Πλαστογραφήθηκε διαθήκη ανήμπορης γυναίκας;

“Φρένο” στην εκποίηση αλλά και εκμετάλλευση των ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας περιουσιακών στοιχείων μιας άκληρης ηλικιωμένης γυναίκας που πέθανε πρόσφατα στη Ρόδο έθεσε με απόφαση που έλαβε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου.
Δύο οικείοι της εκλιπούσης προσέφυγαν συγκεκριμένα ενώπιον των αστικών και ποινικών δικαστηρίων κατά μιας κατοίκου της Ρόδου προσβάλλοντας την ιδιόχειρη διαθήκη της ως πλαστή και οι ισχυρισμοί τους έγιναν ουσιαστικά δεκτοί από το Μονομελές Πρωτοδικείο.
Με την απόφασή του το δικαστήριο διορίζει τους δύο οικείους της εκλιπούσης ως μεσεγγυούχους 4 ακινήτων της και διατάσσει μια κάτοικο Ρόδου να τους τα αποδώσει άμεσα. Τους παρέχει την άδεια να ενεργήσουν τυχόν επείγουσες διαχειριστικές πράξεις προς αποτροπή της μείωσης της αξίας των κληρονομιαίων και ταυτόχρονα απαγορεύει προσωρινά την ανάληψη από τον οποιονδήποτε χρημάτων από 4 τραπεζικούς λογαριασμούς της!

Σύμφωνα με την καταγγελία, το περιεχόμενο της οποίας θα ελεγχθεί ως προς την αλήθεια του αρμοδίως και από τα ποινικά δικαστήρια, η 91χρονη, πρώην τραπεζική υπάλληλος, άκληρη και κάτοχος μεγάλης ακίνητης περιουσίας αλλά και ρευστού σε τραπεζικούς λογαριασμούς, τα οποία απέκτησε και δια κληρονομίας των αδελφών της, βρέθηκε, καθώς αντιμετώπιζε σοβαρά καρδιακά προβλήματα τρεις μέρες πριν το θάνατό της εκτός της κατοικίας της.
Προηγουμένως η καταγγελλόμενη, που είχε αναπτύξει σχέσεις συμπάθειας με την υπερήλικη, φέρεται να την είχε απομονώσει από το περιβάλλον της συζύγου του βαπτιστικού της, που τη φρόντιζε.
Η υπερήλικη απεβίωσε τον Μάιο του 2010 και λίγες μέρες μετά το θάνατό της παρουσιάστηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου ιδιόγραφη διαθήκη με την οποία καθιστούσε την καταγγελλόμενη ως αποκλειστική κληρονόμο της περιουσίας της, που περιλαμβάνει, πέραν των τραπεζικών λογαριασμών δύο κατοικίες στο κέντρο της πόλης της Ρόδου συνολικού εμβαδού άνω των 200 τ.μ., ένα προνομιακό ακίνητο σε πανοραμική πλαγιά στις παρυφές της πόλεως Ρόδου και μια ακόμη κατοικία σε μια από τις κεντρικότερες συνοικίες της Αθήνας. Σε τραπεζικούς λογαριασμούς της η υπερήλικη είχε 396.419 ευρώ.
Ο εξάδελφος της αποθανούσης αφού πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της ιδιόχειρης διαθήκης προχώρησε σε σχετικό έλεγχο και διατείνεται ότι τόσο ο γραφικός χαρακτήρας με τον οποίο έχει γραφεί όσο και η υπογραφή που έχει τεθεί είναι εξ’ ολοκλήρου πλαστά.
Στους λίγους εναπομείναντες συγγενείς της υπερήλικης προκάλεσε πρόσθετη αίσθηση αλλά και εκνευρισμό, όπως αναφέρεται στη μήνυση, το γεγονός ότι η φερόμενη ως αποκλειστική κληρονόμος της δεν εμφανίστηκε καν στην κηδεία της.
Πέραν της ποινικής έρευνας για την υπόθεση δύο συγγενείς της εκλιπούσης προσέφυγαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με αρνητική αναγνωριστική αγωγή για ακυρότητα της διαθήκης.
Εν πάση περιπτώσει το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου πιθανολόγησε με την απόφαση το δικαίωμα των οικείων της να αξιώσουν την αυτούσια παράδοση των αντικειμένων της κληρονομιαίας περιουσίας της. Πιθανολογεί παραπέρα ότι η επίμαχη διαθήκη δεν αποτελεί ούτε προϊόν γραφής, ούτε προϊόν της βούλησης της θανούσης και αυτό γιατί η κληρονομούμενη φέρεται να αφήνει γενικό κληρονόμο της την καταγγελλόμενη σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία της για να πληρώσει τα έξοδα της κηδείας της και ότι άλλο χρειαστεί!. Κάτι τέτοιο, όπως τονίζει το δικαστήριο, έρχεται σε λογική ανακολουθία με το ύψος της κληρονομιαίας περιουσίας, εκ της οποίας μόνον τα μετρητά ανέρχονται σε ποσό περίπου 400.000 ευρώ, η δε υπερήλικας κατά το φερόμενο χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν είχε κανένα νοητικό πρόβλημα.
Τονίζεται παραπέρα ότι από το κείμενο της διαθήκης προκύπτει μία αδικαιολόγητη για τη χρονική περίοδο που φέρεται ότι αυτή συντάχθηκε βιασύνη και προχειρότητα, που δεν μπορεί να εξηγηθεί εύλογα. Ανάλογα ερωτηματικά γεννιούνται ακόμη και από το γεγονός ότι η υπογραφή της διαθήκης δεν τέθηκε αμέσως μετά το τέλος του κειμένου της, όπως είθισται να γίνεται σε όλα τα έγγραφα, αλλά μετά από κενό τριών σειρών.
Το δικαστήριο θεωρεί επιπλέον περίεργο τουλάχιστον το γεγονός ότι στη διαθήκη της δεν κάνει καμία αναφορά στους δύο οικείους της τονίζοντας ότι θα ήταν αναμενόμενο εάν ήθελε υποτεθεί ότι είχε κάποιο λόγο να τους αποκλείσει από την κληρονομιά της και να καταλείψει όλη την περιουσία της σε ένα τρίτο πρόσωπο να κάνει κάποια μνεία στη διαθήκη της στους λόγους που την οδήγησαν στην απόφαση αυτή.
Πέραν των ανωτέρω πιθανολογήθηκε ότι το έτος 2007 η θανούσα δεν είχε κάποια ιδιαίτερη σχέση με την καταγγελλόμενη, ώστε να δικαιολογείται η ενέργεια της να της αφήσει όλη την περιουσία της «γιατί ήταν πάντα δίπλα της και τη φρόντιζε», καθώς στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο την φρόντιζε η σύζυγος του βαπτιστικού της.
Πιθανολογήθηκε περαιτέρω ότι η καταγγελλόμενη αμέσως μετά την έκδοση του κληρονομητηρίου, προέβη σε αναλήψεις μετρητών από τους λογαριασμούς που διατηρούσε στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος η εκλιπούσα ενώ έχει καταλάβει την μέχρι πρότινος οικία της τελευταίας στην οποία τοποθέτησε νέες κλειδαριές.
Την υπόθεση χειρίζονται οι δικηγόροι κ.κ. Αν. Αλεξάνδρου – Καντίτο και Δ. Ράπτης.