαγ­γε­λία Παναή

Φιλό­λο­γος – Επι­χει­ρη­μα­τίας

Δημιουρ­γός και Υπεύ­θυνη του Μου­σείου Παρά­δο­σης και Αγρο­τι­κής Ζωής Ρόδου

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.