• Κατηγορείται για αποτύπωση συνομιλίας χωρίς ρητή συναίνεση, παραβίαση προσωπικών δεδομένων με συλλογή, αποθήκευση και μετάδοση, συκοφαντική δυσφήμιση μέσω διαδικτύου κατ’ εξακολούθηση, εξύβριση και απειλή, με την υπόθεση να περνά πλέον στο στάδιο της κύριας ανάκρισης
Ποινικές εξελίξεις σημειώνονται στην υπόθεση που άνοιξε μετά το επεισόδιο στο λιμάνι της Τήλου, κατά την άφιξη και αποβίβαση μεταναστών, την Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2024. Από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ρόδου ασκήθηκε δίωξη εις βάρος της δημάρχου Τήλου κ. Μαρίας Καμμά και ακολούθησε παραπομπή σε κύρια ανάκριση, εξέλιξη που σηματοδοτεί ότι η δικογραφία περνά σε ανακριτικό στάδιο για τη συλλογή και αξιολόγηση υλικού και καταθέσεων.
Η υπόθεση ξεκίνησε από μήνυση αλλοδαπής, κατοίκου Ρόδου, μετά από γεγονότα που προβλήθηκαν αρχικά στα social media και στη συνέχεια σε κεντρικά τηλεοπτικά μέσα και εφημερίδες, προκαλώντας δημόσια συζήτηση. Η ίδια η καταγγέλλουσα έχει περιγράψει ότι βρέθηκε στο σημείο ως παρούσα πολίτης μαζί με 2 φίλους της από τη Γαλλία, ενώ η δήμαρχος έχει υποστηρίξει τη δική της εκδοχή, κάνοντας λόγο για δημόσια παρέμβαση με στόχο την αποτροπή ρητορικής μίσους και αρνούμενη το σύνολο των καταγγελιών.
Το περιστατικό στο λιμάνι και το σημείο τριβής γύρω από τη βιντεοσκόπηση
Στον πυρήνα της υπόθεσης βρίσκεται το τι ειπώθηκε και πώς καταγράφηκε, σε μια στιγμή έντασης στο λιμάνι του νησιού, όταν σκάφος του Λιμενικού Σώματος έδεσε για να αποβιβάσει δεκάδες ανθρώπους, ανάμεσά τους παιδιά και γυναίκες, στο πλαίσιο επιχείρησης μεταφοράς τους.
Η αλλοδαπή, όπως αναφέρει στη δική της αφήγηση, είδε το επιβατικό πλοίο της γραμμής να μην δένει αμέσως, να περιμένει εκτός του όρμου, και να προηγείται η άφιξη σκάφους του Λιμενικού, γεγονός που την οδήγησε να ρωτήσει τι έχει συμβεί, ποιοι είναι οι άνθρωποι που αποβιβάζονται, από πού έρχονται και πού πηγαίνουν, καθώς και πώς θα μπορέσει ένα μικρό νησί να τους υποδεχθεί.

Από εκείνο το σημείο και έπειτα, οι δύο πλευρές δίνουν διαφορετικό περιεχόμενο στον διάλογο ή στον μονόλογο που ακολούθησε, αλλά και στη βιντεοληψία και στη δημοσιοποίηση υλικού. Η δήμαρχος έχει καταγγείλει ότι η γυναίκα ζήτησε, αναφερόμενη στους μετανάστες, «να τους πετάξουν στη θάλασσα», ενώ η καταγγέλλουσα με δημόσια ανάρτησή της έχει διαψεύσει ότι είπε τέτοια φράση και έχει υποστηρίξει ότι και η ίδια κατέγραφε βίντεο, παρουσιάζοντας τη δική της οπτική για τα γεγονότα.
Στη μήνυση, όπως έχει παρουσιαστεί, γίνεται αναφορά σε βίντεο στο οποίο φέρεται να ακούγεται η δήμαρχος να λέει τη φράση «άντε μη σου δώσω μια και πας στη θάλασσα», απευθυνόμενη στην καταγγέλλουσα. Η συγκεκριμένη αποστροφή αποτελεί κομβικό σημείο της αντιπαράθεσης, καθώς συνδέεται με την καταγγελία για απειλή, αλλά και με το πλαίσιο στο οποίο, κατά την καταγγέλλουσα, εξελίχθηκαν τα γεγονότα, με συνέπειες τόσο στο πεδίο της προσωπικής της έκθεσης όσο και στο πεδίο της διαδικτυακής αναπαραγωγής και σχολιασμού.
Η μήνυση της αλλοδαπής και το πλαίσιο των καταγγελιών
Η προσφυγή της αλλοδαπής στην Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ρόδου, περιέγραψε μια συνθήκη κατά την οποία θεωρεί ότι στοχοποιήθηκε, ότι της αποδόθηκαν λόγια που δεν είπε και ότι η εικόνα της διακινήθηκε με τρόπο που την έφερε αντιμέτωπη με κύμα διαδικτυακής επίθεσης και διασυρμού. Στον πυρήνα της καταγγελίας της, πέρα από το περιεχόμενο της αντιπαράθεσης στο λιμάνι, τίθεται η βιντεοσκόπηση και η επακόλουθη ανάρτηση και διάδοση υλικού.
Το γεγονός ότι η υπόθεση απέκτησε δημόσια διάσταση, με αναφορές σε αναρτήσεις και συνεντεύξεις, αύξησε τη βαρύτητα της συζήτησης γύρω από το τι ακριβώς καταγράφηκε και πώς χρησιμοποιήθηκε. Στο δημόσιο πεδίο καταγράφηκαν επίσης διευκρινίσεις σχετικά με πληροφορίες που είχαν κυκλοφορήσει για την καταγγέλλουσα, καθώς αναφέρθηκε ότι η Τουρκική Πρεσβεία διέψευσε ότι εργάζεται εκεί, στοιχείο που εντάχθηκε στη δημόσια αντιπαράθεση γύρω από την ταυτότητα και το προφίλ της.

Η εκδοχή της δημάρχου
Στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης, η δήμαρχος Τήλου κ. Μαρία Καμμά κατέθεσε εξηγήσεις ενώπιον της Προανακρίτριας Ρόδου, υποβάλλοντας πολυσέλιδο υπόμνημα μέσω του συνηγόρου της κ. Φώτη Κωστόπουλου. Η δήμαρχος αρνείται τις κατηγορίες, χαρακτηρίζοντάς τες νομικά και ουσιαστικά αβάσιμες, και περιγράφει τα γεγονότα ως δημόσια παρέμβαση για να ανακοπεί, κατά την ίδια, ρητορική μίσους σε μια στιγμή που η ένταση στο λιμάνι συνέπιπτε με την αποβίβαση ευάλωτων ανθρώπων.
Στη δική της αφήγηση, η δήμαρχος έχει συνδέσει το περιστατικό με ευρύτερο επιχειρησιακό και ανθρωπιστικό πλαίσιο, αναφέροντας ότι είχε ενημερωθεί πως 106 πρόσφυγες, ανάμεσά τους γυναίκες, βρέφη, ηλικιωμένοι και άτομα με αναπηρία, παρέμεναν για πάνω από 30 ώρες σε δύσβατη περιοχή, χωρίς τροφή και νερό, και ότι η μεταφορά τους στο λιμάνι έγινε στο πλαίσιο επιχείρησης διάσωσης. Υποστηρίζει επίσης ότι τη στιγμή της αποβίβασης η αλλοδαπή απηύθυνε προσβλητικά λόγια προς λιμενικούς και, κατά την ίδια, προχώρησε στη φράση «να τους πετάξετε στη θάλασσα», κάτι που αποτέλεσε, όπως περιγράφεται, το σημείο που πυροδότησε την αντίδρασή της.
Ως προς τη δημοσιοποίηση βίντεο στο Facebook, η δήμαρχος έχει υποστηρίξει ότι δεν το έκανε για να προσβάλει ή να στοχοποιήσει, αλλά για να αποτρέψει διάδοση ψευδών πληροφοριών και να καταγράψει μια δημόσια στάση απέναντι σε ρητορικές που, κατά την ίδια, αποτελούν προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Στη θέση της περιλαμβάνεται επίσης το επιχείρημα ότι το περιστατικό εκτυλίχθηκε σε δημόσιο χώρο, παρουσία πολλών προσώπων, και ότι δεν υπήρξε ιδιωτική συνομιλία αλλά δημόσια εκφορά λόγου, κάτι που θεωρεί ότι διαφοροποιεί την αξιολόγηση της πράξης.














