«Ο ιδιωτικός τομέας, μοχλός για την ανάπτυξη»

Από: 1 λεπτό ανάγνωση

«Πραγματική ανάκαμψη θα υπάρξει όταν η ελληνική οικονομία θα αρχίσει ξανά να παράγει εθνικό πλούτο, με κινητήριο δύναμη τις προσπάθειες του ιδιωτικού τομέα. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο, τώρα περισσότερο από ποτέ, να στηριχθούν οι ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες τα τελευταία χρόνια δίνουν αγώνα επιβίωσης».
Αυτό υπογραμμίζει, σε συνέντευξή του στη «δ», ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών και της Κεντρικής Ενωσης Επιμελητηρίων Ελλάδας κ. Κων. Μίχαλος.
Ο κ. Μίχαλος δηλώνει πως το Μνημόνιο όχι μόνο δεν θεράπευσε τις αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, αλλά επιτέθηκε και στα ελάχιστα υγιή της κύτταρα.
«Αντί να αντιμετωπίσει τις χρόνιες ασθένειες του δημόσιου τομέα, στράφηκε ενάντια στον ιδιωτικό τομέα με ένα θανατηφόρο συνδυασμό υπερφορολόγησης, κατάρρευσης της ζήτησης και ασφυκτικού περιορισμού της ρευστότητας. Το αποτέλεσμα ήταν να κλείσουν στο διάστημα αυτό δεκάδες χιλιάδες επιχειρήσεις και να χαθούν 900.000 θέσεις εργασίας», δηλώνει ο πρόεδρος της Κεντρικής Ενωσης Επιμελητηρίων και του ΕΒΕΑ.
Με αφορμή την ανακεφαλαιοποίηση ο κ. Μίχαλος δηλώνει πως για να αποκατασταθεί ουσιαστικά η ρευστότητα, χρειάζονται επιπλέον παρεμβάσεις. «Μια κίνηση που μπορεί να έχει άμεσο αποτέλεσμα είναι να προχωρήσουν οι τράπεζες σε μειώσεις των επίσημων επιτοκίων τους, με στόχο να επιτύχουν τη μεγαλύτερη προσφορά τραπεζικών δανείων», τονίζει ο κ. Μίχαλος.
Ο πρόεδρος της Κεντρικής Ενωσης Επιμελητηρίων στέλνει μήνυμα στους Δωδεκανήσιους τονίζοντας, πως δεν αγωνίζονται μόνοι τους. «Ως εκπρόσωποι της επιχειρηματικής κοινότητας, δίνουμε καθημερινά μάχες για να στηρίξουμε τις προσπάθειες όλων των μελών μας. Διεκδικούμε μέτρα, πολιτικές και μεταρρυθμίσεις που θα μας οδηγήσουν ταχύτερα στην έξοδο από την κρίση και θα διαμορφώσουν καλύτερες συνθήκες ανάπτυξης», δηλώνει ο κ. Μίχαλος.
Η συνέντευξη του κ. Κων. Μίχαλου, αναλυτικά:
• Συμπληρώθηκαν πριν λίγες ημέρες τρία χρόνια απότην ένταξη της Ελλάδας στο μηχανισμό Στήριξης της ΕΕ και στο ΔΝΤ. Ποια ήταν η ωφέλεια που υπήρξε;
Το Μνημόνιο συνοδεύτηκε από τεράστια λάθη, τόσο κατά το σχεδιασμό όσο και κατά την εφαρμογή του. Και η βασική ευθύνη γι’ αυτό ανήκει τόσο στην τρόικα, που σχεδίασε και επέβαλε άκρως αντιαναπτυξιακά μέτρα για την επίτευξη της δημοσιονομικής εξυγίανσης της χώρας μας, όσο και στην κυβέρνηση Παπανδρέου, που δεν ετοίμασε και παρουσίασε, ως όφειλε, στους εταίρους της ένα εθνικό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής και διαρθρωτικών αλλαγών. Η επιβολή μέτρων εξοντωτικής λιτότητας, σε μια οικονομία που ήδη από τα τέλη του 2008 βρισκόταν σε ύφεση, ήταν μαθηματικώς βέβαιο ότι θα οδηγούσε σε αδιέξοδο.
Η κατάσταση έγινε ακόμη χειρότερη στο επίπεδο της εφαρμογής, όπου αντί να δοθεί έμφαση στην προώθηση των διαρθρωτικών αλλαγών, το βάρος έπεσε στις φορολογικές αυξήσεις και στις οριζόντιες περικοπές μισθών. Έτσι το Μνημόνιο όχι μόνο δεν θεράπευσε τις αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, αλλά επιτέθηκε και στα ελάχιστα υγιή της κύτταρα. Αντί να αντιμετωπίσει τις χρόνιες ασθένειες του δημόσιου τομέα, στράφηκε ενάντια στον ιδιωτικό τομέα με ένα θανατηφόρο συνδυασμό υπερφορολόγησης, κατάρρευσης της ζήτησης και ασφυκτικού περιορισμού της ρευστότητας. Το αποτέλεσμα ήταν να κλείσουν στο διάστημα αυτό δεκάδες χιλιάδες επιχειρήσεις και να χαθούν 900.000 θέσεις εργασίας.
• Σε ποια κατάσταση βρίσκεται τώρα η ελληνική οικονομία; Εχει αρχίσει να φαίνεται φως στο τούνελ για τις επιχειρήσεις;
Η Ελλάδα διανύει φέτος την έκτη κατά σειρά χρονιά ύφεσης. Σύμφωνα με τις πιο μετριοπαθείς εκτιμήσεις, η σωρευτική μείωση του εθνικού ΑΕΠ την τελευταία πενταετία ξεπερνά το 20%. Στο δημοσιονομικό τομέα τα πράγματα φαίνονται να πηγαίνουν καλύτερα, μια που φέτος υπάρχει η προσδοκία επίτευξης πρωτογενούς πλεονάσματος. Όμως, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι όποιες θετικές επιδόσεις στηρίζονται περισσότερο στις θυσίες των πολιτών και πολύ λιγότερο – έως καθόλου – στην αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας.
Πραγματική ανάκαμψη θα υπάρξει όταν η ελληνική οικονομία θα αρχίσει ξανά να παράγει εθνικό πλούτο, με κινητήριο δύναμη τις προσπάθειες του ιδιωτικού τομέα. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο, τώρα περισσότερο από ποτέ, να στηριχθούν οι ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες τα τελευταία χρόνια δίνουν αγώνα επιβίωσης. Στο επόμενο διάστημα θα πρέπει η Πολιτεία να επικεντρώσει όλες τις προσπάθειές της στην αποκατάσταση της ρευστότητας στην αγορά, στην επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και στη βελτίωση του επιχειρηματικού και επενδυτικού περιβάλλοντος.
• Η ανακεφαλαιοποίηση θα γίνει ορατή στην αγορά καθώς οι επιχειρήσεις περιμένουν εδώ και καιρό να ενισχυθεί η ρευστότητα; Περιμένουν μάταια;
Η ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης σίγουρα είναι θετική εξέλιξη. Είναι ένα σημαντικό βήμα για να σταθεροποιηθεί οριστικά το τραπεζικό σύστημα και να αποκτήσει ξανά πρόσβαση στις διεθνείς αγορές. Όμως, για να αποκατασταθεί ουσιαστικά η ρευστότητα, χρειάζονται επιπλέον παρεμβάσεις. Τα προγράμματα που υλοποιούνται από την Πολιτεία, κυρίως με πόρους της ΕΤΕπ και του ΕΣΠΑ, είναι στη σωστή κατεύθυνση, αλλά προφανώς δεν αρκούν. Μια κίνηση που μπορεί να έχει άμεσο αποτέλεσμα είναι να προχωρήσουν οι τράπεζες σε μειώσεις των επίσημων επιτοκίων τους, με στόχο να επιτύχουν τη μεγαλύτερη προσφορά τραπεζικών δανείων.
• Πώς τελικά θα δημιουργηθεί η ανάπτυξη καθώς δεν προχωρούν με τόσο γρήγορους ρυθμούς, όσο θα έπρεπε, οι αποκρατικοποιήσεις;
Οι αποκρατικοποιήσεις θα έπρεπε να έχουν προχωρήσει πολύ πριν την εκδήλωση της κρίσης. Αν το πολιτικό σύστημα της χώρας είχε δείξει περισσότερη τόλμη και λιγότερη αναβλητικότητα στον τομέα αυτό, στη διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών, τα πράγματα στην ελληνική οικονομία θα ήταν πολύ καλύτερα. Δεν θα χρειαζόταν να επιβαρύνεται κάθε χρόνο ο προϋπολογισμός – και οι φορολογούμενοι – με εκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο, για να συντηρούνται ζημιογόνοι οργανισμοί, με μοντέλα λειτουργίας που καμία ιδιωτική επιχείρηση δεν διανοείται να εφαρμόσει.
Όμως η αδράνεια που υπήρξε κυρίως κατά τα δύο πρώτα χρόνια εφαρμογής του Μνημονίου ήταν ασυγχώρητη. Ακούσαμε κατά καιρούς απίστευτες εξαγγελίες και στόχους, αλλά επί της ουσίας δεν προχώρησε τίποτα. Σήμερα φαίνεται να γίνεται μια προσπάθεια επιτάχυνσης, με την επικείμενη ολοκλήρωση των διαδικασιών για τον ΟΠΑΠ, τη ΔΕΠΑ κτλ. Όμως χρειάζεται περαιτέρω εντατικοποίηση της προσπάθειας, όχι μόνο για εισπρακτικούς λόγους, αλλά και για υπάρξει ανταγωνισμός, καλύτερες υπηρεσίες και νέες επενδύσεις.
• Σας βρίσκει σύμφωνο η ιδιωτικοποίηση ακόμη και των περιφερειακών αεροδρομίων;
Η ανάπτυξη συμμαχιών με ιδιώτες για την αναβάθμιση και την αξιοποίηση των περιφερειακών αεροδρομίων μπορεί να αποφέρει σημαντικά οφέλη για τον τουρισμό και τις τοπικές οικονομίες. Με την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτό θα γίνει με σοβαρότητα, σωστό σχεδιασμό και όρους που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. Ενδεικτικά θα αναφέρω το παράδειγμα της σύμβασης παραχώρησης με την COSCO στο λιμάνι του Πειραιά. Τρία χρόνια μετά, η διακίνηση εμπορευματοκιβωτίων έχει υπερτριπλασιαστεί και η αύξηση αναμένεται να συνεχιστεί στα επόμενα χρόνια. Ενώ σύμφωνα με μελέτη, η επέκταση του δικτύου επιχειρήσεων γύρω από τις εγκαταστάσεις του Πειραιά, μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία περισσότερων από 120.000 νέων θέσεων εργασίας και να αυξήσει την προστιθέμενη αξία για την ελληνική οικονομία στα 5,1 δισ. ευρώ ή 2,5% του ΑΕΠ, μέχρι το 2018.
• Θεωρείτε πως με τις συνθήκες που επικρατούν, ο επιμελητηριακός θεσμός έχει τη στήριξη που πρέπει; Πώς θα αντιμετωπιστεί το θέμα της κατάργησης των υποχρεωτικών συνδρομών;
Δυστυχώς, ο θεσμός έχει βρεθεί στο στόχαστρο της τρόικας και ορισμένων εγχώριων ολιγαρχών, με αποτέλεσμα να δρομολογείται ο αφανισμός του. Και αυτό δεν είναι μόνο ένα οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα για την χώρα. Είναι πρωτίστως πολιτικό. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να επιβιώσει και να προοδεύσει, όταν αφανιστεί η μεσαία τάξη και η μικρομεσαία επιχείρηση που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της. Γι’ αυτό έχουμε ζητήσει από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό την απόσυρση ή την τροποποίηση της πράξης νομοθετικού περιεχομένου που προαναγγέλλει το θάνατο των Επιμελητηρίων το 2015. Πρέπει ως χώρα να αποδείξουμε ότι μπορούμε να υπερασπιστούμε θεσμούς αποδοτικούς και χρήσιμους• Είναι στη σωστή κατεύθυνση τα μέτρα για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές;
Η προωθούμενη ρύθμιση απέχει πολύ από τις προτάσεις που έχουν καταθέσει από κοινού η ΚΕΕΕ, η ΕΣΕΕ και η ΓΣΕΒΕΕ, που εκπροσωπούν το σύνολο του επιχειρηματικού κόσμου της χώρας. Είναι αναγκαίο για την επιβίωση χιλιάδων επιχειρήσεων να διευρυνθούν τα κριτήρια για την ένταξή τους στη ρύθμιση και κυρίως να μην αποκλειστούν όσες επιχειρήσεις έχουν ενταχθεί σε προηγούμενες ρυθμίσεις. Παράλληλα, απαιτείται να υπάρξει κεφαλαιοποίηση όλων των οφειλών μέχρι 31 Δεκεμβρίου του 2012, να καθιερωθούν μικρές σε ύψος δόσεις και να αυξηθεί ο αριθμός των δόσεων, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη πρόταση που έχουν υποβάλει ΚΕΕΕ, ΕΣΕΕ και ΓΣΕΒΕΕ προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποπληρωμή των χρεών από τις επιχειρήσεις. Σε διαφορετική περίπτωση, η νέα ρύθμιση, έτσι όπως προωθείται, δεν πρόκειται να αποφέρει οφέλη, ούτε στις επιχειρήσεις, αλλά ούτε και στο Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, που έχουν τεράστια ανάγκη από εισροή εσόδων.
• Πώς βλέπετε την πρωτοβουλία που αναλήφθηκε σε κεντρικό επίπεδο για τη δημιουργία αναπτυξιακής τράπεζας με στόχο τη στήριξη μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων;
Κάθε πρωτοβουλία που έχει ως στόχο την ενίσχυση της ρευστότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων είναι θετική. Αρκεί οι πρωτοβουλίες να μη μένουν στα λόγια, αλλά να υλοποιούνται και στην πράξη.
Το κυριότερο είναι να αποκατασταθεί οριστικά η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος, για να μπορέσει να αντλήσει νέα κεφάλαια. Και βεβαίως, θα πρέπει κάποια στιγμή να πάψουν τα παιχνίδια με την τραπεζική πίστη στην ευρωζώνη. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει επιτέλους να ξεκαθαρίσουν το τοπίο. Γιατί με τους πειραματισμούς που είδαμε στην περίπτωση της Κύπρου, το μόνο που κάνουν είναι να κλονίζουν την εμπιστοσύνη των καταθετών και να επιδεινώνουν το πρόβλημα της ρευστότητας στις χώρες του Νότου.
• Ποιο είναι το μήνυμά σας προς τους επιχειρηματίες της Δωδεκανήσου, που και αυτοί δοκιμάζονται;
Το κύριο μήνυμα, είναι ότι δεν αγωνίζονται μόνοι τους. Ως εκπρόσωποι της επιχειρηματικής κοινότητας, δίνουμε καθημερινά μάχες για να στηρίξουμε τις προσπάθειες όλων των μελών μας. Διεκδικούμε μέτρα, πολιτικές και μεταρρυθμίσεις που θα μας οδηγήσουν ταχύτερα στην έξοδο από την κρίση και θα διαμορφώσουν καλύτερες συνθήκες ανάπτυξης.