(…) Περπάτησα μέχρι τελικής πτώσεως (κυριολεκτικά), πήγα στα δύο σημαντικότερα μουσεία, έφαγα βλακείες για να μη χάνω χρόνο αναζητώντας κάτι καλό, την ίδρωσα τη φανέλα του τουρίστα. Κι ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί δεν είχα κάνει νεότερη αυτή την περιήγηση, κι ας είχα πάει στο νησί. Εβλεπα τη Ρόδο ως νησί, έψαχνα παραλίες. Τα νιάτα είναι λίγο άσχετα, όπως διαρκώς διαπιστώνω. Εκτός κι αν μάντευα ενστικτωδώς την κούραση που με περίμενε ή τις κακουχίες που παραμόνευαν στο καταπληκτικό εκείνο κτίριο που στεγάζει το Αρχαιολογικό Μουσείο. Νοσοκομείο των Ιπποτών υπήρξε κι εκείνοι οι ιππότες ήταν ακριβώς αυτό, δηλαδή νοσοκομειακοί ιππότες. Μεγάλες αίθουσες, ωραίες αυλές, επίπεδα, κρήνες, προσθήκες μεταγενέστερες, ένα αριστούργημα χωρίς τέλος. Και χωρίς καφενείο, κι ας είχε ταμπελίτσες που σε οδηγούσαν στο πουθενά. Και χωρίς μαγαζάκι για σουβενίρ. Υπεράνω τέτοιων ευτελών συνηθειών πάντα τα ελληνικά μουσεία. Και με τουαλέτες πολύ βρόμικες, γιατί τι να σου κάνουν κι αυτές με τόσο κόσμο; Δεν αυτοκαθαρίζονταν. Κακώς. Δηλαδή ο πληθυντικός είναι μεγαλοπρεπείας, μόνο μία λειτουργούσε. Ωστόσο θα έπρεπε να είμαι ευγνώμων, γιατί στο Παλάτι του Μαγίστρου, το δεύτερο μουσείο, δεν λειτουργούσε καμία. Είχε όμως μαγαζάκι εκεί που πουλούσε βιβλία. Οχι μαντίλια και ξύστρες και θήκες γυαλιών ή ομπρέλες που παίρνουμε στο Λούβρο, είμαστε σοβαροί εμείς. Και είχε και ηλεκτρονικό εισιτήριο, το οποίο όμως δεν ελεγχόταν ηλεκτρονικά, περνούσες δίπλα από τις μπάρες. Ε, να μην μπερδεύονται οι άνθρωποι με τα μηχανήματα του διαβόλου. Αν κι έφυγα χωρίς τα χαζά σουβενίρ που πάντα με παρηγορούν στα μουσεία για το τέλος της επίσκεψης, δεν μου χάλασε το κέφι. Προσπάθησα λίγο και ταυτίστηκα κάπως με τους ντόπιους που θα πρέπει να νιώθουν ένα είδος ανωτερότητας απέναντι στους ξένους, αφού δεν θαμπώνονται από τα μνημεία τους και την ιστορία τους και δεν χολοσκάνε να τα περιποιούνται με πάθος. Τους έτυχε ένας υπέροχος τόπος, συρρέουν μιλιούνια να τον θαυμάσουν, ε, με λίγη συγκατάβαση τους ανέχονται. (Αννα Διαμιανίδη-Δημοσιογράφος-Συγγραφέας)

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ