• Το περιστατικό καταγράφηκε στο πάρκο Δημοκρατίας στις 08/02/2026, ακολούθησε εντοπισμός στο Μανδράκι και κατάσχεση κινητού
Σύλληψη 37χρονου Βέλγου για βιντεοσκόπηση γυναικών και ανηλίκων και ανάρτηση σε Facebook Stories χωρίς συναίνεση
Η εικόνα μιας τουριστικής πόλης που κινείται σε χειμερινούς ρυθμούς μπορεί να δείχνει ήρεμη, όμως η ψηφιακή πραγματικότητα κάνει τα όρια της ιδιωτικής ζωής πιο εύθραυστα από ποτέ. Στη Ρόδο, ένα περιστατικό που ξεκίνησε ως απλή παρουσία σε δημόσιο χώρο και εξελίχθηκε σε ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα, κατέληξε σε σύλληψη και σχηματισμό δικογραφίας για παράβαση της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων. Η υπόθεση φωτίζει μια γκρίζα ζώνη που συναντάται ολοένα συχνότερα, τη σύγκρουση ανάμεσα στη δυνατότητα καταγραφής με ένα κινητό και στο δικαίωμα των πολιτών, ιδίως όταν εμπλέκονται ανήλικοι, να μη μετατρέπονται σε περιεχόμενο χωρίς να το γνωρίζουν και χωρίς να το επιτρέπουν.
Το συμβάν τοποθετείται στις 08/02/2026 και ώρα 12:30, στο πάρκο Δημοκρατίας, σε σημείο κοντά σε καφετέρια. Εκεί, 3 γυναίκες ελληνικής υπηκοότητας, ηλικίας 33, 43 και 39 ετών, κατέθεσαν ότι βιντεοσκοπήθηκαν μαζί με τα ανήλικα παιδιά τους από 37χρονο Βέλγο. Το κρίσιμο στοιχείο δεν περιορίζεται στην καταγραφή, αλλά στο επόμενο βήμα που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, ότι το βιντεοληπτικό υλικό αναρτήθηκε σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης και συγκεκριμένα σε Facebook, στο πεδίο Stories, μέσω προσωπικού λογαριασμού, χωρίς τη συναίνεση των παθουσών.
Οι παθούσες υπέβαλαν τις σχετικές καταθέσεις, γεγονός που ενεργοποίησε άμεσα διαδικασίες προανάκρισης. Το ίδιο απόγευμα, στις 18:10 της 08/02/2026, ο 37χρονος εντοπίστηκε από αστυνομικούς που περιπολούσαν στο Μανδράκι, επί της οδού Γ. Παπανικολάου. Ακολούθησε προσαγωγή και στις 19:20 της ίδιας ημέρας η σύλληψη.
Παράλληλα, κατασχέθηκε ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας που βρέθηκε στην κατοχή του, το οποίο αποστέλλεται ως πειστήριο.
Το αδίκημα που καταγράφεται αφορά παράβαση της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων, με αναφορά στον Ν.4624/2019 και τη «Προστασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα». Η υπόθεση χαρακτηρίζεται ως πλημμέλημα και ως τετελεσμένο, με μέσο τέλεσης το τηλέφωνο και με έμφαση στη διάσταση της διάδοσης μέσω πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η κοινωνική βαρύτητα συχνά ξεπερνά την αρχική πράξη της καταγραφής. Η ανάρτηση σε Stories, ακόμη κι αν έχει χρονικό ορίζοντα προβολής, λειτουργεί ως δημόσια έκθεση, αφού δημιουργεί πολλαπλές πιθανότητες περαιτέρω διάδοσης, καταγραφής από τρίτους, λήψης στιγμιότυπων και αναπαραγωγής. Για τους παθόντες, η απώλεια ελέγχου είναι άμεση και εντείνεται όταν στο πλάνο περιλαμβάνονται ανήλικα παιδιά, καθώς τότε το ζήτημα αγγίζει και τον πυρήνα της προστασίας ευάλωτων προσώπων στην ψηφιακή σφαίρα.
Η υπόθεση αναδεικνύει ότι η χρήση ενός κινητού δεν είναι ουδέτερη πράξη. Η ίδια συσκευή μετατρέπεται σε εργαλείο καταγραφής, επεξεργασίας και δημοσίευσης, σε χρόνο σχεδόν μηδενικό. Αυτός ο συνδυασμός ταχύτητας και ευκολίας είναι που συχνά παρασύρει ανθρώπους σε συμπεριφορές που υποτιμούν τις συνέπειες, τόσο για τα θύματα όσο και για τον ίδιο τον χρήστη που εκτίθεται ποινικά.
Ένα από τα πιο συχνά σημεία παρεξήγησης στην κοινωνία αφορά το τι επιτρέπεται στον δημόσιο χώρο. Η παρουσία σε πάρκο ή σε πλατεία δεν καταργεί αυτομάτως το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, ειδικά όταν η καταγραφή γίνεται στοχευμένα και όταν το υλικό χρησιμοποιείται για ανάρτηση σε κοινωνικά δίκτυα, με τρόπο που ταυτοποιεί, εκθέτει ή μετατρέπει ανθρώπους σε αντικείμενο παρακολούθησης. Το γεγονός ότι το περιστατικό αφορά συγκεκριμένες γυναίκες και τα ανήλικα παιδιά τους ενισχύει την αίσθηση ότι δεν πρόκειται για τυχαία λήψη ενός γενικού πλάνου, αλλά για περιγραφή που παραπέμπει σε στοχευμένη καταγραφή.
Η πρακτική των Stories, ακριβώς επειδή παρουσιάζεται ως κάτι «ελαφρύ» και «προσωρινό», συχνά λειτουργεί σαν άλλοθι. Στην πραγματικότητα, για τους παθόντες, η χρονική διάρκεια δεν αναιρεί την προσβολή. Η απλή γνώση ότι ένα στιγμιότυπο της οικογενειακής τους στιγμής μπορεί να προβλήθηκε σε άγνωστο κοινό, χωρίς συναίνεση, αρκεί για να δημιουργήσει αίσθημα παραβίασης, φόβου και έκθεσης.
Σε μια κοινωνία που πλέον ζει με κάμερες στην τσέπη, η υπόθεση αυτή λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η τεχνολογία δεν προηγείται του δικαιώματος. Η καταγραφή ανθρώπων και η ανάρτηση υλικού, ιδίως όταν εμπλέκονται παιδιά, δεν είναι «ψηφιακό παιχνίδι», αλλά πράξη με συνέπειες. Και οι συνέπειες αυτές, όπως δείχνει η συγκεκριμένη δικογραφία, μπορούν να οδηγήσουν άμεσα σε σύλληψη, κατάσχεση συσκευής και παραπομπή στην Εισαγγελία, ακόμη κι αν ο δράστης θεωρούσε ότι πρόκειται για κάτι στιγμιαίο και ακίνδυνο.















