Αναβιώνει με νέα μήνυση που εξετάζεται αρμοδίως από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ρόδου η ένδικη διαφορά δύο ομογενών με μια συμβολαιογράφο της Ρόδου.
Οι φερόμενοι ως θύματα ισχυρίζονται ότι η συμβολαιογράφος τους υπεξαίρεσε με δόλιο τρόπο χρήματα τα οποία δεσμεύτηκε να επιστρέψει με ιδιωτικό συμφωνητικό μετά την υποβολή σχετικής μήνυσης.
Χρησιμοποίησε ωστόσο στην πορεία το συμφωνητικό αυτό για να απαλλαγεί από βαρύτατες κατηγορίες που της είχαν απαγγελθεί και στην πορεία δεν υλοποίησε τα υπεσχημένα…
Οι μηνυτές είναι ένας κάτοικος Brooklyn Νέας Υόρκης των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και ένας κάτοικος Υδρούσας του Δήμου Καρλοβασίου Σάμου.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους στη χρονική περίοδο προ του έτους 1989 ήταν συνεταίροι και ο πρώτος σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τη συμβολαιογράφο του υπεδείχθη ότι υπήρχε ένα οικόπεδο κατάλληλο για εκμετάλλευση στην περιοχή της Iξιάς. Αποφάσισαν έτσι να επενδύσουν τις οικονομίες τους στη Ρόδο για την ανέγερση σύνθετου κτιριακού συγκροτήματος, αποτελούμενου από καταστήματα και διαμερίσματα σε οικοπεδική έκταση επί της επαρχιακής οδού Pόδου – Kαμείρου, με σκοπό την εκμετάλλευση και πώληση αυτών.
Η συμβολαιογράφος θα διεκπεραίωνε όχι μόνο τις εργασίες εκείνες που είχαν σχέση με την ιδιότητά της, δηλαδή τις μεταβιβάσεις των ακινήτων που θα αποκτούσαν, αλλά θα συνέβαλε και στη διεκπεραίωση των κατασκευαστικών εργασιών διαχειριζόμενη ως εντολοδόχος τους τα χρήματά τους προκειμένου να εξοφλούνται οι πάσης φύσεως δαπάνες που ήταν αναγκαίες. Για το σκοπό αυτό υπέγραψαν σχετικά πληρεξούσια.
Tο κόστος του έργου ανήλθε στο ποσό των 203.195.720 δρχ. συμπεριλαμβανομένου και ενός οικοπέδου στην περιοχή Kαλαβάρδα της Pόδου αξίας 20.000.000 δρχ., το οποίο εξ ολοκλήρου κατεβλήθη από εκείνους με τη μορφή εισαγωγής συναλλάγματος (δολαρίων) σε λογαριασμούς που τηρούν. Από τους λογαριασμούς αυτούς η συμβολαιογράφος είχε τη δυνατότητα ανάληψης μετρητών.
Οι δύο μηνυτές ισχυρίζονται ότι αν και δεν είχαν καμία απολύτως ανάγκη δανεισμού αφού η αποταμίευσή τους επαρκούσε για την κάλυψη αυτής της επένδυσης, η συμβολαιογράφος το Mάιο του 1994 και ενόσω οι εργασίες της οικοδομής δεν είχαν ακόμα αποπερατωθεί, τους έπεισε να την εφοδιάσουν μ’ ένα πληρεξούσιο για να έχει τη δυνατότητα να συνάψει κάποιο δάνειο για λογαριασμό τους, στην περίπτωση κατά την οποία υπήρχαν απρόβλεπτες ανάγκες.
Υποστηρίζουν ότι η συμβολαιογράφος εν αγνοία τους συνήψε δάνειο την 16η Ioυνίου 1995 και ενέγραψε υποθήκες σε 3 καταστήματα τους. Το ύψος του δανείου ήταν 15.000.000 δρχ και λόγω μη καταβολής καμίας δόσεως η ληξιπρόθεσμη οφειλή είχε φτάσει στα 54.418.872 δρχ.
Οι δύο ομογενείς προχώρησαν σε ανάκληση όλων των εντολών που είχαν δώσει στη συμβολαιογράφο το 2004 και ξεκίνησαν λεπτομερή έλεγχο όλων των δοσοληψιών που είχαν διενεργηθεί αναθέτοντας το έργο αυτό σε λογιστή.
Ο λογιστής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συμβολαιογράφος είχε αναλάβει επιπλέον και πέραν του ποσού του δανείου και ποσό 8.500.000 δρχ. από τους λογαριασμούς τους.
Οι μηνυτές προσέφυγαν έτσι ενώπιον της Δικαιοσύνης την 24η Οκτωβρίου 2006 και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος της συμβολαιογράφου.
Διατείνονται ότι εξαιτίας της τροπής που έλαβε η υπόθεση η συμβολαιογράφος τους κάλεσε ενώπιον του Α.Τ. Ρόδου τον Ιανουάριο του 2007 και υπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο ανελάμβανε την υποχρέωση ολοσχερούς εξόφλησης της οφειλής προς την τράπεζα.
Το συμφωνητικό αυτό όπως ισχυρίζονται υποβλήθηκε ενώπιον του κ. Εισαγγελέα με αποτέλεσμα να αρχειοθετηθεί η μήνυση σε βάρος της.
Πλην όμως στην πορεία δεν εξόφλησε την οφειλή ολοσχερώς αλλά κατέβαλε μόνο 10.000 ευρώ.
Ήδη όπως ισχυρίζονται η ληξιπρόθεσμη οφειλή τους στην τράπεζα έχει διαμορφωθεί στα 191.764, 09 ευρώ και ζητούν την άσκηση δίωξης σε βάρος της για ψευδή ανωμοτί κατάθεση και απάτη επί δικαστηρίω.







