Tη μεταρρύθμιση του υπ αριθμ. 168/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου με το οποίο παραπέμφθηκαν σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων με τις κατηγορίες της απάτης επί δικαστηρίω, που το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία αλλά και της άμεσης συνέργειας σε απάτη επί δικαστηρίω και ψευδορκία, δύο κάτοικοι της Ρόδου που φέρονται να ενεπλάκησαν σε μια σκανδαλώδη υπόθεση υφαρπαγής προνομιακού ακινήτου με απατηλή αγωγή χρησικτησίας, εισηγήθηκε στο Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου ο Αντεισαγγελέας κ. Γ. Κτιστάκης.
Ο Εισαγγελέας προτείνει συγκεκριμένα να απορριφθούν οι εφέσεις των δύο κατηγορούμενων και να γίνει δεκτή τυπικά και ουσιαστικά η έφεση των πολιτικώς εναγόντων. Εισηγείται έτσι να παραπεμφθεί σε δίκη ακόμη ένας μηνυόμενος στην υπόθεση.
Επιπλέον προτείνει να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη σε βάρος ενός κατηγορούμενου για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και σε βάρος ακόμη ενός για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή.
Ο ένας εκ των εμπλεκομένων φέρεται συγκεκριμένα, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής, αρμόδιας να διενεργεί ένορκη εξέταση, να κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς και ειδικότερα στη Ρόδο στις 5 Δεκεμβρίου 2006, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας κατά την εκδίκαση αγωγής χρησικτησίας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου, κατέθεσε ότι ακίνητο στο Κανδυλί έχει αξία μικρότερη των 12.000 ευρώ, ότι αυτό είναι ακαλλιέργητο και ότι ο συγκατηγορούμενός του το κατείχε από το έτος 1987, καλλιεργώντας εντός αυτού ελαιόδεντρα, συλλέγοντας βότανα, διατηρώντας μελίσσια και τοποθετώντας σκύλους για τη φύλαξή του.
Η αλήθεια, όπως έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο ήταν όμως ότι το ακίνητο έχει αξία τουλάχιστον 679.200 ευρώ, ότι καλλιεργείται συνεχώς από το έτος 1993 έως σήμερα και ότι ο συγκατηγορούμενός του δεν το κατείχε από το έτος 1987.
Τα ως άνω κατέθεσε μάλιστα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου και με τον τρόπο αυτό παρείχε άμεση συνδρομή στον συγκατηγορούμενό του ώστε να παραστήσει ψευδώς ότι όσα κατέθεσε ήταν αληθή και να παραπλανήσει με τον τρόπο αυτό την Ειρηνοδίκη η οποία και εξέδωσε απόφαση με την οποία αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του συγκατηγορουμένου του επί του ακινήτου.
Ο δεύτερος κατηγορούμενος, στην ιδιοκτησία του οποίου μεταγράφηκε το ακίνητο δυνάμει της δικαστικής απόφασης που εξασφάλισε, φέρεται με πειθώ και παραινέσεις να προκάλεσε τον συγκατηγορούμενό του να καταθέσει ψευδώς.
¶σκησε δε την 3η Απριλίου 2006 αγωγή χρησικτησίας κατά του πραγματικού ιδιοκτήτη σχετικά με την κυριότητα του ακινήτου φέροντάς τον ως αγνώστου διαμονής και στη συνέχεια, στις 5 Δεκεμβρίου 2006, κατά την εκδίκαση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου, προσκόμισε στο Δικαστήριο, ως μάρτυρα αποδείξεως των ισχυρισμών του, τον συγκατηγορούμενό του.
Ο τρίτος κατηγορούμενος αγόρασε το 2007 τα 21.000 (εκ των συνολικά 22.640) μερίδια εξ αδιαιρέτου του ακινήτου. Ο συγκατηγορούμενός του φέρεται να είχε συμφωνήσει με μία άλλη υποψήφια αγοράστρια την πώληση τμήματος του επίδικου, πλην όμως αυτός υπαναχώρησε, αποφασίζοντας την ολική μεταβίβασή του σε εκείνον. Στον ίδιο μεταβιβάστηκε τελικώς το έτος 2008 και το έτερο (εναπομείναν) τμήμα του ακινήτου, ήτοι τα 1.640 μερίδια εξ αδιαιρέτου.
Από το πιστοποιητικό του Κτηματολογίου Ρόδου, προκύπτει ότι κατά το χρόνο της πρώτης μεταβίβασης το έτος 2007, ο κατηγορούμενος, που το είχε αποκτήσει με την απατηλή χρησικτησία, φερόταν ως κύριος του επίδικου ακίνητου, δυνάμει τελεσίδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρόδου, με την οποία αναγνωριζόταν στο πρόσωπό του ότι συμπληρώθηκε ο νόμιμος χρόνος κτητικής παραγραφής.
Το πρωτοβάθμιο συμβούλιο είχε κρίνει ότι το γεγονός αυτό συνηγορεί στο ό,τι εκείνος που το αγόρασε δεν μπορούσε να γνωρίζει τυχόν άλλο ιδιοκτησιακό καθεστώς επί του ακινήτου πέραν του αναγραφόμενου στο Κτηματολόγιο.
Το ποσό που φέρεται να κατέβαλε ανέρχεται σε 60.000 ευρώ, ενώ ενεγράφη επ’ αυτού προσημείωση υποθήκης για διπλάσια αξία από τράπεζα.
Σημειώνεται ότι οι μηνυτές διατείνονται ότι η χρησικτησία ασκήθηκε με δικόγραφο στο οποίο εμφανιζόταν ως “αντίδικός” τους κάτοικος του νησιού που έχει αποβιώσει ενώ έγινε επίδοση της αίτησης χρησικτησίας και άλλες διατυπώσεις που τον εμφάνιζαν ως αγνώστου διαμονής.
Είχε αποβιώσει μάλιστα το 1964 καταλείποντας κληρονόμους κατά τη νόμιμη διαδοχή.
Ο συγκριμένος κατηγορούμενος από την άλλη αρνήθηκε προσκομίζοντας σχετικά έγγραφα ότι είχε συγγενική σχέση με τον εκλιπόντα ιδιοκτήτη του ακινήτου, ότι δεν είχε καμία σχέση με αυτόν που το χρησιδέσποσε, ότι η αξία του ακινήτου είναι μικρότερη των 75.000 ευρώ και συγκεκριμένα 66.000 ευρώ και ότι σε κάθε περίπτωση το ακίνητο είναι μη καλλιεργήσιμο καθώς μεγάλο μέρος του είναι δασικό, συνορεύει με κτηνιατρικές και πτηνοτροφικές μονάδες, έχει πολλές υψομετρικές διαφορές και τέλος δεν έχει πρόσβαση σε δρόμο και δεν μπορεί να οικοδομηθεί.
Εν πάση περιπτώσει ο Αντεισαγγελέας Εφετών Δωδεκανήσου έκρινε ότι ο τρίτος κατηγορούμενος, στην ιδιοκτησία του οποίου περιήλθε με δύο συμβόλαια αγοραπωλησίας, γνώριζε ότι οι πραγματικοί ιδιοκτήτες του ήταν άλλοι.
Τους κατηγορούμενους εκπροσωπούν οι δικηγόροι κ.κ. Γ. Ρωμαίος και Γ. Χαρίτος και τους πολιτικώς ενάγοντες ο δικηγόρος κ. Πέτρος Τσούλος.
https://www.dimokratiki.gr/arxeio/parapompi-ke-tritou-gia-tin-apatili-agogi-chrisiktisias-2/







