• Του έχει επιβληθεί ποινή κάθειρξης έξι ετών από το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου για σειρά απατών κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα εις βάρος τράπεζας, εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη που του είχε παράσχει η εντολέας του επί σχεδόν τρία χρόνια
Μια υπόθεση που αποκαλύπτει σε βάθος τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να στηθεί ένα οργανωμένο σχέδιο εξαπάτησης μέσα από τα έγκατα μιας επαγγελματικής σχέσης εμπιστοσύνης έφτασε σε αμετάκλητη κρίση ενώπιον της ελληνικής δικαιοσύνης. Με ομόφωνη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου έκρινε ένοχο, κατά τη συνεδρίαση της 13ης Νοεμβρίου 2023, 56χρονο δικηγόρο εγγεγραμμένο στον Δικηγορικό Σύλλογο Κω.
Το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου του έχει επιβάλει ποινή κάθειρξης 6 ετών.
Η σχέση εμπιστοσύνης που αξιοποιήθηκε ως εργαλείο απάτης
Από το 2005 τουλάχιστον, ο κατηγορούμενος ενεργούσε ως συνεργαζόμενος δικηγόρος της γνωστής τραπεζικής εταιρείας με έδρα την Αθήνα. Η σχέση ήταν τυπικά εντολοδόχου και εντολέως, με τον δικηγόρο να αναλαμβάνει δικαστικές ενέργειες, εγγραφές προσημειώσεων υποθήκης και λοιπές νομικές υπηρεσίες για λογαριασμό της τράπεζας, η οποία τον άμειβε μέσω συστήματος προκαταβολών και τελικής εκκαθάρισης. Αυτό το σύστημα, που προϋποθέτει εμπιστοσύνη στον δικηγόρο προκειμένου να ενεργεί χωρίς συνεχή επίβλεψη, αποδείχθηκε η αχίλλειος πτέρνα της τράπεζας.
Το τριπλό σχέδιο εξαπάτησης: αναλυτική αποτύπωση
Σύμφωνα με την απόφαση, το σχέδιο που εφάρμοσε ο κατηγορούμενος αρθρώθηκε σε τρεις διαφορετικές, αλλά παράλληλες μεθόδους εξαπάτησης.
Η πρώτη και οικονομικά σημαντικότερη αφορά στην είσπραξη προκαταβολών για ανύπαρκτες ή μη ανατεθείσες νομικές ενέργειες. Κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2010 έως τον Σεπτέμβριο 2012, παρέστησε στους υπαλλήλους της τράπεζας ότι είχε ανατεθεί η εντολή για συγκεκριμένες δικηγορικές ενέργειες σχετικές με οφειλέτες της, προκειμένου να εισπράξει κατ’ επανάληψη προκαταβολές. Στην πραγματικότητα, οι ενέργειες αυτές είτε ήταν πλήρως ανύπαρκτες, είτε δεν του είχαν ανατεθεί, είτε δεν εμπίπτανε στην αρμοδιότητά του, ή ποτέ δεν προτίθετο εξαρχής να τις υλοποιήσει. Το συνολικό ποσό που εισέπραξε παράνομα με αυτόν τον τρόπο, το οποίο παρέμεινε ανεκκαθάριστο γιατί το οικειοποιήθηκε χωρίς να το επιστρέψει, ανήλθε στα 104.229,69 ευρώ.
Η δεύτερη μέθοδος αφορά στην ψευδή βεβαίωση εγγραφής 19 προσημειώσεων υποθήκης. Ο κατηγορούμενος παρέστησε εξακολουθητικά στους αρμόδιους υπαλλήλους ότι είχε προβεί σε νομικά έξοδα και στις απαιτούμενες ενέργειες για την εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης υπέρ της τράπεζας επί ακινήτων πιστούχων και οφειλετών, χρησιμοποιώντας μάλιστα αναληθείς δηλώσεις στην ηλεκτρονική εφαρμογή «ΠΑΝΔΕΚΤΗΣ», καθώς και έγγραφες ψευδείς βεβαιώσεις αίτησης εγγραφής. Στην πραγματικότητα, ουδέποτε προέβη σε καμία από τις 19 αυτές εγγραφές. Με αυτόν τον τρόπο η τράπεζα ενέκρινε εκκαθαρίσεις νομικών εξόδων ύψους 13.600,06 ευρώ, τα οποία εκκαθαρίστηκαν έναντι ισόποσων προκαταβολών που είχε ήδη εισπράξει ο κατηγορούμενος χωρίς λόγο.

Η τρίτη μέθοδος αποτέλεσε την τολμηρότερη, αλλά και αυτή που αποκαλύφθηκε: η υποβολή 16 παραποιημένων αποδείξεων παροχής υπηρεσιών της Υποθηκοφύλακα Καλύμνου. Κατά το διάστημα Σεπτεμβρίου έως Οκτωβρίου 2012, υπέβαλε πίνακες νομικών εξόδων συνολικού ύψους 18.214,70 ευρώ. Τα πραγματικά όμως έξοδα ανέρχονταν μόνο στα 7.716,65 ευρώ, καθώς οι αποδείξεις είχαν παραποιηθεί ώστε να εμφανίζουν αισθητά υψηλότερα ποσά. Η διαφορά, ύψους 10.498,05 ευρώ, αποτελούσε το επιδιωκόμενο παράνομο όφελος. Η τεχνική ήταν απλή στη λογική της αλλά σαφώς δεν αξιολογήθηκε ως μικροαπάτη από το δικαστήριο, διότι η χρήση ψευδών δικαιολογητικών σε συνδυασμό με την επανειλημμένη μεθοδολογία της αποκαλύπτει οργανωμένη εγκληματική πρόθεση. Ένας υπάλληλος της τράπεζας κατέθεσε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το πραγματικό ποσό ήταν, λόγου χάριν, 300 ευρώ και ο κατηγορούμενος έβαζε μπροστά τον αριθμό «1» μετατρέποντας το ποσό σε 1.300 ευρώ.
Η τέταρτη πράξη αφορά νέα απόπειρα εξαπάτησης: ο κατηγορούμενος επιχείρησε να εκκαθαρίσει εκ νέου προκαταβολές υποβάλλοντας 10 πίνακες νομικών εξόδων ύψους 4.368,93 ευρώ, τα οποία είχαν ήδη εκκαθαριστεί στο παρελθόν και είχε ήδη εισπράξει, αποκρύπτοντας σκοπίμως το γεγονός. Τόσο αυτή η πράξη, όσο και η υποβολή των παραποιημένων αποδείξεων, απέτυχαν όχι λόγω εκούσιας αποχής του κατηγορουμένου, αλλά διότι εντοπίσθηκαν κατά τον εσωτερικό έλεγχο που διεξήγαγε το Γραφείο Δικαστικού Συμβούλου της τράπεζας. Γι’ αυτόν τον λόγο οι πράξεις αυτές χαρακτηρίστηκαν ως απόπειρα και όχι ως τετελεσμένη απάτη.
Η εσωτερική έρευνα της τράπεζας και ο εντοπισμός της απάτης
Η υπόθεση ήρθε στο φως αρχικά μέσω αντιστοιχίας: στοιχεία δεν συμφωνούσαν με τα τιμολόγια που είχε κόψει ο δικηγόρος προς την τράπεζα. Ακολούθησε εκτεταμένος εσωτερικός έλεγχος που διήρκεσε ένα ολόκληρο χρόνο, αναδρομικά από το 2011. Σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, ο οποίος είναι υπάλληλος της τράπεζας και παρέστη στη διαδικασία, ο συνολικός αριθμός παραποιημένων αποδείξεων ανήλθε σε 16, ενώ υπήρξαν και 19 περιπτώσεις εκκαθάρισης ποσών που είχαν ήδη πληρωθεί, συνολικού ύψους 13.500 ευρώ. Το άνοιγμα στον λογαριασμό ανερχόταν στα 103.000 ευρώ. Κλιμάκιο της νομικής υπηρεσίας μετέβη στην Κάλυμνο, όπου ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε προφορικά τις πράξεις του, ενώ ακολούθησε και επίσημη ομολογία στα γραφεία της τράπεζας στην Αθήνα τον Μάιο. Σημαντικό στοιχείο για την υπεράσπιση ήταν το ότι ο κατηγορούμενος δεν απέκρυψε τίποτα, παρέδωσε τα πάντα και δεν επιχείρησε να διαφύγει, παρά τη διπλή υπηκοότητα που θα του επέτρεπε να το πράξει ευκολότερα.
Ο Άρειος Πάγος θα αποφανθεί στις 13 Μαΐου 2026
Μετά την καταδίκη του από το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, ο κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης 71/2023, και η υπόθεση πρόκειται να εκδικαστεί από το Ζ’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου την 13η Μαΐου 2026. Η κρίση του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου θα αφορά νομικά ζητήματα και τυχόν παραβιάσεις ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, ενώ το ουσιαστικό αποτέλεσμα της δίκης, με την κρίση επί της ενοχής και την επιβολή ποινής 6ετούς κάθειρξης, παραμένει σε εκκρεμότητα έως την αμετάκλητη κρίση.













