• Ο πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Ρόδου, μιλά στη «δ» για το στοίχημα της ποιότητας, τις ελλείψεις προσωπικού, τη φορολογική αδικία του ΦΠΑ, το τέλος ανθεκτικότητας και την απουσία εθνικού οράματος για τον τουρισμό
Μετά από μια ακόμη εξαιρετική τουριστική χρονιά για τη Ρόδο, με αλλεπάλληλα ρεκόρ αφίξεων και ισχυρό οικονομικό αποτύπωμα, η συζήτηση για το μέλλον του προορισμού περνά σε μια νέα, πιο απαιτητική φάση. Όπως τονίζει ο πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Ρόδου, Γιάννης Παπαβασιλείου, το ζητούμενο δεν είναι πλέον η ποσοτική μεγέθυνση, αλλά η ποιοτική αναβάθμιση, η βιωσιμότητα και η ουσιαστική ωφέλεια για την τοπική κοινωνία.
Σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στη «δ» ο κ. Παπαβασιλείου μιλά για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο τουρισμός σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον, απαντά στη συζήτηση για τη μειωμένη δαπάνη, αναλύει το διαρθρωτικό πρόβλημα της έλλειψης προσωπικού και θέτει με σαφήνεια το μείζον ζήτημα της εξαίρεσης της Ρόδου από τους μειωμένους συντελεστές ΦΠΑ.
Παράλληλα, ασκεί κριτική στην απουσία ενός συνεκτικού εθνικού οράματος για τον τουρισμό, υπογραμμίζοντας ότι ένας κλάδος που στηρίζει πάνω από το 30% της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με αποσπασματικά μέτρα.
Αναλυτικά η συνέντευξη:
• Πρόεδρε, ξεκινώντας μία νέα χρονιά κι έχοντας καταγράψει στη Ρόδο άλλη μία εξαιρετική τουριστική σεζόν με θετικό αποτύπωμα, καταρρίπτοντας διαδοχικά το ένα ρεκόρ μετά το άλλο τα τελευταία χρόνια στις αφίξεις με βάση τα στοιχεία της επιβατικής κίνησης, τι να περιμένουμε για το 2026; Ποιος είναι ο στόχος;
Η Ρόδος κα Παμπρή έχει αποδείξει ότι αποτελεί έναν ώριμο, ισχυρό και αξιόπιστο τουριστικό προορισμό, με ανθεκτικότητα και διεθνή αναγνώριση. Ωστόσο, ο στόχος μας για το 2026 δεν είναι απλώς να προσθέσουμε ακόμη ένα ρεκόρ αφίξεων. Η προτεραιότητά μας είναι η ποιοτική αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος, η επιμήκυνση της σεζόν, η ενίσχυση της μέσης δαπάνης και η βιωσιμότητα του προορισμού σε βάθος χρόνου. Θέλουμε ανάπτυξη με ισορροπία, που να ωφελεί την τοπική κοινωνία, τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους.
• Το τουριστικό προϊόν της Ρόδου κ. Παπαβασιλείου δείχνει ανθεκτικό σε αρκετές και σύνθετες προκλήσεις. Την χρονιά που έφυγε, είχαμε πολέμους στη γειτονιά μας, ακρίβεια, οικονομική ύφεση στην Ευρώπη κλπ., όμως καταφέραμε να κρατήσουμε τα σκήπτρα του πρωταθλητή. Ωστόσο, δεν έλειψε η γκρίνια από την αγορά για τη δαπάνη. Τι απαντάτε;
Η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο στη Ρόδο, αλλά συνολικά στον ευρωπαϊκό τουρισμό. Η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα των επισκεπτών είναι δεδομένη. Παρ’ όλα αυτά, η Ρόδος παραμένει ένας από τους ισχυρότερους προορισμούς της χώρας, με υψηλές εισπράξεις και ουσιαστική συμβολή στην οικονομία. Το ζητούμενο είναι να επενδύσουμε ακόμη περισσότερο στην ποιότητα, στο διαφοροποιημένο προϊόν και στις εμπειρίες.
• Παρά τη μαζική προσέλευση τουριστών, το νησί βρέθηκε ξανά αντιμέτωπο με τεράστιες ελλείψεις προσωπικού. Οι ντόπιοι εργαζόμενοι που σας «γύρισαν την πλάτη» πώς θα επιστρέψουν, όταν το πρόβλημα των μηνών χωρίς εισόδημα παραμένει καθοριστικό;
Το πρόβλημα του ανθρώπινου δυναμικού κα Παμπρή είναι διαρθρωτικό και αφορά συνολικά στα εποχικά επαγγέλματα. Οι ξενοδόχοι, όμως, τα τελευταία χρόνια έχουν κάνει σημαντικά και μετρήσιμα βήματα τόσο σε επίπεδο αμοιβών όσο και σε παροχές προς τους εργαζόμενους. Υπενθυμίζω ότι η Ένωση Ξενοδόχων Ρόδου, σε συνεργασία με το Σωματείο Ξενοδοχοϋπαλλήλων Ρόδου, υπέγραψε μία υποδειγματική συλλογική σύμβαση εργασίας με υψηλά ποσοστά αυξήσεων και σημαντικές παροχές, η οποία εκθειάστηκε ακόμη και από τον πρωθυπουργό.
Ωστόσο, το πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί χωρίς τη στήριξη της πολιτείας. Απαιτείται επιδότηση της απασχόλησης εκτός τουριστικής περιόδου και ουσιαστική ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης, ώστε να καταφέρουμε να κάνουμε τον τουρισμό ελκυστικό ως καριέρα για την νέα γενιά και όχι ως μια προσωρινή λύση εργασίας.
• Ποια άλλα θεωρείτε κ. Παπαβασιλείου τα μεγάλα «αγκάθια» του κλάδου σας, αντιλαμβάνομαι ότι το μείζον είναι η εξαίρεση της Ρόδου από τους μειωμένους φορολογικούς συντελεστές;
Αναμφίβολα, η εξαίρεση της Ρόδου από τους μειωμένους συντελεστές ΦΠΑ αποτελεί το μεγαλύτερο και πιο άδικο διαχρονικό «αγκάθι» για τον τουρισμό και συνολικά για την οικονομία του νησιού. Πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν αφορά μόνο στον ξενοδοχειακό κλάδο, αλλά συνδέεται άμεσα με την αρχή της νησιωτικότητας, τη γεωγραφική ιδιαιτερότητα της Ρόδου ως παραμεθόριου νησιού και την ανάγκη ίσων όρων ανταγωνισμού με άλλους νησιωτικούς και μεσογειακούς προορισμούς.
Η Ρόδος, παρά το μέγεθος και τη συμβολή της στην εθνική οικονομία, λειτουργεί με αυξημένο κόστος σε όλα τα επίπεδα: μεταφορές, ενέργεια, πρώτες ύλες, λειτουργικά έξοδα. Η μη εφαρμογή μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ επιβαρύνει περαιτέρω τις επιχειρήσεις, συμπιέζει τα περιθώρια βιωσιμότητας και μετακυλίεται αναπόφευκτα στην τελική τιμή του τουριστικού προϊόντος, πλήττοντας ευθέως την ανταγωνιστικότητα της Ρόδου έναντι γειτονικών χωρών και προορισμών που λειτουργούν με σαφώς χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές.
Δεν ζητούμε προνομιακή μεταχείριση, αλλά φορολογική δικαιοσύνη. Η εφαρμογή μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στα νησιά δεν είναι «παροχή», αλλά θεσμική αναγνώριση της νησιωτικότητας και της παραμεθορίου, όπως προβλέπεται άλλωστε και από το Σύνταγμα. Η Ρόδος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται φορολογικά ως μια ηπειρωτική περιοχή, όταν καλείται να ανταγωνιστεί διεθνείς προορισμούς σε ένα εξαιρετικά απαιτητικό περιβάλλον.
Παράλληλα, πέραν του ΦΠΑ, υπάρχουν και άλλα κρίσιμα ζητήματα, όπως οι υποδομές, η διαχείριση των φυσικών πόρων, το ενεργειακό κόστος και ο αναπτυξιακός σχεδιασμός. Σε αυτό το πλαίσιο προστίθεται και το τέλος ανθεκτικότητας, το οποίο επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα του τουριστικού μας προϊόντος και θα πρέπει, εφόσον επιβάλλεται, να είναι ουσιαστικά ανταποδοτικό, με επιστροφή πόρων στην τοπική αυτοδιοίκηση για έργα υποδομών και ανάπτυξης.
Σε αυτό το ήδη επιβαρυμένο πλαίσιο προστίθεται και το τέλος ανθεκτικότητας, το οποίο επηρεάζει άμεσα την ανταγωνιστικότητα του τουριστικού μας προϊόντος. Η θέση μας είναι ξεκάθαρη: εφόσον επιβάλλεται ένα τέτοιο τέλος, θα πρέπει να είναι ουσιαστικά ανταποδοτικό, με επιστροφή σημαντικού μέρους του στον Α’ και Β’ βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης, ώστε να χρηματοδοτούνται έργα υποδομών, ανάπτυξης και προστασίας των προορισμών.

• Στο συμβούλιο Προέδρων της ΠΟΞ τον περασμένο Νοέμβριο, ο πρόεδρος κ. Χατζής έκανε λόγο για απουσία εθνικού οράματος για τον τουρισμό. Συμμερίζεστε αυτή την άποψη;
Σε μεγάλο βαθμό, ναι. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία για το 2024 και το 2025 δείχνουν ότι ο τουρισμός έχει άμεση συνεισφορά άνω των 30 δισ. ευρώ, περίπου 13% του ΑΕΠ, ενώ αν συνυπολογιστούν οι έμμεσες και πολλαπλασιαστικές επιδράσεις, το συνολικό αποτύπωμα του κλάδου ξεπερνά το 30% της ελληνικής οικονομίας. Παρά την τεράστια αυτή συμβολή στο ΑΕΠ, στην απασχόληση και στα δημόσια έσοδα, ο τουρισμός εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με βραχυχρόνια, αποσπασματικά και συχνά πρόχειρα μέτρα.
Αυτό που λείπει είναι ένα σαφές εθνικό όραμα που θα εντάσσει τον τουρισμό στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας, με σταθερούς κανόνες, επενδύσεις στις υποδομές, στο ανθρώπινο δυναμικό και σεβασμό στη σημασία του για τις τοπικές κοινωνίες και την εθνική οικονομία.














