Ασφυκτικές καταστάσεις βιώνουν τα μέλη της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής του Δήμου Ρόδου που έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με μηνύσεις και προκαταρκτικές εξετάσεις, που αφορούν την άσκηση των καθηκόντων τους, κυρίως για την αφαίρεση αδειών λειτουργίας καταστημάτων.
Τα μέλη της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής κλήθηκαν χθες για πολλοστή φορά ενώπιον του Πταισματοδίκη για να δώσουν εξηγήσεις για το περιεχόμενο εγγράφου της Αρχαιολογίας με το οποίο καταγγέλλονται εμμέσως πλην σαφώς παρατυπίες στη διαχείριση υποθέσεων καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος στη Λίνδο. Η Επιτροπή Ποιότητας Ζωής δεν έχει εξετάσει καν το θέμα και ανέβαλε τη συζήτησή του. Η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ρόδου προφανώς θεώρησε σκόπιμη την αναβολή αυτή.
Χθες το απόγευμα επρόκειτο να συγκληθεί σε συνεδρίαση η παράταξη της μειοψηφίας για να εξετάσει το ζήτημα καθώς μέλη της δήλωναν αποφασισμένοι να παραιτηθούν και μάλιστα ομαδικώς από το όργανο. Θεωρούν μάλιστα ότι οι δημοτικές υπηρεσίες συμπεριλαμβανομένων και των δημοτικών αστυνόμων δεν ασκούν τα καθήκοντά τους με την πρέπουσα σοβαρότητα ενώ η Επιτροπή Ποιότητας Ζωής από πολιτικό όργανο έχει πλέον μετατραπεί σε δικαστήριο που αποφασίζει για τις τύχες επιχειρηματιών στις δύσκολες εποχές που διανύουμε.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει η άκρως επίκαιρη γνωμοδότηση έξι νομικών συμβούλων του Δήμου Ρόδου σχετικά με την αρμοδιότητα της Δημοτικής Αστυνομίας για τον έλεγχο και τη βεβαίωση παραβάσεων των καταστημάτων γενικού και υγειονομικού ενδιαφέροντος καθώς και για την αρμοδιότητα της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής μετά τη εκχώρηση σε αυτήν των πράξεων ελέγχου για την ανάκληση της άδειας ίδρυσης λειτουργίας των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος βασιζόμενη στα αποτελέσματα αυτών των ελέγχων και των σχετικών εκθέσεων.
Στο έγγραφο “κόλαφος” των νομικών συμβούλων αναφέρονται για την Επιτροπή Ποιότητας Ζωής τα εξής:
“Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 80 παρ. 6 υποπαρ. 3 του Ν. 3463/2006 (Δ.Κ.Κ.) η παράβαση των διατάξεων της ανάκλησης ή της οριστικής αφαίρεσης των αδειών ίδρυσης και λειτουργίας καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος εντός της προθεσμίας των 20 ημερών, αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα και παράβαση καθήκοντος και τιμωρείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και 143 του Ν. 3463/2006 (ΔΚΚ) και κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα. Η παραπάνω διάταξη του Δ.Κ.Κ. δεν προκύπτει να είναι αντίθετη με τη ρύθμιση του Ν. 3852/2010 («Καλλικράτης») και συνεπώς ισχύει και δεν καταργήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 285 του Ν. 3852/2010.
Οι πειθαρχικές διατάξεις του άρθρου 142 και 143 του Ν. 3463/2006 έχουν αντικατασταθεί από τις αντίστοιχες πλέον διατάξεις των άρθρων 233 και 234 του Ν. 3852/2010 και προβλέπουν δυνατότητα επιβολής πειθαρχικής ποινής αργίας έως 6 μήνες και έκπτωσης.
Οι διατάξεις του άρθρου 259 του Ποινικού Κώδικα προβλέπουν την αυτεπάγγελτη (και χωρίς δηλαδή μήνυση) άσκηση ποινικής δίωξης από τον αρμόδιο Εισαγγελέα για τον έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.
Σύμφωνα εξ άλλου με τις διατάξεις του άρθρου 236 παραγρ. 1 και παραγρ. 2β.α. του Ν. 2852/2010 όχι μόνο η αμετάκλητη καταδίκη για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος συνεπάγεται την αυτοδίκαιη έκπτωση από το αξίωμα του δημοτικού συμβούλου, αλλά ακόμη και η σε πρώτο βαθμό (πρωτοδίκως) καταδικαστική απόφαση, συνεπάγεται την υποχρέωση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης (άρθρο 238 παραγρ. 1 του Ν. 3852/2010) να θέσει τον καταδικασθέντα σε κατάσταση αργίας ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση.
Σχετική με όλα τα παραπάνω είναι και η νομολογία του Αρείου Πάγου (Α.Π. 760/2004 Ποιν. Λογ. 2004/878, «Νόμος») με την οποία κρίθηκε ότι ορθά καταδικάσθηκαν ο Πρόεδρος και Σύμβουλοι Κοινοτικού Συμβουλίου για παράβαση καθήκοντος. Η παράβαση καθήκοντος συνίστατο για τους Συμβούλους στην παρά το νόμο αναβολή της συζήτησης του θέματος ημερήσιας διάταξης που αφορούσε την αφαίρεση της άδειας λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος με σκοπό την διακοπή λειτουργίας αυτού και για τον Πρόεδρο στην παρά το νόμο παράλειψη στη συνεδρίαση του συμβουλίου της εισήγησης ανάκλησης.
Συνεπώς και με την επισήμανση ότι η παραπάνω αρμοδιότητα της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής είναι δέσμια αρμοδιότητα, δηλαδή δεν εναπόκειται σε διακριτική ευχέρεια αλλά υφίσταται υποχρέωση εφαρμογής (Θεοδώρου Ι. ανωτ. σελ. 151, ΣτΕ 1443/1996) γνωμοδοτούμε ότι:
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω σε όλες τις περιπτώσεις που διαβιβάζονται ως ανωτέρω αρμοδίως Εκθέσεις Ελέγχου και Βεβαιώσεις της Δημοτικής Αστυνομίας (μαζί με όλα τα παραπάνω νόμιμα δικαιολογητικά και στοιχεία), σύμφωνα με τις οποίες κατά τα διαλαμβανόμενα στο κεφάλαιο Α’ της γνωμοδότησης προβλέπεται οριστική αφαίρεση κατά το Π.Δ. 180/1979 ή ανάκληση λόγω παράβασης ουσιώδους όρου αδειών ίδρυσης και λειτουργίας καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, εντός 20 ημερών η Επιτροπή Ποιότητας Ζωής θα πρέπει να εφαρμόζει τα νόμιμα και να προβαίνει σε οριστικές αφαιρέσεις ή ανακλήσεις αδειών, κατά περίπτωση.
Οι αποφάσεις της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής δεν είναι τελειωτικές επαχθείς για τον διοικούμενο πράξεις. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 227, 228 και 238 του Ν. 3852/2010 μπορούν να προσβληθούν για λόγους νομιμότητας στον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης και επίσης να τύχουν αναστολής εκτέλεσης. Η δυνατότητα μάλιστα αυτή του διοικουμένου πρέπει να αναγράφεται στο τέλος κάθε σχετικής απόφασης (άρθρο 16 του Ν. 2690/1999). Περαιτέρω ακόμη μπορούν να προσβληθούν και δικαστικά με αίτηση ακύρωσης και αίτηση αναστολής στα αρμόδια Διοικητικά Δικαστήρια.
Η γνωμοδότησή μας αυτή ισχύει και για τυχόν αποφάσεις μη σφράγισης και μη ανακλήσεως που ελήφθησαν από την Επιτροπή Ποιότητας Ζωής κατά παράβαση των προαναφερομένων, οι οποίες θα πρέπει να ανακληθούν ως παράνομες διοικητικές πράξεις τηρώντας τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της νομιμότητας, αλλά και προκειμένου να υπάρξει ατομική προστασία των μελών της Επιτροπής από μελλοντικές πειθαρχικές και ποινικές εναντίον τους κυρώσεις”.













