Για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από υπαίτιο που του το είχαν εμπιστευθεί ως διαχειριστή ξένης περιουσίας διώκεται ο διευθύνων σύμβουλος και διαχειριστής γνωστής ανώνυμης εταιρείας μετά από μήνυση που υπέβαλε συνέταιρός του.
Ο κατηγορούμενος, που παραπέμφθηκε σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, προσέφυγε στο Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με έφεση του, που εξετάστηκε χθες.
Η Αντεισαγγελέας Εφετών Δωδεκανήσου εισηγήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστικό συμβούλιο της απόρριψη της εφέσεως.
Ο μηνυτής είναι εταίρος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας από το έτος 1987, οπότε και ιδρύθηκε.
Το μερίδιο προσωπικής συμμετοχής του στην εταιρεία είναι 7% επί του συνολικού κεφαλαίου.
Διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας υπήρξε από ιδρύσεώς της ο μηνυόμενος, ο οποίος φέρεται να είχε ανέκαθεν τον απόλυτο έλεγχο και τη διαχείριση του ταμείου.
Η αποκλειστική εκπροσώπηση της εταιρείας και η διαχείριση του ταμείου από τον μηνυόμενο, σύμφωνα με τον μηνυτή, προκύπτει και από τις καταχωρημένες ανακοινώσεις στο ΦΕΚ/Τεύχη Ανωνύμων Εταιρειών.
Ο μηνυτής διατείνεται ότι ο μηνυόμενος μπορούσε με μόνη την υπογραφή του να δεσμεύσει την εταιρεία, εκδίδοντας επιταγές, συναλλαγματικές και γενικότερα πραγματοποιώντας οποιαδήποτε ενέργεια εκπροσώπησης της εταιρείας.
Υποστηρίζει παραπέρα ότι αυθαίρετοι χειρισμοί του μηνυόμενου είχαν ως αποτέλεσμα η εταιρεία σήμερα να βρίσκεται κυριολεκτικά στο χείλος της καταστροφής με αβέβαιο μέλλον, έχοντας τεράστια χρέη, με πάμπολλες διαταγές πληρωμής εις βάρος της από ιδιώτες, προμηθευτές και τράπεζες, έχοντας εισαχθεί σε προγράμματα πλειστηριασμών.
Αντιθέτως, όπως ισχυρίζεται, από την ίδρυσή της η εταιρεία υπήρξε ιδιαίτερα ευαγής, με μεγάλο εύρος επιχειρηματικής δραστηριότητας και μεγάλα κέρδη. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι ακόμα και το έτος 2008 η εταιρεία είχε τζίρο 3,6 εκ. ευρώ.
Σύμφωνα δε με το καταστατικό της εταιρείας, οι μέτοχοι κάθε έτος, μετά την έγκριση του ετήσιου ισολογισμού εδικαιούντο την πληρωμή του μερίσματός τους από τα κέρδη της εταιρικής χρήσης.
Τα κέρδη αυτά φέρεται να μοίραζε στους μετόχους ο μηνυόμενος και όπως ισχυρίζεται ο μηνυτής από το έτος 2000 και έπειτα, άρχισε συστηματικά και κατ’ εξακολούθηση να παρακρατεί ορισμένα ποσά από μερίσματα που εδικαιούντο οι μέτοχοι της εταιρείας και να μην τους τα αποδίδει.
Για τον παραπάνω λόγο, μάλιστα, το έτος 2003 μέτοχος της εταιρείας, στον οποίο φέρονται να οφείλονταν διάφορα ποσά από μερίσματα, κινήθηκε νομικά κατά της εταιρείας.
Ο μηνυτής υποστηρίζει ότι η εταιρεία όφειλε στον ίδιο το έτος 2003 υπόλοιπα μερισμάτων συνολικής αξίας ανώτερης των 90.168,97 € τα οποία ο μηνυόμενος, παρά τις επανειλημμένες και συνεχείς οχλήσεις του, αρνείτο να του αποδώσει, βρίσκοντας διάφορες δικαιολογίες.
Ο μηνυόμενος φέρεται να του παρέδωσε τρείς επιταγές προς εξασφάλισή του στις οποίες όμως δεν συμπλήρωσε την ημερομηνία πληρωμής. Η διαδικασία αυτή συνεχίστηκε και ο μηνυτής το έτος 2013 κατέφυγε στην εταιρεία για να ελέγξει, όπως υποστηρίζει, αναλυτικά την προσωπική καρτέλα του.
Τότε για πρώτη φορά, έκπληκτος συνειδητοποίησε ότι στην εταιρική καρτέλα του φαινόταν ότι το έτος 2003 του είχε γίνει δήθεν καταβολή ποσού 80.000 € και να έχει συνταχθεί ανυπόγραφη απόδειξη παραλαβής των χρημάτων.
Ως πολιτική αγωγή παρίστανται στην υπόθεση οι δικηγόροι κ.κ. Ακης Δημητριάδης και Φώτης Ρωμαίος και ως συνήγορος υπεράσπισης ο δικηγόρος κ. Στέργος Παρασκευάς.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ