«Πρέπει να διατηρηθεί ο δημοτικός φόρος Δωδ/νήσου»

Τη διατήρηση του ΔΗΦΟΔΩ στα Δωδ/νησα ζητεί με επιστολή του προς τους υπουργούς Οικονομικών κ. Γ. Στουρνάρα και Εσωτερικών κ. Ευρ. Στυλιανίδη, ο πρώην δήμαρχος Ρόδου κ. Χατζής Χατζηευθυμίου.
Αναλυτικά στην επιστολή του αναφέρει τα ακόλουθα:
ΘΕΜΑ: Τοπικός Φόρος Δωδεκανήσου ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ και λόγοι διατήρησής του
Αξιότιμε Κύριε Υπουργέ,
Για πολλοστή φορά τίθεται θέμα κατάργησης του υφιστάμενου στα Δωδεκάνησα τοπικού φόρου με την ονομασία Δημοτικός Φόρος Δωδεκανήσου (ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ.)
Ως πρώην Δήμαρχος του Δήμου Ροδίων του μεγαλύτερου Δήμου της Δωδεκανήσου αισθάνομαι την υποχρέωση να λάβω θέση και να προσπαθήσω να σας ενημερώσω επί ενός πολύ σοβαρού θέματος που αποδεδειγμένα απετέλεσε και αποτελεί μοχλό ανάπτυξης για την περιοχή μας.
«Η κοινωνικά ανεύθυνη» προσπάθεια κατάργησης του ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. βρίσκεται για ακόμη μια φορά σε πλήρη εξέλιξη μετά το έγγραφο το οποίο απεστάλη σ’ εσάς από το ΕΒΕΔ Δωδ/σου.
Την ίδια στιγμή και λόγω της οικονομικής κατάστασης στην οποία ευρίσκεται η χώρα μας πολλές αναφορές γίνονται και για κατάργηση του ειδικού καθεστώτος του Φ.Π.Α. που ισχύει στο νομό μας.
Κύριε Υπουργέ,
Ο ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. και το ειδικό καθεστώς μειωμένων συντελεστών Φ.Π.Α. δεν είναι προνόμια, δεν είναι κάτι που μας χαρίστηκε. Αποτελούν έμπρακτη αναγνώριση, από την πλευρά της Πολιτείας, των ιδιαίτερων προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο νησιωτικός χώρος.
Η κατάργηση του ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. θα οδηγήσει στην υποχρηματοδότηση έργων και υπηρεσιών που απευθύνονται στους πολίτες και που τόσο έχει ανάγκη ο τόπος μας αλλά και στη συρρίκνωση και στη διάλυση του Οργανισμού Προώθησης Ροδιακού Τουρισμού (ΟΠΡΟΤΟΥΡ) με απρόβλεπτα σοβαρές επιπτώσεις στην Τουριστική ανάπτυξη της Δωδεκανήσου.
Αντίστοιχα, η κατάργηση του ειδικού καθεστώτος μειωμένου Φ.Π.Α. θα μειώσει την ανταγωνιστικότητα της τοπικής οικονομίας, θα επιφέρει καίριο πλήγμα στο τουριστικό μας προϊόν.
Κύριε Υπουργέ
Μην συναινέσετε στη διάλυση του τουριστικού θαύματος στα Δωδεκάνησα.
Το ειδικό καθεστώς μειωμένων συντελεστών Φ.Π.Α. αλλά και ο ΔΗΦΟΔΩ για τα Δωδεκάνησα πρέπει να διατηρηθούν, όπως συμβαίνει και σε άλλες γεωγραφικά ευαίσθητες περιοχές της Ευρώπης.
Ο ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να καταργηθεί. Χρήζει μεγάλων αλλαγών στην κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης. ΝΑΙ αλλά όχι κατάργηση.
Θεωρώ ότι είναι ένας πόρος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου που θα πρέπει να διατηρηθεί για να χρηματοδοτεί ευαίσθητους τομείς όπως ο Τουρισμός, ο Πολιτισμός και το Περιβάλλον, τομείς που έχουν απόλυτη σχέση με την ανάπτυξη της Τοπικής αλλά και της Εθνικής Οικονομίας.
Οι θέσεις αυτές ήσαν και θεωρώ ότι εξακολουθούν να είναι αδιαπραγμάτευτες από τους ΟΤΑ της Δωδεκανήσου.
Θεωρώ ότι επέκταση ίσως του τοπικού αυτού φόρου σε όλη τη χώρα στη δύσκολη οικονομική περίοδο που βιώνουμε θα αποτελέσει μεγάλη βοήθεια για τους ΟΤΑ με τη χρηματοδότηση ευαίσθητων δραστηριοτήτων κάθε περιοχής για τη στήριξη της τοπικής και κατ’ επέκταση και της Εθνικής οικονομίας.
Επιτρέψτε μου Κύριε Υπουργέ να σας κάνω μια σύντομη ενημέρωση για το πώς δημιουργήθηκε αυτός ο τοπικός φόρος την περίοδο της Ιταλικής κατοχής της Δωδεκανήσου και πώς διαμορφώθηκε με τη συνδρομή έγκριτων Νομικών έτσι ώστε να μην αντιβαίνει στο Ευρωπαϊκό δίκαιο. Αυτός είναι και ο λόγος που δεκάδες προσφυγών που έγιναν κατά του ΔΗΦΟΔΩ απερρίφθησαν.
Ο Δημοτικός φόρος κατανάλωσης θεσπίστηκε από την τότε ιταλική διοίκηση στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ΄30 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την Ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα.
Ο τοπικός αυτός φόρος επιβάρυνε τότε όλα τα προϊόντα, που διέρχονταν τα διοικητικά όρια του Νομού Δωδεκανήσου -εισαγόμενα ή εξαγόμενα – και το εισέπρατταν οι τελωνιακές αρχές με την ευκαιρία της διέλευσης των προϊόντων από τα σημεία αποβίβασης – επιβίβασης στα Δωδεκάνησα.
Η επιβάρυνση αυτή ανέρχονταν στο 4% της αξίας των εισαγόμενων και στο 2% των εξαγομένων προϊόντων αντιστοίχως. Για τα υπόλοιπα νησιά, ο συντελεστής αυτός, είχε οριστεί στο 1% όπως για τα μεταφερόμενα εμπορεύματα εκτός Δωδεκανήσου.
Θα πρέπει σ΄ αυτό το σημείο να πούμε, ότι η καθιέρωση του δημοτικού φόρου κατανάλωσης από τους Ιταλούς, υπήρξε σαφώς ένα εργαλείο ανάπτυξης.
Απόδειξη γι΄ αυτή τη δημοσιονομική «προίκα» είναι το γεγονός ότι όντως ο δημοτικός φόρος κατανάλωσης στη διαδρομή του υπήρξε ο κύριος μοχλός ανάπτυξης, αφού λίγο πριν το τέλος του, κάλυπτε το 41,4 % των συνολικών τακτικών εσόδων στους Δήμους και το 54% των συνολικών τακτικών εσόδων στις Κοινότητες από αυτό και μόνο το στοιχείο εξάγουμε το συμπέρασμα ότι, ούτε τα λειτουργικά έξοδα δεν θα μπορούσαν να καλύψουν οι ΟΤΑ, χωρίς το έσοδο αυτό.
Και δεν είναι τυχαίο επίσης το γεγονός, ότι τα διατιθέμενα ποσά από τους Ο.Τ.Α. της Δωδεκανήσου για επενδύσεις ήταν τα υψηλότερα στην Ελλάδα.
Όμως, τα προβλήματα και οι στρεβλώσεις που ο φόρος αυτός δημιουργούσε στην αγορά της Δωδεκανήσου, αλλά και ο αναχρονιστικός τρόπος επιβολής και είσπραξης, η έλλειψη παραστατικών στοιχείων και δικαιολογητικών, η αυθαίρετη κοστολόγηση των εμπορευμάτων από τις δημοτικές υπηρεσίες, η παρακράτηση ακόμη και εμπορευμάτων, η μη είσπραξη αυτού του ίδιου του επιβαλλόμενου φόρου (εκδίδονταν αποδείξεις εισπράξεως επί πιστώσει!), οι μεταχρονολογημένες και ακάλυπτες επιταγές, το συσσωρευμένο χρέος στα δημοτικά ταμεία και η επισφάλεια των απαιτήσεων αυτών, ο αθέμιτος ανταγωνισμός, οι τριβές ανάμεσα στις δημοτικές υπηρεσίες και τους εμπόρους οδηγούσαν το δημοτικό φόρο κατανάλωσης στην κατάργησή του και κατ΄ επέκταση και την Τοπική Αυτοδιοίκηση σε αφανισμό.
Αυτό που κυρίως έδινε ερείσματα στον επιχειρηματικό κόσμο για την κατάργηση του φόρου ήταν το ζήτημα της συμβατότητάς του προς τις διατάξεις της Συνθήκης ίδρυσης της Ε.Ο.Κ. οι οποίες αφενός απαγόρευαν εισαγωγικούς και εξαγωγικούς δασμούς και όλες τις άλλες φορολογικές επιβαρύνσεις και αφετέρου επέβαλλαν την ισότητα της φορολογικής μεταχείρισης μεταξύ των εισαγομένων και εγχώριων προϊόντων.
Όταν μάλιστα αυτές οι αμφιβολίες και οι αμφισβητήσεις επιβεβαιώθηκαν από τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το τέλος του δημοτικού φόρου κατανάλωσης ήταν πλέον δεδομένη.
Το συμπέρασμα, λοιπόν, το οποίο έβγαινε, ήταν πως το Κοινοτικό Δίκαιο απαιτούσε το θεσμικό εκσυγχρονισμό του δημοτικού φόρου κατανάλωσης. ¶λλωστε, από 1-1-1993, η ελεύθερη διακίνηση των αγαθών στις χώρες της Ε.Ο.Κ., θα αποτελούσε έτσι κι αλλιώς την χαριστική βολή στο δημοτικό φόρο κατανάλωσης.
Από τις αρχές του 1991 υπήρξαν προτάσεις για τον εκσυγχρονισμό του δημοτικού φόρου. Η πρώτη προσπάθεια εκσυγχρονισμού του θεσμού έγινε στις 29-8-1991 με ανάθεση σχετικής μελέτης στον Κ. Τάτσο καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών και τις 21-9-1992 έγινε η παρουσίαση της μελέτης του
Η συνέχεια όμως σε σχέση με την αποδοχή των προτάσεων, δεν υπήρξε η αναμενόμενη.
Οι φορείς παλινδρομούν και υποχωρούν από την αρχική τους θέση που ήταν πολύ απλή: «θέλουμε ένα φόρο επί των εσόδων μας και να πληρώνουν όλοι».
Έτσι λοιπόν το Ε.Β.Ε.Δ., πότε δέχεται ποσοστό επί των ακαθαρίστων εσόδων, πότε προσθήκη ποσοστού επί των συντελεστών Φ.Π.Α., πότε αφαίρεση ποσοστού από τους συντελεστές Φ.Π.Α. και απόδοση στους Ο.Τ.Α., πότε επιβάρυνση και μόνον του κρατικού προϋπολογισμού.
Αυτό που αποφάσισε η Τ.Α., ήταν όποια πρόταση κι αν καταθέσει στην πολιτεία, να είναι τεκμηριωμένη, έτσι ώστε να πείσει την πολιτική ηγεσία και τους αρμοδίους των υπουργείων και τους καθ΄ ύλη αρμόδιους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρίως όμως τον επιχειρηματικό κόσμο της Δωδεκανήσου.
Επόμενη ενέργεια, ήταν η συγκρότηση εκ νέου επιστημονικής επιτροπής από την Τ.Ε.Δ.Κ. Δωδεκανήσου στις 19 Ιανουαρίου 1993 με την υπ΄ αρ. 8 απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής.
Ακολούθησε μελέτη αναλογισμού, με σενάριο επιβολής τέλους 1% πάνω στους ισχύοντες συντελεστές Φ.Π.Α. Η διαμάχη με τις παραγωγικές τάξεις κράτησε για ακόμη αρκετό διάστημα, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της υιοθέτησης και θεσμοθέτησης του νέου εσόδου.
Η επιστημονική επιτροπή παρέδωσε το πόρισμα το Μάρτιο του 1993.
Μετά από εξαντλητικές συζητήσεις και με την Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και με την Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ., πείσθηκαν τελικά οι Υπουργοί Εσωτερικών και Οικονομικών μετά, και ο αρμόδιος Υφυπουργός Οικονομικών προκειμένου να δώσουν εντολή στους καθ΄ ύλη αρμόδιους και τους νομοπαρασκευαστές των υπηρεσιών τους.
Ακολούθησαν η Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών περί «καθορισμού διαδικασίας και αναγκαίων λεπτομερειών για την είσπραξη και κατανομή του Δημοτικού Φόρου Δωδεκανήσου ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ.», η εγκύκλιος του άρθρου 60 και της παραγράφου 2 του άρθρου 65 του Ν.2214/1994 «Δημοτικός Φόρος Δωδεκανήσου» και η Κοινή Απόφαση Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών με αρ.54280/24-11-94 περί «Τροποποίησης της 30249/5-7-1994 κοινής απόφασης των υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών».
Έτσι, λοιπόν, ο νέος θεσμός του Δημοτικού Φόρου Δωδεκανήσου από 1ης Ιουνίου 1994 ήταν πλέον γεγονός, αφού την ημερομηνία αυτή άρχισε η εφαρμογή του .
Χρειάζεται να τονισθούν ορισμένα συμπεράσματα, τα οποία και εμπεριέχονται σε γνωμάτευση του διαπρεπούς Νομικού και Πανεπιστημιακού δασκάλου Σπυρίδωνος Φλογαϊτη όπως :
«…Ο νέος ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. τελεί σε πλήρη αυτοτέλεια προς τον καταργηθέντα:
α) έπαυσε να προσπίπτει λόγω της διέλευσης των προϊόντων από τα διοικητικά όρια του Ν.Δωδεκανήσου και να εισπράττεται από τις τελωνειακές αρχές.
β) δεν αποτελεί φόρο που επιβάλλεται επί του αντικειμένου του φόρου χωρίς να συναρτάται προς τη φοροδοτική ικανότητα του φορολογούμενου.
γ) δεν μετακυλύετε από τον φορολογικό οφειλέτη σε τρίτο, και
δ) επιβαρύνει αδιακρίτως τις συναλλαγές με τον ίδιο φορολογικό συντελεστή ανεξαρτήτως εάν αυτές αφορούν τα εγχώρια δωδεκανησιακά προϊόντα που προορίζονται για κατανάλωση στη δωδεκανησιακή αγορά ή για προϊόντα ελληνικά και αλλοδαπά που εισέρχονται στο Νομό Δωδεκανήσου….»
Επίσης, «…..η νομιμότητα του ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. δεν μπορεί να κριθεί στη βάση του άρθρου 95 της Συνθήκης γιατί δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της διάταξης αυτής καθώς ο ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. δεν επιβάλλεται άμεσα ή έμμεσα στο προϊόν καθεαυτό αλλά στον επιτηδευματία που διαπράττει τη συναλλαγή (…).
Δεν εισάγει παράνομη διακριτική μεταχείριση σε βάρος των κοινοτικών επιτηδευματιών που ασκούν οικονομική δραστηριότητα στην περιφέρεια του νομού Δωδεκανήσου(….)
Ο νέος ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ., ως άμεσος φόρος του ελληνικού φορολογικού συστήματος, ο οποίος δεν επιβάλλεται λόγω ή επ ευκαιρία της διέλευσης των προϊόντων από τα διοικητικά όρια του Νομού Δωδεκανήσου και ο οποίος δεν εισάγει διακριτική μεταχείριση σε βάρος κοινοτικών επιτηδευματιών που ασκούν οικονομική δραστηριότητα στον Νομό Δωδεκανήσου, είναι απολύτως σύννομος προς το Κοινοτικό Δίκαιο.
Παράλληλα ο νέος ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ. ευρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με την αρχή της φορολογικής ισότητας και της φορολογικής δικαιοσύνης, όπως αυτές κατοχυρώνονται από το άρθρο 4 & 5 του Συντάγματος καθώς εξυπηρετεί το τοπικό συμφέρον και τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου των δημοτών και επιβάλλεται βάσει της φορολογικής ικανότητας των επιτηδευματιών, χωρίς να εισάγει παράνομες διακρίσεις».¨
Κύριε Υπουργέ,
Από την επιβολή αυτού του τοπικού φόρου μέχρι σήμερα πέρασαν ακριβώς 18 χρόνια (1/6/1994) και ασφαλώς πολλά άλλαξαν και χρειάζεται κάποιες στρεβλώσεις να διορθωθούν.
Το γεγονός, ότι οι πόροι του ΔΗ.ΦΟ.ΔΩ., καλύπτουν όχι μόνο λειτουργικές δαπάνες των Δωδεκανησιακών Ο.Τ.Α., αλλά κυρίως επενδύσεις και ιδιαίτερα στον τομέα της προβολής και διαφήμισης του νησιού μας και στο έργο της πυροπροστασίας και πυρόσβεσης, ο νέος θεσμός του Δημοτικού Φόρου Δωδεκανήσου έχει καταξιωθεί στις συνειδήσεις του επιχειρηματικού κόσμου των νησιών μας, μιας και «τα λεφτά του, πιάνουν τόπο».
Με τη βεβαιότητα της σωστής αντιμετώπισης του θέματος για τα Δωδεκάνησα και της εξέτασης της περίπτωσης επέκτασης του τοπικού αυτού φόρου σε όλη τη χώρα είμαι στη διάθεσή σας.
Με εκτίμηση,
Χατζής Ν. Χατζηευθυμίου
Πρώην Δήμαρχος Ροδίων