Νέα διάσταση στο σκάνδαλο των εκκλησιαστικών ακινήτων

Νέα διάσταση προσέλαβε η ποινική δικογραφία που εκκρεμεί στο στάδιο της κυρίας ανάκρισης για την πολύκροτη υπόθεση υφαρπαγής και απόπειρας υφαρπαγής προνομοιακών εκκλησιαστικών ακινήτων των Ιερών Ναών Αγίου Γεωργίου Μαλώνας, Αγίου Μιχαήλ Αρχαγγέλου και Καμιρί Μασάρων, μέσω ανυπόστατων αγωγών χρησικτησίας.
Στην υπόθεση έχει ασκηθεί κατά παντός υπευθύνου δίωξη για απάτη ενώπιον δικαστηρίου κατ’ εξακολούθηση από κοινού με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ.
Ανωμοτί κατάθεση έχουν δώσει στα πλαίσια της προανάκρισης ένας δικηγόρος, που καταγγέλθηκε και ως ο κύριος υπαίτιος, 29 ιδιώτες, κυρίως κάτοικοι Αρχαγγέλου αλλά και μέλη των εκκλησιαστικών επιτροπών των Ιερών Ναών Αγίου Γεωργίου Μαλώνας, Αγίου Μιχαήλ Αρχαγγέλου και Καμιρί Μασάρων.
Η τακτική Ανακρίτρια Ρόδου κ Μ. Κωτούλα, ενώπιον της οποίας εκκρεμούσε η δικογραφία για την υπόθεση, όπως αυτή προέκυψε από τη συσχέτιση και συνένωση δύο επιμέρους δικογραφιών, έκρινε ότι από τα στοιχεία που έχουν προσκομιστεί δεν προκύπτουν ενδείξεις για την διάπραξη του αδικήματος της κακουργηματικής απάτης επί δικαστηρίω, ενώ θεωρεί ότι υφίστανται αποχρώσες ενδείξεις για το αδίκημα της κακουργηματικής απιστίας από πλευράς του καταγγελλόμενου δικηγόρου.
Ως εκ τούτου διαβίβασε τη δικογραφία στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ρόδου προκειμένου η Αντεισαγγελέας κ. Μαρία – Σοφία Βαϊτση, στην οποία και “χρεώθηκε”, να αποφανθεί σχετικώς.
Κάτω από αυτό το πρίσμα τυχόν άσκηση συμπληρωματικής δίωξης για το αδίκημα της απιστίας ή άλλων διώξεων που ήθελε διαπιστώσει η κ Εισαγγελέας ή και ακόμη απόφαση για την πρόοδο της ανάκρισης, αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο για την πορεία της διενεργούμενης έρευνας.
Αν εξάλλου γνωμοδοτήσει υπέρ των απόψεων της κ Ανακρίτριας η κ Εισαγγελέας αυτό θα οδηγήσει ουσιαστικά στην «απαλλαγή» ορισμένων εκ των εμπλεκόμενων που βρέθηκαν κατηγορούμενοι ενώ είχαν καταγγείλει τις παράνομες χρησικτησίες, όπως επι παραδείγματι, ιερείς, και πρόεδροι εκκλησιαστικών επιτροπών.
Θυμίζουμε ότι η άσκηση δίωξης in rem κατά παντός υπευθύνου των εκκλησιαστικών επιτροπών των ως άνω ιερών ναών προκάλεσε θόρυβο στους κόλπους της τοπικής εκκλησίας.
Αφορμή για την άσκηση της συγκεκριμένης δίωξης αποτέλεσαν οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου δικηγόρου ο οποίος εμφανίστηκε και ως ο «εγκέφαλος» των ατασθαλιών μεγέθους που διαπιστώθηκαν.
Ο κατηγορούμενος δικηγόρος έχει υποστηρίξει συγκεκριμένα με υπόμνημα του ότι ασκούσε τις αγωγές χρησικτησίας εν γνώσει των προέδρων των εκκλησιαστικών επιτροπών προκειμένου να παρακαμφθούν οι χρονοβόρες και επίπονες διαδικασίες διαγωνισμών και έγκρισης των εκποιήσεων από το Oικουμενικό Πατριαρχείο προσθέτοντας ότι η όλη τακτική που ακολουθείτο ήταν σε γνώση της Iεράς Mητρόπολης Pόδου. Iερείς χαρακτηρίζουν, ωστόσο, ψευδή τον ισχυρισμό αυτό.
Ο δικηγόρος ισχυρίζεται ότι ο κάθε διάδικος ιδιώτης δεχόταν να αγοράσει με συμβόλαιο στην αντικειμενική του αξία το εκκλησιαστικό ακίνητο στο οποίο είχε πράγματι δικαίωμα χρησικτησίας και το κέρδος του ήταν ότι θα αγόραζε σε πολύ μικρότερη τιμή το ακίνητο που νόμιμα όμως κατείχε.
Στην ίδια κατάθεση ο φερόμενος ως πρωταγωνιστής του σκανδάλου, βλέπει και «κέρδος» από την διαδικασία που ακολουθείτο για την Μητρόπολη επισημαίνοντας ότι η Iερά Mητρόπολη της Pόδου δεν «ξεπουλούσε» εκκλησιαστική περιουσία αλλά πετύχαινε να εισπράξει ένα μικρότερο έστω τίμημα για να εξασφαλίσει με τον τρόπο αυτό και την έγκριση του Oικουμενικού Πατριαρχείου που μόνο έτσι θα μπορούσε να συναινέσει στην εκποίηση εκκλησιαστικής έκτασης.
Δύο κάτοικοι Αρχαγγέλου σε καταθέσεις τους έχουν καταστήσει σαφές από την άλλη ότι αφενός δεν ασκούσαν καμία διακατοχική πράξη στα ακίνητα ενώ ταυτόχρονα διατείνονται ότι είχαν πεισθεί πως επρόκειτο για νόμιμες συναλλαγές μεταξύ αυτών και της εκκλησίας που εκπροσωπούσε ο δικηγόρος.
Οι ίδιοι ως άνω ισχυρισμοί του δικηγόρου διαψεύδονται και από τα όσα κατέθεσαν οι πρόεδροι των εκκλησιαστικών επιτροπών κληρικοί των ιερών ναών που επισημαίνουν ότι ο δικηγόρος τους εξαπάτησε και ότι επεχείρησε με πλάγια μέσα να εξασφαλίσει τις υπογραφές τους για να καλύψει με νομιμότητα τις παράνομες πράξεις του αλλά και ότι δεν τους επέδιδε τις αγωγές χρησικτησίας που εμφάνιζε συναδέλφους του ως συντάκτες προσκομίζοντας ωστόσο στα δικαστήρια ενίοτε εκθέσεις επιδόσεων των αγωγών αυτών που έφεραν πλαστές τις υπογραφές τους.
Στο επίκεντρο της δικαστικής έρευνας βρέθηκε εξάλλου και υπόθεση υποβολής αγωγής χρησικτησίας για ένα ακίνητο εμβαδού 1.141 τετραγωνικών μέτρων στα «Στεγνά». O κατηγορούμενος δικηγόρος που εκπροσωπούσε την εκκλησιαστική επιτροπή καταγγέλθηκε ότι εισέπραξε για την υπηρεσία του αυτή αμοιβή ύψους 3.000 ευρώ κι ακόμη 10.000 ευρώ τα οποία θα έδινε, όπως διαβεβαίωσε τον δικαιούχο, στην Iερά Mητρόπολη Pόδου!
Tο οξύμωρο στην όλη υπόθεση είναι ότι για το ίδιο ακίνητο, όπως καταγγέλθηκε, ο δικαιούχος φέρεται να είχε δώσει το έτος 2000 ακόμη 4 εκατ. δρχ σε επίτροπο της τότε εκκλησιαστικής επιτροπής, ενώ το ίδιο καταγγέλθηκε ότι έπραξε και ένας ακόμη κάτοικος Aρχαγγέλου που απεβίωσε.
Tα χρήματα αυτά δόθηκαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που έχουν αναπτυχθεί στα πλαίσια της έρευνας, προκειμένου να συναινέσει η εκκλησία σε άτυπη δωρεά των ακινήτων στα «Στεγνά» και να τους επιτρέψει να οικοδομήσουν σ’ αυτά.
Για την ίδια υπόθεση 6 δικηγόροι της Ρόδου έχουν ασκήσει ισάρριθμες μηνύσεις καταγγέλλοντας πλαστογραφία μετά χρήσεως των υπογραφών τους στα απατηλά δικόγραφα χρησικτησιών που κατέθετε ο συνάδελφος τους. Τόνισαν εξάλλου ότι πείστηκαν να εκπροσωπήσουν διαδίκους των εκκλησιαστικών επιτροπών που ο ίδιος εκπροσωπούσε και ότι μετείχαν εν αγνοία τους στη επιχειρούμενη «υφαρπαγή» εκκλησιαστικών ακινήτων.