ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ελευθερία Φτακλάκη: Η σύγκρουση που αλλάζει τον γεωπολιτικό χάρτη στη Μέση Ανατολή

Νατάσα Παμπρή 8 λεπτά ανάγνωση
ΦΤΑΚΛΑΚΗ ΛΙΤΣΑ
Η σύγκρουση που αλλάζει τον γεωπολιτικό χάρτη στη Μέση Ανατολή

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΦΤΑΚΛΑΚΗ

Σε μια περίοδο όπου η γεω­πο­λι­τική αστά­θεια επε­κτεί­νε­ται από την Ανα­το­λική Μεσό­γειο έως τον Περσικό Κόλπο, ο πόλεμος που εκτυ­λίσ­σε­ται στη Μέση Ανατολή φαί­νε­ται να οδηγεί σε μια νέα φάση παγκό­σμιων ανα­κα­τα­τά­ξεων. Η ένταση ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν, με την ενεργή εμπλοκή των Ηνω­μέ­νων Πολι­τειών, δια­μορ­φώ­νει ένα πολυ­ε­πί­πεδο γεω­πο­λι­τικό σκηνικό όπου η στρα­τιω­τική αντι­πα­ρά­θεση, οι ενερ­γεια­κές ισορ­ρο­πίες και ο αντα­γω­νι­σμός των μεγάλων δυνά­μεων αλλη­λε­πλέ­κο­νται επι­κίν­δυνα.

Η Δρ Φτα­κλάκη μιλά στην εφη­με­ρίδα μας για τις πραγ­μα­τι­κές δια­στά­σεις της σύγκρου­σης, εκτι­μώ­ντας ότι η περιοχή έχει ήδη εισέλ­θει σε μια περίοδο έντονης γεω­πο­λι­τι­κής μετά­βα­σης. Αναλύει τους στρα­τη­γι­κούς στόχους της Ουά­σιγ­κτον και του Τελ Αβίβ, τον ευρύ­τερο αντα­γω­νι­σμό με την Κίνα που επη­ρε­ά­ζει τις εξε­λί­ξεις, αλλά και τον κίνδυνο ενός «ντόμινο» αστά­θειας που θα μπο­ρούσε να επη­ρε­ά­σει ολό­κληρο το περι­φε­ρειακό σύστημα ασφά­λειας. Παράλ­ληλα, εστιά­ζει στον ρόλο της Ελλάδας και της Κύπρου μέσα σε αυτό το ρευστό περι­βάλ­λον, επι­ση­μαί­νο­ντας ότι ο άξονας συνερ­γα­σίας με το Ισραήλ απο­τε­λεί σημα­ντικό στοι­χείο απο­τρο­πής στην Ανα­το­λική Μεσό­γειο, χωρίς ωστόσο να αναιρεί τους κιν­δύ­νους που δημιουρ­γεί μια ευρύ­τερη περι­φε­ρειακή σύγκρουση. Με αφορμή και την επέτειο της Ενσω­μά­τω­σης της Δωδε­κα­νή­σου, υπο­γραμ­μί­ζει τη σημασία της γεω­στρα­τη­γι­κής παρου­σίας του Ελλη­νι­σμού σε μια περιοχή που παρα­μέ­νει στο επί­κε­ντρο των διεθνών εξε­λί­ξεων.

Ανα­λυ­τικά η συνέ­ντευξη:

Κυρία Φτα­κλάκη, πώς απο­τι­μάτε όσα συμ­βαί­νουν σήμερα στη Μέση Ανατολή και τι προ­βλέ­πετε για την επόμενη μέρα;

Θα έλεγα κα. Παμπρή ότι βρι­σκό­μα­στε σε μια κρίσιμη στιγμή της ιστο­ρίας καθώς ο πόλεμος που μαί­νε­ται στη Μέση Ανατολή ανα­δια­τάσ­σει συνο­λικά τον γεω­πο­λι­τικό χάρτη και τις σφαίρες επιρ­ροής στη Μέση Ανατολή. Ο «βρυ­χηθ­μός του λιο­ντα­ριού» και η «επική οργή» συνέ­θε­σαν μια πρω­το­φανή ισραη­λι­νο­α­με­ρι­κα­νική επίθεση τόσο από πλευράς τακτι­κής, όσο και από πλευράς στρα­τιω­τι­κού επι­χει­ρη­σια­κού εξο­πλι­σμού. Η δολο­φο­νία της ιρα­νι­κής ηγεσίας, σε συν­δυα­σμό με τα εκτε­τα­μένα αερο­πο­ρικά πλήγ­ματα σε κρί­σι­μες υπο­δο­μές του Ιράν και του Λιβάνου, ανα­δια­μορ­φώ­νουν το στρα­τη­γικό τοπίο της Μέσης Ανα­το­λής και υπο­νο­μεύ­ουν τα ενα­πο­μεί­να­ντα περι­θώ­ρια διπλω­μα­τι­κής δια­χεί­ρι­σης της κρίσης.

Η απά­ντηση της Τεχε­ρά­νης, με μαζικά πυραυ­λικά χτυ­πή­ματα κατά στόχων στο Ισραήλ και ενα­ντίον χωρών που φιλο­ξε­νούν αμε­ρι­κα­νι­κές βάσεις, επι­βε­βαιώ­νει ότι η αντι­πα­ρά­θεση έχει μετα­τρα­πεί σε πολε­μικό παίγνιο πολ­λα­πλών μετώπων, όπου κάθε κίνηση πυρο­δο­τεί αλυ­σι­δω­τές αντι­δρά­σεις σε ολό­κληρο το περι­φε­ρειακό σύστημα ασφά­λειας. Η ενερ­γο­ποί­ηση συμ­μά­χων και πλη­ρε­ξου­σίων δυνά­μεων εντεί­νει τον κίνδυνο γενι­κευ­μέ­νης ανά­φλε­ξης, καθώς θολώ­νουν τα όρια ανάμεσα σε άμεσους και έμμε­σους εμπό­λε­μους. Το κλεί­σιμο των Στενών του Ορμούζ ανα­δει­κνύ­ουν τη μετα­τροπή της κρίσης από περι­φε­ρειακή στρα­τιω­τική σύγκρουση σε παγκό­σμιο ζήτημα ενερ­γεια­κής ασφά­λειας, με επι­πτώ­σεις στις θαλάσ­σιες ροές υδρο­γο­ναν­θρά­κων και στη διεθνή οικο­νο­μική στα­θε­ρό­τητα. Υπό αυτές τις συν­θή­κες, όλα τα δια­θέ­σιμα εμπει­ρικά δεδο­μένα συνη­γο­ρούν στην εκτί­μηση ότι το σύστημα έχει ήδη υπερβεί το σημείο μη επι­στρο­φής και εισέρ­χε­ται σε μια νέα, εξαι­ρε­τικά ρευστή φάση γεω­πο­λι­τι­κής μετά­βα­σης καθώς αυτή η σύγκρουση κου­μπώ­νει πάνω σε ήδη εύφλε­κτα μέτωπα – Παλαι­στι­νιακό, Συρία, Λίβανος, Ερυθρά Θάλασσα – δημιουρ­γώ­ντας ένα ενιαίο τόξο αστά­θειας από την Ανα­το­λική Μεσό­γειο μέχρι τον Περσικό Κόλπο.

Δύσκολο να προ­βλέ­ψει κανείς την τελική έκβαση του πολέμου -αν, δηλαδή, το Ισραήλ και οι ΗΠΑ επι­τύ­χουν τελικά τους πολ­λα­πλούς στόχους που έχουν θέσει έναντι του Ιράν. Σε κάθε περί­πτωση, αν και έως ότου αυτοί οι στόχοι υλο­ποι­η­θούν, ανα­μέ­νε­ται περαι­τέρω κλι­μά­κωση με δια­δο­χι­κούς γύρους στρα­τιω­τι­κών πληγ­μά­των. Οι εξε­λί­ξεις επι­βε­βαιώ­νουν ότι ο πόλεμος δεν περιο­ρί­ζε­ται πλέον στο Ιράν, αλλά εξε­λίσ­σε­ται σε μια αλυσίδα αλλη­λο­τρο­φο­δο­τού­με­νων συγκρού­σεων που «κου­μπώ­νουν» τα ήδη εύφλε­κτα μέτωπα από την Παλαι­στίνη και τον Λίβανο έως τη Συρία, την Ερυθρά Θάλασσα και τον Περσικό Κόλπο.

Το πραγ­μα­τικό δια­κύ­βευμα, ωστόσο, αφορά στην επόμενη ημέρα στο Ιράν: εάν θα επι­βιώ­σει, και με ποια χαρα­κτη­ρι­στικά το υφι­στά­μενο θεο­κρα­τικό καθε­στώς ή εάν θα οδη­γη­θούμε σε σενάρια βαθιάς εσω­τε­ρι­κής ανα­διά­τα­ξης και ενδε­χο­μέ­νως απο­σχι­στι­κών τάσεων και νέων εστιών αστά­θειας καθώς ένα πολυ­ε­θνο­τικό κράτος όπως το Ιράν, όπου -πέραν των Περσών-συνυπάρχουν ισχυρές μειο­νο­τι­κές ομάδες, όπως οι Κούρδοι, οι Αζέριοι και οι Βαλού­χοι, οποια­δή­ποτε παρα­τε­τα­μένη κρίση εξου­σίας ή κενό δια­κυ­βέρ­νη­σης μπορεί να λει­τουρ­γή­σει ως επι­τα­χυ­ντής εξε­λί­ξεων.

Ποια είναι η ουσια­στική ατζέντα του Τραμπ και ποια του Νετα­νιά­χου στον πόλεμο κατά του Ιράν; Σε τι συγκλί­νουν, σε τι δια­φέ­ρουν και ποια είναι η τελική συνι­στα­μένη των επι­λο­γών τους;

Αν το δούμε ψύχραιμα, η ατζέντα του Τραμπ είναι να μετα­τρέ­ψει τη συσ­σω­ρευ­μένη αδυ­να­μία του Ιράν – οικο­νο­μική, κοι­νω­νική, περιφερειακή-σε ένα καθε­στώς «στρα­τη­γι­κής υπο­τα­γής». Άμεσοι στόχοι είναι ο αυστη­ρός περιο­ρι­σμός του ιρα­νι­κού πυρη­νι­κού προ­γράμ­μα­τος, ο έλεγχος του πυραυ­λι­κού οπλο­στα­σίου, η μη περαι­τέρω ενί­σχυση των περι­φε­ρεια­κών του δικτύων ισχύος, και πλέον η απο­τροπή του θεο­κρα­τι­κού καθε­στώ­τος. Όμως, στον στρα­τη­γικό του σχε­δια­σμό, ο Τραμπ δεν στο­χεύει μόνο την Τεχε­ράνη. Ο πραγ­μα­τι­κός του ορί­ζο­ντας είναι η Κίνα. Η πίεση στο Ιράν εντάσ­σε­ται σε μια ευρύ­τερη στρα­τη­γική απο­δυ­νά­μω­σης της κινε­ζι­κής ανόδου: από τη Βενε­ζου­έλα μέχρι τον Περσικό, ο στόχος είναι να χτυ­πη­θούν οι φθηνές ενερ­γεια­κές πηγές της Κίνας -πετρέλαιο και (υγρο­ποι­η­μένο ή μη) αέριο που ρέουν από χώρες όπως το Ιράν και τρο­φο­δο­τούν, άμεσα ή έμμεσα, τον κινε­ζικό βιο­μη­χα­νικό μηχα­νι­σμό. Η Κίνα απορ­ροφά πάνω από το 80% των ιρα­νι­κών εξα­γω­γών πετρε­λαίου, εισά­γο­ντας κατά μέσο όρο γύρω στα 1,3–1,4 εκατ. βαρέλια την ημέρα – περίπου το 13–14% των θαλάσ­σιων εισα­γω­γών αργού της.

Αυτό σημαί­νει ότι κάθε δια­τα­ραχή σε αυτή τη ροή δεν είναι απλώς πλήγμα για την Τεχε­ράνη, αλλά και ένα μετρή­σιμο κόστος για την ενερ­γειακή ασφά­λεια και την ανα­πτυ­ξιακή δυνα­μική του Πεκίνου. Στο επίπεδο πρω­το­βου­λίας «Belt and Road», το Ιράν δεν είναι απλώς ακόμη ένας εταίρος, αλλά κρί­σι­μος κόμβος: η 25ετής στρα­τη­γική συμ­φω­νία Πεκίνου–Τεχε­ρά­νης προ­βλέ­πει έως 280 δισ. δολάρια επεν­δύ­σεις στην ενέρ­γεια και άλλα 120 δισ. σε υπο­δο­μές μετα­φο­ρών και βιο­μη­χα­νία. Ήδη, κινε­ζι­κές πιστώ­σεις δισε­κα­τομ­μυ­ρίων χρη­μα­το­δο­τούν σιδη­ρό­δρο­μους, λιμάνια και ενερ­γειακά έργα στο ιρανικό έδαφος – επεν­δύ­σεις που καθι­στούν μια μακρά περίοδο πολέμου ή αστά­θειας όχι απλώς γεω­πο­λι­τικό, αλλά και καθαρά γεω­οι­κο­νο­μικό πλήγμα για την Κίνα καθώς απο­δυ­να­μώ­νει τις δια­συν­δέ­σεις (connectivity) ισχύος της Κίνας στον Ευρα­σια­τικό χώρο

Η ατζέντα του Νετα­νιά­χου ήταν εξαρχής σαφώς πιο μαξι­μα­λι­στική: δεν τον ενδια­φέ­ρει μόνο η απο­τροπή ενός πυρη­νι­κού Ιράν, αλλά η ανα­τροπή του θεο­κρα­τι­κού καθε­στώ­τος που θεωρεί “εγκέ­φαλο” της αντι-ισραηλινής αντί­στα­σης σε Λίβανο, Γάζα, Συρία και Υεμένη. Γι’ αυτό πιέζει για συνε­χείς, πιο εκτε­τα­μέ­νες επι­χει­ρή­σεις: θέλει να “ξεμπερ­δέ­ψει” με το εχθρικό κράτος των μου­λά­δων, και να ηγηθεί στη Μέση Ανατολή, αξιο­ποιώ­ντας τόσο τις Συμ­φω­νίες του Αβραάμ όσο και τις νέες περι­φε­ρεια­κές συμ­μα­χίες με έξι κεντρι­κούς πόλους (Ισραήλ, Ινδία, Ελλάδα, Κύπρος και άλλα κράτη που δεν έχουν ακόμα ανα­κοι­νω­θεί).

Η συνι­στα­μένη των δύο δεν είναι μια πλήρως κοινή στρα­τη­γική, αλλά και μια επι­κίν­δυνη σύζευξη που μετα­φρά­ζε­ται σε μια εκστρα­τεία όπου η διάρ­κεια της σύγκρου­σης παρα­μέ­νει αχαρ­το­γρά­φητη, ακριβώς επειδή ο ελά­χι­στος κοινός παρο­νο­μα­στής τους είναι η μέγιστη πίεση και ο κίν­δυ­νος ενός γεω­πο­λι­τι­κού ντόμινο στην ευρύ­τερη περιοχή. Ένας πόλεμος δεν είναι ποτέ γραμ­μι­κός αλλά πολυ­πα­ρα­γο­ντι­κός και πολυ­συ­στη­μι­κός και δεν κατα­λή­γει πάντα σε δια­κρι­τούς νικητές και ηττη­μέ­νους.

Σε αυτό το ρευστό περι­βάλ­λον, πώς επη­ρε­ά­ζο­νται Ελλάδα και Κύπρος; Ο άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ λει­τουρ­γεί ως ασπίδα ή, αντί­θετα, τις φέρνει πιο κοντά στη φωτιά;

Ελλάδα και Κύπρος βρί­σκο­νται σε κομβικό σημείο του νέου γεω­πο­λι­τι­κού σκη­νι­κού, καθώς λει­τουρ­γούν ως κρί­σι­μοι κόμβοι της δυτικής αρχι­τε­κτο­νι­κής ασφά­λειας στην Ανα­το­λική Μεσό­γειο. Ο άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, ενταγ­μέ­νος σε ένα ευρύ­τερο πλέγμα συνερ­γα­σιών με την Αίγυπτο, την Ιταλία και τα υπό­λοιπα μέλη του East Mediterranean Gas Forum, οικο­δο­μή­θηκε την τελευ­ταία δεκα­ε­τία γύρω από την ενέρ­γεια (ΑΟΖ, κοι­τά­σματα φυσικού αερίου, αγωγός EastMed, ηλε­κτρι­κές δια­συν­δέ­σεις) και την άμυνα (κοινές ασκή­σεις, ναυτική συνερ­γα­σία, συστή­ματα αερά­μυ­νας), λει­τουρ­γώ­ντας ως πλαίσιο «συλ­λο­γι­κής απο­τρο­πής» σε μια περιοχή με αυξη­μέ­νες απειλές από κράτη και μη κρα­τι­κούς δρώντες. Αυτός ο άξονας δεν σημαί­νει αυτο­μά­τως ότι η Ελλάδα και η Κύπρος συμ­με­τέ­χουν στον πόλεμο που μαί­νε­ται στην περιοχή· αντι­θέ­τως, τόσο ο Κυριά­κος Μητσο­τά­κης όσο και ο Νίκος Χρι­στο­δου­λί­δης έχουν δια­κη­ρύ­ξει ότι οι δύο χώρες όχι μόνο δεν προ­τί­θε­νται να εμπλα­κούν σε στρα­τιω­τι­κές επι­χει­ρή­σεις κατά του Ιράν αλλά επι­ζη­τούν την επίλυση αυτής της σύγκρου­σης μέσω της διπλω­μα­τίας.

Ωστόσο, οι ιρα­νι­κές επι­θέ­σεις σε βρε­τα­νι­κές βάσεις στην Κύπρο και οι ρητές απειλές των Φρουρών της Επα­νά­στα­σης ανέ­δει­ξαν ότι το νησί – όπως και άλλες χώρες που φιλο­ξε­νούν αμε­ρι­κα­νι­κές ή συμ­μα­χι­κές εγκα­τα­στά­σεις και βρί­σκο­νται εντός του βελη­νε­κούς των ιρα­νι­κών μέσων -έχει εντα­χθεί, από την ιρανική οπτική, στη γεω­γρα­φία του πολέμου. Για αυτό και ορθώς η Ελλάδα στο πλαίσιο του Ενιαίου Αμυ­ντι­κού Δόγ­μα­τος Ελλάδας–Κύπρου αντα­πο­κρί­θηκε άμεσα στην έκκληση της κυπρια­κής πλευράς για συν­δρομή. Η απο­στολή των φρε­γα­τών “Κίμων” και “Ψαρά” και η ανά­πτυξη ελλη­νι­κών F-16 στην Κύπρο σημα­το­δο­τούν τη μετά­βαση από τη συμ­βο­λική απο­τροπή σε μια πιο χει­ρο­πια­στή κοινή άμυνα, με σαφές μήνυμα ότι η Κύπρος “δεν κείται μακράν”. Σε επίπεδο συμ­βο­λι­σμού, η Ελλάδα έδειξε το ανά­στημά της, προ­βάλ­λο­ντας όχι μόνο την ιδιό­τητά της ως αξιό­πι­στου συμ­μά­χου, αλλά και ως περι­φε­ρεια­κής δύναμης στη ΝΑ Μεσό­γειο, με αυξη­μένο στρα­τη­γικό εκτό­πι­σμα, διπλω­μα­τική ευε­λι­ξία και ικα­νό­τητα να δια­μορ­φώ­νει εξε­λί­ξεις αντί απλώς να τις υφί­στα­ται. Το ερώτημα που τίθεται για την Ελλάδα και την Κύπρο, είναι το πώς θα δια­χει­ρι­στούν με στρα­τη­γική ψυχραι­μία τον ρόλο τους ως κόμβων της δυτικής αρχι­τε­κτο­νι­κής ασφά­λειας, περιο­ρί­ζο­ντας ταυ­τό­χρονα τους κιν­δύ­νους εμπλο­κής και τις παρά­πλευ­ρες απώ­λειες για τα εθνικά τους συμ­φέ­ρο­ντα.

Πώς κρίνετε τη στάση της Ευρω­παϊ­κής Ένωσης και τον ρόλο της επι­χεί­ρη­σης “ΑΣΠΙΔΑ”; Μπορεί η ΕΕ να λει­τουρ­γή­σει ως ουσια­στι­κός παρά­γο­ντας ασφά­λειας ή παρα­μέ­νει σε μεγάλο βαθμό θεατής των εξε­λί­ξεων;

Σε αυτό το περι­βάλ­λον κλι­μά­κω­σης, η Ευρω­παϊκή Ένωση βρί­σκε­ται αντι­μέ­τωπη με ένα διπλό τεστ: από τη μία πλευρά την ανθε­κτι­κό­τητα της ενερ­γεια­κής της αρχι­τε­κτο­νι­κής, από την άλλη την ικα­νό­τητά της να λει­τουρ­γή­σει ως αυτό­νο­μος γεω­πο­λι­τι­κός δρων και όχι απλώς ως παθη­τι­κός απο­δέ­κτης κρίσεων στην άμεση περι­φέ­ρειά της. Αν και οι ευρω­παϊ­κοί θεσμοί σπεύ­δουν να δια­βε­βαιώ­σουν ότι, προς το παρόν, δεν δια­φαί­νε­ται άμεση διακοπή τρο­φο­δο­σίας σε πετρέ­λαιο και φυσικό αέριο, η ένταση στον Περσικό Κόλπο, οι απειλές για τα Στενά του Ορμούζ και η αστά­θεια στην Ερυθρά Θάλασσα ανα­δει­κνύ­ουν πόσο ευάλωτη παρα­μέ­νει η ευρω­παϊκή οικο­νο­μία σε εξω­γε­νείς ενερ­γεια­κούς και θαλάσ­σιους κρα­δα­σμούς.

Η ευρω­παϊκή ναυτική επι­χεί­ρηση «Ασπίδα» (EUNAVFOR ASPIDES), μια αμιγώς αμυ­ντική απο­στολή θαλάσ­σιας ασφά­λειας της ΕΕ στην Ερυθρά Θάλασσα και τις γύρω θαλάσ­σιες οδούς, με απο­στολή την προ­στα­σία της ελευ­θε­ρίας ναυ­σι­πλο­ΐας, τη συνο­δεία εμπο­ρι­κών πλοίων και την απο­τροπή επι­θέ­σεων κατά της ναυ­τι­λίας, είναι μια χει­ρο­πια­στή ένδειξη ότι η ΕΕ παρά τις εσω­τε­ρι­κές αντι­φά­σεις περνά από τη γλώσσα των δηλώ­σεων στη γλώσσα της ισχύος, ανα­λαμ­βά­νο­ντας ρόλο παρόχου ασφά­λειας στις θαλάσ­σιες οδούς που τρο­φο­δο­τούν την ίδια της την οικο­νο­μία. Το αν αυτή η κίνηση θα απο­τε­λέ­σει την απαρχή μιας πιο συνε­κτι­κής ευρω­παϊ­κής στρα­τη­γι­κής στη Μέση Ανατολή ή θα μείνει μια ad hoc αντί­δραση σε μια ακόμη κρίση, παρα­μέ­νει ανοιχτό ερώτημα.

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.