Σε μια περίοδο όπου η γεωπολιτική αστάθεια επεκτείνεται από την Ανατολική Μεσόγειο έως τον Περσικό Κόλπο, ο πόλεμος που εκτυλίσσεται στη Μέση Ανατολή φαίνεται να οδηγεί σε μια νέα φάση παγκόσμιων ανακατατάξεων. Η ένταση ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν, με την ενεργή εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών, διαμορφώνει ένα πολυεπίπεδο γεωπολιτικό σκηνικό όπου η στρατιωτική αντιπαράθεση, οι ενεργειακές ισορροπίες και ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων αλληλεπλέκονται επικίνδυνα.
Η Δρ Φτακλάκη μιλά στην εφημερίδα μας για τις πραγματικές διαστάσεις της σύγκρουσης, εκτιμώντας ότι η περιοχή έχει ήδη εισέλθει σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής μετάβασης. Αναλύει τους στρατηγικούς στόχους της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ, τον ευρύτερο ανταγωνισμό με την Κίνα που επηρεάζει τις εξελίξεις, αλλά και τον κίνδυνο ενός «ντόμινο» αστάθειας που θα μπορούσε να επηρεάσει ολόκληρο το περιφερειακό σύστημα ασφάλειας. Παράλληλα, εστιάζει στον ρόλο της Ελλάδας και της Κύπρου μέσα σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, επισημαίνοντας ότι ο άξονας συνεργασίας με το Ισραήλ αποτελεί σημαντικό στοιχείο αποτροπής στην Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς ωστόσο να αναιρεί τους κινδύνους που δημιουργεί μια ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση. Με αφορμή και την επέτειο της Ενσωμάτωσης της Δωδεκανήσου, υπογραμμίζει τη σημασία της γεωστρατηγικής παρουσίας του Ελληνισμού σε μια περιοχή που παραμένει στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων.
Αναλυτικά η συνέντευξη:
• Κυρία Φτακλάκη, πώς αποτιμάτε όσα συμβαίνουν σήμερα στη Μέση Ανατολή και τι προβλέπετε για την επόμενη μέρα;
Θα έλεγα κα. Παμπρή ότι βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη στιγμή της ιστορίας καθώς ο πόλεμος που μαίνεται στη Μέση Ανατολή αναδιατάσσει συνολικά τον γεωπολιτικό χάρτη και τις σφαίρες επιρροής στη Μέση Ανατολή. Ο «βρυχηθμός του λιονταριού» και η «επική οργή» συνέθεσαν μια πρωτοφανή ισραηλινοαμερικανική επίθεση τόσο από πλευράς τακτικής, όσο και από πλευράς στρατιωτικού επιχειρησιακού εξοπλισμού. Η δολοφονία της ιρανικής ηγεσίας, σε συνδυασμό με τα εκτεταμένα αεροπορικά πλήγματα σε κρίσιμες υποδομές του Ιράν και του Λιβάνου, αναδιαμορφώνουν το στρατηγικό τοπίο της Μέσης Ανατολής και υπονομεύουν τα εναπομείναντα περιθώρια διπλωματικής διαχείρισης της κρίσης.
Η απάντηση της Τεχεράνης, με μαζικά πυραυλικά χτυπήματα κατά στόχων στο Ισραήλ και εναντίον χωρών που φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις, επιβεβαιώνει ότι η αντιπαράθεση έχει μετατραπεί σε πολεμικό παίγνιο πολλαπλών μετώπων, όπου κάθε κίνηση πυροδοτεί αλυσιδωτές αντιδράσεις σε ολόκληρο το περιφερειακό σύστημα ασφάλειας. Η ενεργοποίηση συμμάχων και πληρεξουσίων δυνάμεων εντείνει τον κίνδυνο γενικευμένης ανάφλεξης, καθώς θολώνουν τα όρια ανάμεσα σε άμεσους και έμμεσους εμπόλεμους. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ αναδεικνύουν τη μετατροπή της κρίσης από περιφερειακή στρατιωτική σύγκρουση σε παγκόσμιο ζήτημα ενεργειακής ασφάλειας, με επιπτώσεις στις θαλάσσιες ροές υδρογονανθράκων και στη διεθνή οικονομική σταθερότητα. Υπό αυτές τις συνθήκες, όλα τα διαθέσιμα εμπειρικά δεδομένα συνηγορούν στην εκτίμηση ότι το σύστημα έχει ήδη υπερβεί το σημείο μη επιστροφής και εισέρχεται σε μια νέα, εξαιρετικά ρευστή φάση γεωπολιτικής μετάβασης καθώς αυτή η σύγκρουση κουμπώνει πάνω σε ήδη εύφλεκτα μέτωπα – Παλαιστινιακό, Συρία, Λίβανος, Ερυθρά Θάλασσα – δημιουργώντας ένα ενιαίο τόξο αστάθειας από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τον Περσικό Κόλπο.
Δύσκολο να προβλέψει κανείς την τελική έκβαση του πολέμου -αν, δηλαδή, το Ισραήλ και οι ΗΠΑ επιτύχουν τελικά τους πολλαπλούς στόχους που έχουν θέσει έναντι του Ιράν. Σε κάθε περίπτωση, αν και έως ότου αυτοί οι στόχοι υλοποιηθούν, αναμένεται περαιτέρω κλιμάκωση με διαδοχικούς γύρους στρατιωτικών πληγμάτων. Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν ότι ο πόλεμος δεν περιορίζεται πλέον στο Ιράν, αλλά εξελίσσεται σε μια αλυσίδα αλληλοτροφοδοτούμενων συγκρούσεων που «κουμπώνουν» τα ήδη εύφλεκτα μέτωπα από την Παλαιστίνη και τον Λίβανο έως τη Συρία, την Ερυθρά Θάλασσα και τον Περσικό Κόλπο.
Το πραγματικό διακύβευμα, ωστόσο, αφορά στην επόμενη ημέρα στο Ιράν: εάν θα επιβιώσει, και με ποια χαρακτηριστικά το υφιστάμενο θεοκρατικό καθεστώς ή εάν θα οδηγηθούμε σε σενάρια βαθιάς εσωτερικής αναδιάταξης και ενδεχομένως αποσχιστικών τάσεων και νέων εστιών αστάθειας καθώς ένα πολυεθνοτικό κράτος όπως το Ιράν, όπου -πέραν των Περσών-συνυπάρχουν ισχυρές μειονοτικές ομάδες, όπως οι Κούρδοι, οι Αζέριοι και οι Βαλούχοι, οποιαδήποτε παρατεταμένη κρίση εξουσίας ή κενό διακυβέρνησης μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής εξελίξεων.

• Ποια είναι η ουσιαστική ατζέντα του Τραμπ και ποια του Νετανιάχου στον πόλεμο κατά του Ιράν; Σε τι συγκλίνουν, σε τι διαφέρουν και ποια είναι η τελική συνισταμένη των επιλογών τους;
Αν το δούμε ψύχραιμα, η ατζέντα του Τραμπ είναι να μετατρέψει τη συσσωρευμένη αδυναμία του Ιράν – οικονομική, κοινωνική, περιφερειακή-σε ένα καθεστώς «στρατηγικής υποταγής». Άμεσοι στόχοι είναι ο αυστηρός περιορισμός του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, ο έλεγχος του πυραυλικού οπλοστασίου, η μη περαιτέρω ενίσχυση των περιφερειακών του δικτύων ισχύος, και πλέον η αποτροπή του θεοκρατικού καθεστώτος. Όμως, στον στρατηγικό του σχεδιασμό, ο Τραμπ δεν στοχεύει μόνο την Τεχεράνη. Ο πραγματικός του ορίζοντας είναι η Κίνα. Η πίεση στο Ιράν εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική αποδυνάμωσης της κινεζικής ανόδου: από τη Βενεζουέλα μέχρι τον Περσικό, ο στόχος είναι να χτυπηθούν οι φθηνές ενεργειακές πηγές της Κίνας -πετρέλαιο και (υγροποιημένο ή μη) αέριο που ρέουν από χώρες όπως το Ιράν και τροφοδοτούν, άμεσα ή έμμεσα, τον κινεζικό βιομηχανικό μηχανισμό. Η Κίνα απορροφά πάνω από το 80% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου, εισάγοντας κατά μέσο όρο γύρω στα 1,3–1,4 εκατ. βαρέλια την ημέρα – περίπου το 13–14% των θαλάσσιων εισαγωγών αργού της.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε διαταραχή σε αυτή τη ροή δεν είναι απλώς πλήγμα για την Τεχεράνη, αλλά και ένα μετρήσιμο κόστος για την ενεργειακή ασφάλεια και την αναπτυξιακή δυναμική του Πεκίνου. Στο επίπεδο πρωτοβουλίας «Belt and Road», το Ιράν δεν είναι απλώς ακόμη ένας εταίρος, αλλά κρίσιμος κόμβος: η 25ετής στρατηγική συμφωνία Πεκίνου–Τεχεράνης προβλέπει έως 280 δισ. δολάρια επενδύσεις στην ενέργεια και άλλα 120 δισ. σε υποδομές μεταφορών και βιομηχανία. Ήδη, κινεζικές πιστώσεις δισεκατομμυρίων χρηματοδοτούν σιδηρόδρομους, λιμάνια και ενεργειακά έργα στο ιρανικό έδαφος – επενδύσεις που καθιστούν μια μακρά περίοδο πολέμου ή αστάθειας όχι απλώς γεωπολιτικό, αλλά και καθαρά γεωοικονομικό πλήγμα για την Κίνα καθώς αποδυναμώνει τις διασυνδέσεις (connectivity) ισχύος της Κίνας στον Ευρασιατικό χώρο
Η ατζέντα του Νετανιάχου ήταν εξαρχής σαφώς πιο μαξιμαλιστική: δεν τον ενδιαφέρει μόνο η αποτροπή ενός πυρηνικού Ιράν, αλλά η ανατροπή του θεοκρατικού καθεστώτος που θεωρεί “εγκέφαλο” της αντι-ισραηλινής αντίστασης σε Λίβανο, Γάζα, Συρία και Υεμένη. Γι’ αυτό πιέζει για συνεχείς, πιο εκτεταμένες επιχειρήσεις: θέλει να “ξεμπερδέψει” με το εχθρικό κράτος των μουλάδων, και να ηγηθεί στη Μέση Ανατολή, αξιοποιώντας τόσο τις Συμφωνίες του Αβραάμ όσο και τις νέες περιφερειακές συμμαχίες με έξι κεντρικούς πόλους (Ισραήλ, Ινδία, Ελλάδα, Κύπρος και άλλα κράτη που δεν έχουν ακόμα ανακοινωθεί).
Η συνισταμένη των δύο δεν είναι μια πλήρως κοινή στρατηγική, αλλά και μια επικίνδυνη σύζευξη που μεταφράζεται σε μια εκστρατεία όπου η διάρκεια της σύγκρουσης παραμένει αχαρτογράφητη, ακριβώς επειδή ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής τους είναι η μέγιστη πίεση και ο κίνδυνος ενός γεωπολιτικού ντόμινο στην ευρύτερη περιοχή. Ένας πόλεμος δεν είναι ποτέ γραμμικός αλλά πολυπαραγοντικός και πολυσυστημικός και δεν καταλήγει πάντα σε διακριτούς νικητές και ηττημένους.
• Σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, πώς επηρεάζονται Ελλάδα και Κύπρος; Ο άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ λειτουργεί ως ασπίδα ή, αντίθετα, τις φέρνει πιο κοντά στη φωτιά;
Ελλάδα και Κύπρος βρίσκονται σε κομβικό σημείο του νέου γεωπολιτικού σκηνικού, καθώς λειτουργούν ως κρίσιμοι κόμβοι της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, ενταγμένος σε ένα ευρύτερο πλέγμα συνεργασιών με την Αίγυπτο, την Ιταλία και τα υπόλοιπα μέλη του East Mediterranean Gas Forum, οικοδομήθηκε την τελευταία δεκαετία γύρω από την ενέργεια (ΑΟΖ, κοιτάσματα φυσικού αερίου, αγωγός EastMed, ηλεκτρικές διασυνδέσεις) και την άμυνα (κοινές ασκήσεις, ναυτική συνεργασία, συστήματα αεράμυνας), λειτουργώντας ως πλαίσιο «συλλογικής αποτροπής» σε μια περιοχή με αυξημένες απειλές από κράτη και μη κρατικούς δρώντες. Αυτός ο άξονας δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η Ελλάδα και η Κύπρος συμμετέχουν στον πόλεμο που μαίνεται στην περιοχή· αντιθέτως, τόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης όσο και ο Νίκος Χριστοδουλίδης έχουν διακηρύξει ότι οι δύο χώρες όχι μόνο δεν προτίθενται να εμπλακούν σε στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν αλλά επιζητούν την επίλυση αυτής της σύγκρουσης μέσω της διπλωματίας.
Ωστόσο, οι ιρανικές επιθέσεις σε βρετανικές βάσεις στην Κύπρο και οι ρητές απειλές των Φρουρών της Επανάστασης ανέδειξαν ότι το νησί – όπως και άλλες χώρες που φιλοξενούν αμερικανικές ή συμμαχικές εγκαταστάσεις και βρίσκονται εντός του βεληνεκούς των ιρανικών μέσων -έχει ενταχθεί, από την ιρανική οπτική, στη γεωγραφία του πολέμου. Για αυτό και ορθώς η Ελλάδα στο πλαίσιο του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος Ελλάδας–Κύπρου ανταποκρίθηκε άμεσα στην έκκληση της κυπριακής πλευράς για συνδρομή. Η αποστολή των φρεγατών “Κίμων” και “Ψαρά” και η ανάπτυξη ελληνικών F-16 στην Κύπρο σηματοδοτούν τη μετάβαση από τη συμβολική αποτροπή σε μια πιο χειροπιαστή κοινή άμυνα, με σαφές μήνυμα ότι η Κύπρος “δεν κείται μακράν”. Σε επίπεδο συμβολισμού, η Ελλάδα έδειξε το ανάστημά της, προβάλλοντας όχι μόνο την ιδιότητά της ως αξιόπιστου συμμάχου, αλλά και ως περιφερειακής δύναμης στη ΝΑ Μεσόγειο, με αυξημένο στρατηγικό εκτόπισμα, διπλωματική ευελιξία και ικανότητα να διαμορφώνει εξελίξεις αντί απλώς να τις υφίσταται. Το ερώτημα που τίθεται για την Ελλάδα και την Κύπρο, είναι το πώς θα διαχειριστούν με στρατηγική ψυχραιμία τον ρόλο τους ως κόμβων της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας, περιορίζοντας ταυτόχρονα τους κινδύνους εμπλοκής και τις παράπλευρες απώλειες για τα εθνικά τους συμφέροντα.
![]()
• Πώς κρίνετε τη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον ρόλο της επιχείρησης “ΑΣΠΙΔΑ”; Μπορεί η ΕΕ να λειτουργήσει ως ουσιαστικός παράγοντας ασφάλειας ή παραμένει σε μεγάλο βαθμό θεατής των εξελίξεων;
Σε αυτό το περιβάλλον κλιμάκωσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διπλό τεστ: από τη μία πλευρά την ανθεκτικότητα της ενεργειακής της αρχιτεκτονικής, από την άλλη την ικανότητά της να λειτουργήσει ως αυτόνομος γεωπολιτικός δρων και όχι απλώς ως παθητικός αποδέκτης κρίσεων στην άμεση περιφέρειά της. Αν και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί σπεύδουν να διαβεβαιώσουν ότι, προς το παρόν, δεν διαφαίνεται άμεση διακοπή τροφοδοσίας σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, η ένταση στον Περσικό Κόλπο, οι απειλές για τα Στενά του Ορμούζ και η αστάθεια στην Ερυθρά Θάλασσα αναδεικνύουν πόσο ευάλωτη παραμένει η ευρωπαϊκή οικονομία σε εξωγενείς ενεργειακούς και θαλάσσιους κραδασμούς.
Η ευρωπαϊκή ναυτική επιχείρηση «Ασπίδα» (EUNAVFOR ASPIDES), μια αμιγώς αμυντική αποστολή θαλάσσιας ασφάλειας της ΕΕ στην Ερυθρά Θάλασσα και τις γύρω θαλάσσιες οδούς, με αποστολή την προστασία της ελευθερίας ναυσιπλοΐας, τη συνοδεία εμπορικών πλοίων και την αποτροπή επιθέσεων κατά της ναυτιλίας, είναι μια χειροπιαστή ένδειξη ότι η ΕΕ παρά τις εσωτερικές αντιφάσεις περνά από τη γλώσσα των δηλώσεων στη γλώσσα της ισχύος, αναλαμβάνοντας ρόλο παρόχου ασφάλειας στις θαλάσσιες οδούς που τροφοδοτούν την ίδια της την οικονομία. Το αν αυτή η κίνηση θα αποτελέσει την απαρχή μιας πιο συνεκτικής ευρωπαϊκής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή ή θα μείνει μια ad hoc αντίδραση σε μια ακόμη κρίση, παραμένει ανοιχτό ερώτημα.













