Την κατηγορία της αρπαγής ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας του, από κερδοσκοπία, με σκοπό να επιτύχουν τη μεταβολή της οικογενειακής τάξης κατά συναυτουργία, σε βαθμό κακουργήματος, αντιμετωπίζουν δύο αθίγγανοι του καταυλισμού στο Κορακόνερο, που θα καθίσουν στο εδώλιο του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων.
Κατηγορούμενοι στην υπόθεση είναι συγκεκριμένα οι Α. Κ. του Ε και Γ. Κ. αγνώστου πατρός.
Σύμφωνα με τη δικογραφία που έχει σχηματιστεί η Μ. Δ. του Σ., η οποία κατοικούσε στον καταυλισμό αθίγγανων στο Μενίδι Αττικής, περί τις αρχές του καλοκαιριού του έτους 2010, ήλθε στη Ρόδο, μαζί με το σύντροφό της, τον δεύτερο κατηγορούμενο, Γ. Κ. και ενώ κυοφορούσε, διέμεναν μαζί με τη μητέρα του συντρόφου της, την πρώτη κατηγορουμένη, Α. Κ., τον πατέρα και τα αδέλφια του, σε ένα παράπηγμα στον καταυλισμό αθίγγανων στο Κορακόνερο της Ρόδου.
Την 31η Αυγούστου 2010, η Μ. Δ. γέννησε κοριτσάκι χωρίς να έχει προηγουμένως τελέσει γάμο με τον βιολογικό πατέρα του παιδιού της και χωρίς εκείνος να το έχει αναγνωρίσει εκουσίως ή δικαστικώς και ως εκ τούτου η μητέρα του βρέφους είναι εκείνη που αποκλειστικά ασκεί τη γονική μέριμνα και έχει την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της.
Κατά τη διάρκεια του θέρους του 2010, το Ι.Χ. αγροτικό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του συζύγου της πρώτης κατηγορουμένης κατασχέθηκε από την αρμόδια αστυνομική αρχή ως το μέσο με το οποίο μέλη της οικογένειας των κατηγορουμένων διέπρατταν κλοπές. Τότε και οι δύο κατηγορούμενοι πρότειναν στην ανήλικη μητέρα του μόλις τριών μηνών βρέφους, να πωλήσουν το μωρό σε ένα υπήκοο Αλβανίας, που διέμενε στη Μέγκαβλη στη Ρόδο, αγνώστων λοιπών στοιχείων, έναντι του τιμήματος των 3.000 ευρώ, προκειμένου να αγοράσουν αυτοκίνητο.
Η Μ. Δ. αρνήθηκε, παρά την επιμονή και των δύο κατηγορουμένων και όταν την 11-11-2010, μετά από επίμονες πιέσεις, ζήτησε από τον Γ. Κ. χρήματα προκειμένου να επιστρέψει η ίδια και το μωρό της στους γονείς της στο Μενίδι Αττικής, ο Γ. και η μητέρα του, Α. Κ. της άρπαξαν δια της βίας το βρέφος και την έδιωξαν από το παράπηγμα, όπου διέμεναν όλοι μαζί. Στη συνέχεια, η ανήλικη μητέρα ζήτησε βοήθεια από τον ιδιοκτήτη γειτονικού περιπτέρου, ο οποίος και ειδοποίησε την αστυνομία.
Απολογούμενοι οι δράστες αρνήθηκαν την κατηγορία που τους αποδίδεται και ισχυρίζονται ότι πρόκειται για παρεξήγηση μεταξύ της ανήλικης Μ. Δ. και των ιδίων των κατηγορουμένων και ότι εκείνοι ουδέποτε της άρπαξαν το παιδί, ούτε και την έδιωξαν από το σπίτι. Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι, αναφορικά με την περιγραφή των γεγονότων, που έλαβαν χώρα την 11η Νοεμβρίου 2010, πέφτουν σε αντιφάσεις, καθώς η μεν Α. Κ.Υ ισχυρίζεται ότι η Μ. Δ. επιχείρησε να χτυπήσει το μωρό που κρατούσε στην αγκαλιά της και τότε η Α. Κ. της το πήρε για να το προστατέψει, κατόπιν υπόδειξης του γιου της (δευτέρου κατηγορουμένου), ο δε Γ. Κ. ισχυρίζεται ότι η Μ. Δ. λογομαχούσε έντονα με την αδελφή του κατηγορουμένου και τότε φώναξε τη μητέρα του (πρώτη κατηγορουμένη) να πάρει το παιδί. Ισχυρίζεται δε επιπλέον ότι η Μ. Δ.Υ ψεύδεται γιατί θέλει να εκδικηθεί την αδελφή του συντρόφου της επειδή την χτύπησε, επιχείρημα, που σύμφωνα με το κατηγορητήριο δεν συνάδει με τη λογική, καθώς η ίδια ουδόλως εμπλέκει στο συμβάν ούτε και καταμηνύει για κάποια αξιόποινη πράξη πολλώ μάλλον δε για αυτή της αρπαγής του ανηλίκου τέκνου της, την αδελφή του Γ.Κ..

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ