Με αυξημένες τιμές και πληρότητες στα ξενοδοχεία ανά την Ελλάδα έκλεισε το 2025, με τα νούμερα του Δεκεμβρίου να εμφανίζονται υψηλότερα σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του 2024.
Ειδικότερα, η μέση πληρότητα των ξενοδοχείων για το Δεκέμβριο του 2025 εκτιμάται στο 48% έναντι του 45% τον αντίστοιχο μήνα του 2024, ενώ η μέση τιμή διάθεσης δίκλινου δωματίου διαμορφώθηκε στα 83 ευρώ, έναντι 78 ευρώ σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους.
Το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο της Ελλάδος (ΞΕΕ) έχει αναθέσει στο Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠ) την εκπόνηση μηνιαίας έρευνας για την παρακολούθηση της πορείας των βασικών ξενοδοχειακών μεγεθών. Η έρευνα διενεργείται κάθε μήνα και όπως προκύπτει για το μήνα Δεκέμβριο, το θετικό σερί των προηγούμενων μηνών συνεχίστηκε τον τελευταίο μήνα του έτους ως προς τη μέση τιμή δωματίου, που παρέμεινε ανοδική. Οι πληρότητες όμως κινήθηκαν ακόμη και πτωτικά το προηγούμενο διάστημα, υποδηλώνοντας ελαφριά υποχώρηση της ζήτησης και αυξημένο ανταγωνισμό από τις βραχυχρόνιες μισθώσεις: Ειδικότερα, το Νοέμβριο επίσης η μέση τιμή ήταν αυξημένη, στα 92 ευρώ (από τα 87 ευρώ το Νοέμβριο του 2024) με σταθερά και οριακά πτωτικά όμως τα επίπεδα της πληρότητας στο 52%. Μεγαλύτερη ήταν η πίεση στις πληρότητες τον Οκτώβριο, καταγράφοντας πτώση στο 61% από το 64,3% του Οκτωβρίου του 2024, αν και η μέση τιμή παρέμεινε ανοδική, στα 116 ευρώ από τα 114 ευρώ του Οκτωβρίου του 2024.
Για το 2025, εκτιμάται ότι λειτουργούσαν στην Ελλάδα περίπου 10.110 ξενοδοχεία, με συνολικό αριθμό περίπου 448.000 δωματίων, συνεχούς και εποχικής λειτουργίας.
Με βάση τα στοιχεία του ΙΤΕΠ, το Δεκέμβριο 2025 ήταν ανοιχτό το 79% των ξενοδοχείων συνεχούς λειτουργίας.
Σε σχέση με την πορεία των εσόδων των ελληνικών ξενοδοχείων το στίγμα και μία πρώτη εκτίμηση έδωσε η τελευταία ανάλυση της γνωστής εταιρείας συμβούλων gbr consulting σε μεγάλο δείγμα ξενοδοχείων πόλης αλλά και resorts πανελλαδικά: Όπως προέκυψε, την περασμένη χρονιά, καταγράφηκε αύξηση εσόδων κατά 7,4% με ένα σύνολο στα 2 δισ. ευρώ για το συγκεκριμένο δείγμα, από 1,8 δισ. ευρώ το 2024 και 1,6 δισ. ευρώ το 2023, με μία αύξηση στις διανυκτερεύσεις μόλις κατά 0,7% στα 8 εκατ. το 2025. Παρ’ όλ΄ αυτά όμως, η αύξηση των εσόδων δεν αποτυπώνεται και στην κερδοφορία, όπως επισημαίνεται στην ανάλυση, δεδομένου ότι «τα ελληνικά ξενοδοχεία αντιμετωπίζουν έντονες πιέσεις σε επίπεδο κόστους και φορολογίας».
Τα λειτουργικά έξοδα ήταν αυξημένα πέρυσι λόγω του ενεργειακού κόστους και της αστάθειας των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, της στενότητας στην αγορά εργασίας, της εφαρμογής συλλογικών συμβάσεων εργασίας, σε συνδυασμό και με τις γνωστές ελλείψεις προσωπικού στον ελληνικό τουρισμό. «Με βάση μελέτη του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) τον Οκτώβριο του 2025, τα ελληνικά ξενοδοχεία αντιμετωπίζουν σοβαρό διαρθρωτικό μειονέκτημα δεδομένου ότι οι υψηλοί φόροι στο έσοδο, περιορίζουν το περιθώριο κέρδους ανεξάρτητα τελικά από τη ζήτηση», όπως επισημαίνεται στην ανάλυση της gbr.
Λαμβάνοντας ένα παράδειγμα ξενοδοχείου 4 αστέρων με τιμή δωματίου στα 150 ευρώ, το συνολικό φορολογικό βάρος — ΦΠΑ, νέο Τέλος Κλιματικής Ανθεκτικότητας (που αντικατέστησε το τέλος διαμονής το 2025) και ασφαλιστικές εισφορές — φτάνει το 29,8% της τιμής, σχεδόν διπλάσιο από την Κύπρο (16,1%). Το γεγονός αυτό μάλιστα περιορίζει και τη δυνατότητα ευελιξίας για τους Ελληνες ξενοδόχους, επηρεάζοντας και την ανταγωνιστικότητά τους σε σύγκριση με τα ξενοδοχεία σε άλλες ανταγωνιστικές αγορές της Μεσογείου.
Πηγή: newmoney.gr















