Στο αρχείο η δικογραφία για το πορνογραφικό υλικό

Στο αρχείο λόγω παραγραφής τίθεται με διάταξη που εξέδωσε η Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ρόδου κ. Αιμιλία Σοφία Μέρη η ογκώδης ποινική δικογραφία που ξεκίνησε να σχηματίζεται από τον Μαΐο του 2007 σε βάρος εκπροσώπων 14 εντύπων που περιείχαν πορνογραφικό υλικό και πωλούνταν σε περίπτερα του νησιού.
Οι αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Ρόδου είχαν προχωρήσει σε κατάσχεση 952 ψηφιακών δίσκων που περιείχαν πορνογραφικό υλικό μαζί με εφημερίδες των Αθηνών και περιοδικά κατ’ εντολή του πρώην Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου κ. Γ. Οικονόμου σε εφαρμογή σχετικής εγκυκλίου του πρώην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Γ. Σανιδά.
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου είχε παραγγείλει στους υφιστάμενους του “να παρακολουθούν σε καθημερινή βάση την κυκλοφορία των εφημερίδων και περιοδικών και εφόσον μαζί με αυτά πωλούνται ταινίες με άσεμνο περιεχόμενο να παραγγέλλουν την ενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως και εν συνεχεία να ασκούν δίωξη κατά παντός υπευθύνου για παράβαση του άρθρου 29 παράγραφος 1 του Ν. 5060/1931” (προσβολή της δημοσίας αιδούς).
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου υπογράμμιζε στην εγκύκλιό του ότι το άρθρο 14 του Συντάγματος επιτρέπει μετά την κυκλοφορία των εφημερίδων και άλλων εντύπων, “ακόμη και κατάσχεση για άσεμνα δημοσιεύματα που προσβάλλουν ολοφάνερα τη δημόσια αιδώ”.
Της παρέμβασής του προηγήθηκε αναφορά του Συνηγόρου του Καταναλωτή, της ανεξάρτητης αρχής η οποία είναι επιφορτισμένη με την εξωδικαστική επίλυση καταναλωτικών διαφορών.
O Συνήγορος του Καταναλωτή, σε σύσταση που απηύθυνε, θεώρησε ως αθέμιτη την πρακτική ενός ενημερωτικού εντύπου, όπως οι εφημερίδες, ως μέσου διακίνησης άσεμνου υλικού, με δεδομένο μάλιστα ότι τέτοια διακίνηση δεν υπηρετεί ούτε συνάδει με τον εξ αντικειμένου σκοπό μιας εφημερίδας να παράσχει με χρηστό τρόπο και σε καθημερινή βάση ειδησεογραφικού περιεχομένου πληροφόρηση στους πολίτες.
Αντιθέτως, αυτή η πρακτική απαξιώνει τον Τύπο και μετατρέπει την πνευματική εργασία των επαγγελματιών δημοσιογράφων σε συνοδευτικό υλικό πώλησης ακατάλληλων ταινιών.
Επισημαίνεται ότι ενστάσεις, γενικότερα για την πολιτική προσφορών που ακολουθεί μεγάλο μέρος του Τύπου, εκφράζονται από μερίδα του εκδοτικού κλάδου, η οποία υποστηρίζει ότι και αυτό αποτελεί αθέμιτη πρακτική, αφού δεν συνάδει με τον εξ αντικειμένου σκοπό της έκδοσης εφημερίδας.
Ο Συνήγορος του Καταναλωτή, ειδικότερα όσον αφορά στο θέμα των προσφορών DVD πορνογραφικού περιεχομένου, κρίνει ότι το θέμα αφορά και στους υπευθύνους κυκλοφορίας των εφημερίδων, οι οποίοι θεωρεί ότι επιδιώκουν με αθέμιτο τρόπο την αύξηση της πώλησης των φύλλων τους όσο και τους ιδιοκτήτες σημείων πώλησης ημερήσιου και περιοδικού Τύπου, οι οποίοι θέτουν δίχως προβληματισμό σε δημόσια θέα τα εν λόγω φύλλα με σκοπό την πώληση και την αποκομιδή εμπορικού κέρδους.
Οπως αναφέρεται στη σύσταση “σε κάθε περίπτωση, η πρόσκληση για αγορά εντύπου με δέλεαρ DVD με επιβλαβές περιεχόμενο, ήτοι με πορνογραφικό υλικό, συνιστά εν όλω αθέμιτη εμπορική πρακτική σε βάρος ιδίως των ανηλίκων καταναλωτών, οι οποίοι εύκολα παρασύρονται από την προσφορά δώρων, την καταλληλότητα του περιεχομένου των οποίων για την ηλικία τους δεν είναι πάντοτε σε θέση να αποτιμήσουν με τα προσήκοντα για την κάθε περίπτωση γνωστικά, κοινωνικά ή αισθητικά κριτήρια και με τον τρόπο που ένας ενήλικας θα μπορούσε ασφαλέστερα να κάνει αξιοποιώντας την εμπειρία, τη γνώση και την κριτική του αντίληψη”.
Εν πάση περιπτώσει από την έρευνα της Εισαγγελέως προέκυψε ότι τα αδικήματα που διαπράττονται δια του τύπου παραγράφονται μετά 18 μήνες από την τέλεσή τους και ως εκ τούτου έχουν ήδη υποπέσει σε παραγραφή.