«Οικογενειακός Δικαστής» στα δικαστήρια Ρόδου

Τη λειτουργία ειδικού τμήματος στο Πρωτοδικείο της Ρόδου που θα στελεχωθεί από “οικογενειακό δικαστή” ο οποίος και θα αναλαμβάνει πλέον αποκλειστικά υποθέσεις που θα αφορούν διαζύγια, διατροφές, επιμέλεια ανηλίκων και αποκτήματα εξέτασε χθες η Ολομέλεια των Δικαστών παρουσία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου και του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου.
Αφορμή για τη λειτουργία της συγκεκριμένης δομής αποτέλεσε η μεγάλη αύξηση υποθέσεων του είδους και η ανάγκη ταχύτερης διεκπεραίωσης τους.
Η δημιουργία του συγκεκριμένου τμήματος θα αποτελέσει εξάλλου την απαρχή για τη λειτουργία στο μέλλον και ειδικευμένου δικαιοδοτικού οργάνου ενός πραγματικού οικογενειακού δικαστηρίου.
Κατά κυριολεξία οικογενειακά δικαστήρια δεν υπάρχουν στην Ελλάδα. Ο τίτλος «Τμήμα Οικογενειακού Δικαίου» δεν ακριβολογεί με βάση τα γνωρίσματα ενός «Οικογενειακού Δικαστηρίου».
Την κοινωνική αφορμή της δημιουργίας ενός «Οικογενειακού Δικαστηρίου» αποτέλεσαν οι μεγάλες αλλαγές που σημειώθηκαν στη δομή της οικογένειας και στις σχέσεις των μελών αυτής μεταξύ τους από τον 20ό αιώνα.
Η ίδρυση ειδικών «Οικογενειακών Δικαστηρίων» ή «Τμημάτων Οικογενειακού Δικαίου» στο πλαίσιο των πολιτικών δικαστηρίων επιβάλλεται για λόγους ορθολογικούς, δικαιοπολιτικούς και συνταγματικούς.
Η προστασία και η μέριμνα πρέπει να περιλαμβάνει και το στάδιο εκείνο, όπου ο γάμος και τα προβλήματα του γάμου, τα προβλήματα της μητρότητας και των παιδιών απασχολούν τα δικαστήρια, γιατί από την ποιότητα, αποτελεσματικότητα και κατεύθυνση της δικαστικής προστασίας εξαρτάται αν θα προστατευθούν ή δεν θα προστατευθούν η οικογένεια, ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία.
Συνιστάται έτσι η στελέχωση των δικαστηρίων αυτών με δικαστές ειδικευμένους σε θέματα οικογενειακού δικαίου.
Τα «Οικογενειακά Δικαστήρια» ή τα «Τμήματα Οικογενειακού Δικαίου» θα πρέπει ωστόσο να στελεχωθούν και με επιτελείο (από ψυχολόγους, συμβούλους γάμου, ιατρούς, παιδαγωγούς και κοινωνιολόγους), που θα επικουρεί τους δικαστές και θα είναι ενταγμένο στο δικαστήριο, ώστε να εξασφαλίζεται η αντικειμενικότητά του και η συνεχής διαλεκτική του σχέση με τους δικαστικούς λειτουργούς, στους οποίους βέβαια θα υπόκειται.