Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, θα συζητηθεί αύριο η αίτηση 48 εργαζομένων στην Δημοτική Επιχείρηση Συγκοινωνιών Ρόδου «ΔΕΣ ΡΟΔΑ» για την μη υπαγωγή τους στο Ενιαίο Μισθολόγιο.
Οι εργαζόμενοι στις δημοτικές επιχειρήσεις περιλαμβάνονται σε διαφορετική κατηγορία εργαζόμενων από αυτούς που απασχολούνται στο Δημόσιο και στους ΟΤΑ κατά πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου.
Οι 48 εργαζόμενοι απασχολούνται συγκεκριμένα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Η εταιρεία, που έχει ως σκοπό την άσκηση δραστηριοτήτων σχετικών, διά κατάλληλων λεωφορείων, με την εξυπηρέτηση των συγκοινωνιών των αστικών και υπεραστικών γραμμών του τμήματος της Νήσου Ρόδου την αστική συγκοινωνία του Δήμου Ρόδου, την μεταφορά διά λεωφορείων μαθητών, μελών συλλόγων, ιδρυμάτων και διαφόρων φορέων του Δήμου Ροδίων εντός και εκτός αστικής περιοχής της νήσου Ρόδου, την  ανάπτυξη δράσεων προώθησης του πολιτιστικού τουρισμού εφόσον έχει εμπορικό χαρακτήρα και τέλος την λειτουργία τουριστικού τρένου, δίχως εμπορικό χαρακτήρα, με στόχο την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς πόλης με την παράλληλη ενίσχυση της τοπικής επιχειρηματικότητας μέσω της προβολής του νησιού, αποτελεί, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενο από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.
Η λειτουργία της εταιρείας συνεχίζεται μέχρι σήμερα, με πλήρη δημοσιονομική αυτοτέλεια σε σχέση με τον Δήμο Ρόδου, αποτελεί ΝΠΙΔ με επιδίωξη την επίτευξη ορισμένου σκοπού προς εξυπηρέτηση του κοινού, διεπόμενη από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.
Η διαχείρισή της γίνεται με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων – εξόδων ανεξάρτητα από την υπόλοιπη δημοτική διαχείριση, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας και έχει ίδιους οικονομικούς πόρους.
‘Οπως και όλες οι δημοτικές επιχειρήσεις συγκοινωνιών παρέχει υπηρεσίες ανταποδοτικές και η λειτουργία της δεν επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά ούτε τον προϋπολογισμό του αντίστοιχου Δήμου.
Η καταβολή των αμοιβών των υπαλλήλων δεν προέρχεται από τον κρατικό προϋπολογισμό, δεν επιβαρύνει το δημόσιο και η όποια περιστολή τους δεν προσφέρει κανένα δημοσιονομικό όφελος.
Όπως είναι γνωστό το νομικό  πλαίσιο για την λειτουργία των Δημοτικών Επιχειρήσεων Συγκοινωνιών προβλέπει ότι οι πόροι τους προέρχονται από την εξατομικευμένη οικονομική τους δραστηριότητα χωρίς να επιβαρύνουν οικονομικά τον οικείο Δήμο.
Όπως τονίζουν οι εργαζόμενοι οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Συγκοινωνιών δραστηριοποιούνται  στον χώρο της ιδιωτικής οικονομίας, έχοντας απόλυτη ευελιξία σε ό,τι αφορά την εξασφάλιση εκ μέρους τους των απαραίτητων για τη λειτουργία  τους πόρων, γεγονός  που τις κατηγοριοποιεί εκτός δημοσίου τομέα.
Έχει ήδη γίνει λόγος για την ένταξη της στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ένταξη που εν πολλοίς είναι ανεπίτρεπτη δεδομένης της  αυτονομίας της  σε  οικονομικό τουλάχιστον  επίπεδο  και  της δυνατότητας ανάπτυξης εκ μέρους της πρωτοβουλιών που αρμόζουν σε νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, αλλά επιβάλλεται από την εκ μέρους της άσκηση κοινωφελούς δραστηριότητας.
Παρά, όμως, την ένταξη αυτή η επέκταση και στην ΔΕΣ ΡΟΔΑ μίας σειράς μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής, που ως στόχο έχουν την μείωση των δαπανών της και την αύξηση της περιουσίας της είναι απαράδεκτη βάσει της  ήδη διαμορφωμένης νομολογίας των ελληνικών δικαστηρίων περί ασυμβίβαστου του δημοσίου συμφέροντος προς το ταμειακό συμφέρον μίας δημόσιας επιχείρησης που λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.
Τονίζουν επίσης ότι τελούν σε διαφορετικό νοµοθετικό και εργασιακό καθεστώς και παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό διαφορετικές συνθήκες και σε διαφορετικούς εργοδότες σε σχέση µε τους εργαζοµένους στο Δηµόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ και γενικά στο δηµόσιο τοµέα, στους οποίους έχει επιβληθεί η μείωση των πάσης φύσεως τακτικών αποδοχών, επιδομάτων και αμοιβών.
Εν προκειμένω είναι προφανές το ασυμβίβαστο του δημοσίου συμφέροντος προς το ταμειακό συμφέρον μιας επιχείρησης δραστηριοποιουμένης στον χώρο της ιδιωτικής οικονομίας.
Αντιτίθενται στην ένταξη τους στον Νόμο 4354/2015, δηλαδή ουσιαστικά στην ένταξή τους στο ενιαίο μισθολόγιο.
Τονίζουν ότι μετά βεβαιότητας θα υποστούν ανεπανόρθωτη και παράνομη βλάβη. Ειδικότερα, οι αποδοχές τους έχουν ήδη υποστεί μείωση 25% και η περαιτέρω μείωση θα θέσει σε κίνδυνο την αντιμετώπιση των άμεσων βιοποριστικών αναγκών τους.
Ήδη, δε, η εταιρεία σε εφαρμογή στην μισθοδοσία μας του Ν. 4354/2015, τους έχει ενημερώσει, ότι θα προβεί σε επαναπροσδιορισμό της μισθοδοσίας τους που θα μειωθεί κατά 40%.
Τους εργαζόμενους εκπροσωπούν οι δικηγόροι κκ Εμμ. Παπαϊωάννου και Απ. Γκάτσιος.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ