• Το Δικαστήριο τον έκρινε υπαίτιο παραβίασης της νομοθεσίας για τα προσωπικά δεδομένα, εφαρμόζοντας ωστόσο τη διάταξη περί δικαστικής άφεσης της ποινής, μετά τον αυτοτελή ισχυρισμό που ανέπτυξε ο συνήγορός του
Η υπόθεση είχε στον πυρήνα της μια ανάρτηση σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Μια ανάρτηση που κράτησε περίπου μία ώρα στον αέρα. Και μια δίκη που κατέληξε σε ένα από τα πιο ασυνήθιστα αποτελέσματα που μπορεί να παράγει το ποινικό σύστημα: ένοχος, αλλά χωρίς καμία ποινή.
Το Β’ Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου δίκασε την Παρασκευή 15 Μαΐου 2026 υπόθεση παραβίασης της νομοθεσίας για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε βάρος ημεδαπού, 48 ετών, ο οποίος κατηγορείτο ότι τον Απρίλιο του 2020, κατά τη διάρκεια ελέγχου τήρησης των μέτρων για τον κορωνοϊό στην παραλία της Ρόδου, κατέγραψε με το κινητό του τηλέφωνο 2 λιμενικούς εν ώρα υπηρεσίας και στη συνέχεια ανάρτησε το βίντεο στον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook, χωρίς τη συναίνεσή τους.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος φέρεται να προέβη στη μαγνητοσκόπηση του ελέγχου με ψηφιακή κάμερα κινητής τηλεφωνίας, αποθηκεύοντας το υλικό στη μνήμη της συσκευής του και στη συνέχεια αναρτώντας το στη σελίδα του στο Facebook, καθιστώντας το προσιτό σε τρίτους. Το υλικό αυτό εμπεριείχε, κατά την έννοια του Νόμου 4624/2019, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των 2 λιμενικών, οι οποίοι εμφανίζονταν στο βίντεο άνευ της συγκατάθεσής τους.
Η στρατηγική της υπεράσπισης
Κομβικό ρόλο στην κατάληξη της υπόθεσης διαδραμάτισε ο αυτοτελής ισχυρισμός που κατέθεσε ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, κ. Στέλιος Κιουρτζής, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 104Β του Ποινικού Κώδικα περί δικαστικής άφεσης της ποινής.
Ο συνήγορος υποστήριξε ότι η βλάβη που προκλήθηκε ήταν ιδιαιτέρως μικρής βαρύτητας, καθώς κανένα αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας των 2 λιμενικών δεν ήταν ορατό στο υλικό, πράγμα που καθιστούσε αδύνατη την ταυτοποίησή τους ως φυσικών προσώπων. Παράλληλα, επεσήμανε ότι η ανάρτηση παρέμεινε αναρτημένη για μόλις μία ώρα περίπου, μετά την οποία ο κατηγορούμενος τη διέγραψε μόνος του, επιδεικνύοντας, κατά την υπεράσπιση, ειλικρινή μετάνοια και αποκαθιστώντας έτσι στο μέτρο του δυνατού την προσβολή που είχε προκαλέσει.
Στο επίκεντρο του αυτοτελούς ισχυρισμού τέθηκαν και οι ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου.
Η υπεράσπιση επικαλέστηκε επίσης το αθλητικό παρελθόν του κατηγορουμένου, ο οποίος από το 1999, σε ηλικία μόλις 21 ετών, ασχολήθηκε επαγγελματικά με τον αθλητισμό, αποσπώντας διακρίσεις σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.
Στον ισχυρισμό υπογραμμίστηκε ότι η επιβολή οποιασδήποτε ποινής σε άνθρωπο με τέτοιο ιστορικό, βεβαρυμμένη υγεία και πλήρη απουσία υποτροπιαστικής συμπεριφοράς θα συνιστούσε δυσανάλογο και επαχθές μέτρο, αντίθετο στην αρχή της αναλογικότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 του Συντάγματος.
Το νομικό εργαλείο που έκρινε την υπόθεση
Η διάταξη του άρθρου 104Β του Ποινικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του Νόμου 4855/2021, παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα να μην επιβάλλει ποινή σε υπαίτιο πλημμελήματος εφόσον κρίνει ότι η βλάβη ήταν ιδιαιτέρως μικρής βαρύτητας, ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και αποκατέστησε στο μέτρο του δυνατού την προσβολή, και η επιβολή ποινής δεν εμφανίζεται πλέον αναγκαία ή εμφανίζεται δυσανάλογα επαχθής.
Ο θεσμός αυτός, έκφραση της αρχής της δικαστικής επιείκειας, εφαρμόζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου, παρόλο που συντρέχουν τυπικά όλες οι προϋποθέσεις του εγκλήματος, η τιμώρηση του συγκεκριμένου προσώπου παρουσιάζεται ως υπερβολικά αυστηρή.
Το δικαστήριο έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο, αλλά δέχθηκε τον αυτοτελή ισχυρισμό της υπεράσπισης, αποφασίζοντας την άφεση της ποινής.
















