Σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων αντιμέτωπος με τις κατηγορίες της απάτης κατ’ εξακολούθηση, κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια, που το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, παραπέμπεται με βούλευμα που εξέδωσε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου ένας κάτοικος Ρόδου.
Το ιστορικό της υπόθεσης φέρεται να έχει ως εξής:
Το 1993 ο μηνυτής και ένας ιδιώτης ήταν μέτοχοι ανώνυμης εταιρίας τηλεπικοινωνιών. Το 1994 ο μηνυτής θέλησε να αποχωρήσει από την εταιρία αυτή μεταβιβάζοντας δια πωλήσεως το ποσοστό του στον συνεταίρο του.
Για το λόγο αυτό ο συνεταίρος του εξέδωσε δύο τραπεζικές επιταγές εις διαταγήν του μηνυτή συνολικού ποσού περίπου 100.000 ευρώ οι οποίες δεν πληρώθηκαν και το χρέος παρέμεινε ανεξόφλητο.
Το Νοέμβριο του έτους 2005, ο κατηγορούμενος, ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν άγνωστος στο μηνυτή φέρεται να του τηλεφώνησε και να του συστήθηκε ως συνεργάτης του πρώην συνεταίρου του, διατεινόμενος ότι εγνώριζε την προαναφερθείσα οφειλή του. Φέρεται δε να του υποσχέθηκε, στο πλαίσιο της συνεργασίας του με τον πρώην συνεταίρο του ότι θα του την εξοφλούσε.
Σε συνάντηση του μηνυτή με τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος φέρεται να επανέλαβε την πρότασή του και να διευκρίνισε στον πρώτο ότι η εξόφληση θα γινόταν με τη μεταφορά του αναγκαίου ποσού από τράπεζα της Ελβετίας.
Φέρεται παραπέρα να του ζήτησε να καταβάλει τα έξοδα μεταφοράς των χρημάτων αυτών και τα έξοδα μετάβασής του προς και από την Ελβετία.
Τα έξοδα αυτά ανέρχονταν στο ποσό των 45.000 ευρώ.
Ο μηνυτής φέρεται να δέχθηκε την πρόταση του κατηγορούμενου και να του κατέβαλε στο χρονικό διάστημα από 1 Δεκεμβρίου 2005 έως 4 Ιανουαρίου 2007 43.900 ευρώ, καταθέτοντας τα χρήματα σε τραπεζικό του λογαριασμό.
Σύμφωνα με το δικαστικό συμβούλιο ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι γνωριζόταν με το μηνυτή πολύ πριν το 2005 και ότι το ανωτέρω ποσό συνιστούσε δάνειο που έλαβε και είχε αποπληρώσει δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Εξάλλου ο πρώην συνεταίρος του μηνυτή στην κατάθεσή του προανακριτικά, αρνήθηκε ότι είχε αναθέσει στον κατηγορούμενο την εξόφληση της οφειλής του προς το μηνυτή.
Περαιτέρω στο τέλος Μαρτίου του 2006 ο μηνυτής αφού έλαβε διαβεβαιώσεις από τον κατηγορούμενο, ότι το ποσό που ανέμενε από την Ελβετία (ύψους 1.350.000 ευρώ), βρισκόταν στο λογαριασμό του, πλην όμως έπρεπε να προηγηθεί χρονοβόρα έγκριση από την Τράπεζα της Ελλάδος για αποδέσμευσή του, φέρεται να έγινε δέκτης νέας πρότασης.
Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος φέρεται να ζήτησε από το μηνυτή, μέχρι την εκταμίευση του ποσού αυτού, να τον διευκολύνει οικονομικά, προκειμένου να προβεί σε επενδύσεις στη Ρόδο, μέσω κατασκευαστικής εταιρίας που είχε συστήσει στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Για να πείσει το μηνυτή να του καταβάλει χρηματικά ποσά φέρεται να του επέδειξε αποφάσεις της Επιτροπής Παραμεθορίου που ήραν τις απαγορεύσεις για την αγορά από τον κατηγορούμενο ακινήτων στη Ρόδο.
Το γεγονός ότι ο μηνυτής εμπιστεύθηκε τον κατηγορούμενο ως προς την επιχειρηματική του δραστηριοποίηση φέρεται να συνάγεται και από το γεγονός ότι την 9η Μαρτίου 2006 συνήψε προσύμφωνο πωλήσεως με την εταιρία του κατηγορούμενου ενός ξενοδοχείου, κυριότητάς της, έναντι μεγάλου χρηματικού ποσού.
Εν όψει των ανωτέρω ο μηνυτής φέρεται να εξέδωσε επιταγές του ιδίου και ανώνυμης εταιρείας συμφερόντων της θυγατέρας του και εις διαταγήν της εταιρίας του κατηγορούμενου οι οποίες πληρώθηκαν.
Ο κατηγορούμενος φέρεται να του επέστρεψε 26.500 ευρώ, ενώ ο μηνυτής αναγκάστηκε να πληρώσει 94.390 ευρώ.
Ο κατηγορούμενος φέρεται να ομολογεί ότι ο μηνυτής εξέδωσε κάποιες από τις επιταγές εις διαταγήν του στα πλαίσια της συνεργασίας τους, ενώ δεν φέρεται να προσκομίζει αγοραπωλητήρια συμβόλαια ή στοιχεία από το Κτηματολόγιο, τουλάχιστον για τα ακίνητα ως προς τα οποία πέτυχε την έκδοση άρσης της απαγόρευσης της εταιρίας του στο Ηνωμένο Βασίλειο.













