Εγινε δεκτή η προσφυγή αρχαιολόγου – Εφορείας Εναλίων

Από: 1 λεπτό ανάγνωση

Με βούλευμα που εξέδωσε χθες το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου έγινε δεκτή η προσφυγή κατά της απευθείας κλήσεως με την οποία παραπέμφθηκαν σε δίκη, κατηγορούµενοι για παράβαση καθήκοντος από κοινού, ένας αρχαιολόγος και η προΐσταµένη της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων, που ενεπλάκησαν στην ανέλκυση από το βυθό του λιµένα της Ρόδου αρχαίων χρυσών κοσµηµάτων και άλλων αντικειµένων µεγάλης αξίας, χωρίς να καταβάλουν τα εύρετρα σε ψαράδες που εντόπισαν το ναυάγιο.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου επιλήφθηκε της υποθέσεως μετά την απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου να κάνει δεκτή την προσφυγή των δύο δημόσιων λειτουργών.
Οι κατηγορούµενοι, εφέροντο από την 9η Απριλίου 2008 µέχρι και την 31 Μαΐου 2008, να παρέβησαν το καθήκον της υπηρεσίας τους.
Συγκεκριµένα ενώ οι κ.κ. Νικόλαος Κουτελλάς και Αντώνιος Μιλάτος, υπέβαλαν την από 5 Απριλίου 2008 αίτησή τους προς την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων για την καταβολή αµοιβής, καθώς είχαν υποδείξει στην ανωτέρω υπηρεσία την ύπαρξη εντός του βυθού, στο θαλάσσιο χώρο έµπροσθεν των εγκαταστάσεων του Ναυτικού Οµίλου Ρόδου, δύο τµηµάτων κιόνων πακτωµένων στο βυθό σε βάθος τριών – τεσσάρων µέτρων, ενός σιδερένιου κανονιού πακτωµένου στο βυθό σε βάθος τριών µέτρων, δύο µεταλλικών τροχών σε βάθος τριών – τεσσάρων µέτρων πακτωµένων στο βυθό -τεσσάρων σπαθιών µεσαιωνικών χρόνων σε βάθος τριών – τεσσάρων, εφέροντο να μην τους απάντησαν, µε αποτέλεσµα να υποστούν περιουσιακή ζηµία.
Οι δύο Ροδίτες την 10η Ιουνίου 2007 και ώρα 10.00 το πρωί ψάρευαν στη θαλάσσια περιοχή του Ναυτικού Οµίλου Ρόδου µέχρι και τους Τρεις Μύλους, στην «Κολόνα». Τοποθετούσαν συγκεκριµένα κύρτους και µε την µάσκα έψαχναν για αχινούς. Ο ένας εξ’ αυτών αντιλήφθηκε την ύπαρξη 2 – 3 κανονιών µέσα στο βυθό, βλήµατα σιδερένια κανονιού και 2-3 σπαθιά δίπλα σε έναν βράχο. Συνέχισε να ψάχνει φτάνοντας µέχρι το κάστρο του Αγίου Νικολάου, στους Μύλους. Εκεί ανακάλυψε κοσµήµατα, νοµίσµατα χρυσά, σπαθιά και διάφορα άλλα είδη.
Κατάλαβε ότι πρόκειται για αρχαίο ναυάγιο και ενηµέρωσε άµεσα τους φίλους του. Ανέσυραν από τον βυθό λίγα αντικείµενα και µετέβησαν στο γραφείο του Εισαγγελέα Πληµµελειοδικών Ρόδου για να τον ενηµερώσουν. Ο Εισαγγελέας τους παρέπεµψε στο Λιµεναρχείο Ρόδου.
Ο λιµενάρχης δεν κράτησε τα στοιχεία τους και δεν ειδοποίησε, όπως λένε, την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων. Τους έδωσε απλώς τρία τηλέφωνα για να ενηµερώσουν την Αρχαιολογία οι ίδιοι.
Οι ψαράδες επικοινώνησαν µε την Αρχαιολογία και οι αρµόδιοι τους ενηµέρωσαν ότι βρίσκονται στην Πάτµο και τους ζήτησαν να υποβάλουν µέσω του δικηγόρου τους αίτηµα για τα εύρετρα.
4 µήνες µετά οι δύτες ξεκίνησαν έρευνες στην περιοχή των Μύλων και στο ΝΟΡ χωρίς να έχουν ειδοποιηθεί σχετικά. Οι ψαράδες υποστηρίζουν ότι υπέδειξαν στο συνεργείο το σηµείο που ήταν το ναυάγιο και ότι τους ζητήθηκε να υπογράψουν ένα χαρτί στο οποίο αναφερόταν ότι δεν δικαιούνται αµοιβή για τα κοσµήµατα, τα χρυσά τάλαντα και τις λίρες, 13.000 κοµµάτια συνολικά.
Υποστηρίζουν επιπλέον ότι κάποια άτοµα από το συνεργείο τους είπαν ότι δεν είχαν βρει εκείνοι τα χρυσά κοσµήµατα αλλά ένα άλλο άτοµο και ότι οι ίδιοι δικαιούνται τα εύρετρα µόνο για τον οπλισµό.
Μεταξύ άλλων ζήτησαν να επιστρέψουν τα αρχαία στη Ρόδο και να µην εκτεθούν στην Αθήνα, όπως και έγινε.
Εν πάση περιπτώσει το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι η Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου και ο λιμένας Μανδρακίου είναι “κηρυγμένες” αρχαιολογικές ζώνες και όχι κοινές αρχαιολογικές ζώνες με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται αμοιβή για όποιων αναγγείλει την ύπαρξη αρχαίων.

Κρίθηκε μάλιστα ότι δεν επρόκειτο για αρχαία κινητά μνημεία.