Αιρετός της Αυτοδιοίκησης καταγγέλθηκε για ενδοοικογενειακή βία!

Στο Ειδικό Αρχείο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Ρόδου τέθηκε δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος αιρετού της τοπικής αυτοδιοίκησης στον οποίο αποδόθηκε η διάπραξη του αδικήματος της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης το Δεκέμβριο του 2007.
Η συγκεκριμένη διάταξη αρχειοθέτησης σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες πρόκειται να καταχωρηθεί στην ειδική μερίδα του δελτίου του ποινικού του μητρώου ενώ ο αιρετός καλείται στα πλαίσια του νόμου για την αντιμετώπιση παραβατικής συμπεριφοράς του είδους να παρακολουθήσει ειδικό συμβουλευτικό – θεραπευτικό πρόγραμμα.
Στα πλαίσια της εισαγγελικής έρευνας, που ξεκίνησε με αναφορά της εν διαστάσει συζύγου του αιρετού, ο ίδιος κατέθεσε τον Ιούνιο του 2010 και φέρεται να υποσχέθηκε ότι δεν θα τελέσει στο μέλλον οποιαδήποτε άλλη πράξη ενδοοικογενειακής βίας και ότι θα μένει εκτός οικογενειακής κατοικίας. Δήλωσε επιπλέον, όπως αναφέρουν οι ίδιες πληροφορίες, ότι είναι πρόθυμος να παρακολουθήσει ειδικό συμβουλευτικό-θεραπευτικό πρόγραμμα σε δημόσιο φορέα.
Η γυναίκα-θύμα αποδέχτηκε τον Φλεβάρη του 2011 τις δηλώσεις του με αποτέλεσμα να κινηθεί πλέον η διαδικασία της ποινικής διαμεσολάβησης.
Ο αιρετός φέρεται να είχε χτυπήσει τη σύζυγό του με τα χέρια του προκαλώντας της ελαφριές σωματικές βλάβες και να την απείλησε ότι θα την ξαναχτυπούσε.
Από το έτος 2006 και τη θέσπιση του νόμου 3500/2006 ο Έλληνας Νομοθέτης έκανε ένα σημαντικό βήμα για την πρόληψη και την αντιμετώπιση του φαινόμενου της ενδοοικογενειακής βίας, βάσει των αρχών της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ατόμου, ώστε να ενισχυθεί η αρμονική συμβίωση των προσώπων στα πλαίσια της οικογένειας.
Μείζονα σημασία ενέχει στο νόμο ο θεσμός της ποινικής διαμεσολάβησης, ο όποιος θεσμοθετήθηκε σε συμμόρφωση της χώρας μας προς την απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 15.03.2001 και ουσιαστικά αποβλέπει στην αποφυγή της κοινωνικής έκθεσης των οικογενειών ενώπιον των δικαστηρίων, δίνοντας κατά αυτόν τον τρόπο μια δεύτερη ευκαιρία στις οικογένειες που αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους προβλήματα.
Ειδικότερα, στα πλημμελήματα ενδοοικογενειακής βίας ο αρμόδιος για την άσκηση ποινικής δίωξης εισαγγελέας διερευνά κάθε φορά τη δυνατότητα ποινικής διαμεσολάβησης. Προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας αυτής είναι η υποβολή ανεπιφύλακτης δήλωσης εκ μέρους του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η τέλεση του εγκλήματος, ότι είναι πρόθυμο να υποσχεθεί σωρευτικά ότι δεν θα τελέσει στο μέλλον οποιαδήποτε παρόμοια πράξη και ότι σε περίπτωση ήδη υφιστάμενης συνοίκησης δέχεται να μείνει εκτός οικογενειακής κατοικίας για εύλογο χρονικό διάστημα.
Η δήλωση αυτή περιλαμβάνει επιπλέον τη δέσμευση παρακολούθησης ειδικού συμβουλευτικού – θεραπευτικού προγράμματος για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας σε δημόσιο φορέα (εφόσον το ζητήσει το θύμα), την άμεση άρση ή αποκατάσταση των συνεπειών που προκλήθηκαν από την παράνομη πράξη και εν τέλει την καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποίησης στον παθόντα, κατά το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη των χιλίων (1.000) ευρώ, εκτός αν ο ίδιος ο παθών ζήτησε μικρότερο ποσό.
Αν σε βάρος του υπαιτίου κινηθεί η διαδικασία του αυτοφώρου, ποινική διαμεσολάβηση επιτρέπεται μόνον εφόσον το δικαστήριο αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως αν συντρέχει περίπτωση να επιβληθούν στον υπαίτιο περιοριστικοί όροι. Επίσης, σε περίπτωση που σε βάρος του φερόμενου ως δράστη ενεργείται προκαταρκτική εξέταση, ο εισαγγελέας, πριν από κάθε άλλη ενέργεια, μπορεί να διατάξει τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του θύματος, να εξετάσει κάθε μάρτυρα που προτείνεται και να καλέσει τον ύποπτο για την τέλεση της πράξης να παράσχει εξηγήσεις.
Εφόσον ο φερόμενος ως δράστης δεν υποβάλλει με τις εξηγήσεις του δήλωση περί ποινικής διαμεσολάβησης, καλείται για τον σκοπό αυτό από τον αρμόδιο εισαγγελέα, οπότε και λαμβάνει προθεσμία μέχρι τριών ημερών για να απαντήσει. Αν η απάντησή του είναι ρητώς ή σιωπηρώς αρνητική κινείται η ποινική διαδικασία, ενώ σε περίπτωση θετικής απάντησης, ο εισαγγελέας ενημερώνει σχετικώς τον παθόντα, παρέχοντάς του αντίστοιχη προθεσμία για να δηλώσει αν δέχεται ή όχι τη διαμεσολάβηση.
Εφόσον η απάντηση του παθόντος είναι αρνητική ή δεν επέλθει τελικά συμφωνία, κινείται η ποινική διαδικασία, ενώ σε περίπτωση θετικής απάντησης ο εισαγγελέας θέτει τη δικογραφία με διάταξή του σε ειδικό αρχείο της εισαγγελίας.
Αν ο υπαίτιος συμμορφωθεί προς τους όρους της ποινικής διαμεσολάβησης για χρονικό διάστημα τριών ετών, τότε η σχετική διαδικασία ολοκληρώνεται και εξαλείφεται η ποινική αξίωση της πολιτείας για το έγκλημα που αφορά. Σε περίπτωση όμως που διαπιστωθεί ότι η διαμεσολάβηση δεν ολοκληρώθηκε με υπαιτιότητα του φερόμενου ως δράστη, ο αρμόδιος εισαγγελέας διακόπτει τη διαδικασία και ενεργοποιεί εκ νέου την ποινική διαδικασία.