ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Κληρονομικές συμβάσεις και διαθήκες: Σε τι διαφέρουν και πώς επηρεάζουν την κληρονομιά

news room 1 λεπτό ανάγνωση
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

Μέχρι πρό­σφα­τα, το δί­λημ­μα «δια­θή­κη ή κλη­ρο­νο­μι­κή σύμ­βα­ση» ήταν ου­σια­στι­κά ανύ­παρ­κτο στο ελ­λη­νι­κό δί­καιο. Πα­ρό­τι η κλη­ρο­νο­μι­κή σύμ­βα­ση απο­τε­λεί εδώ και χρό­νια κα­θιε­ρω­μέ­νο θεσμό σε αρ­κε­τές ευ­ρω­παϊ­κές έν­νο­μες τά­ξεις, στη χώρα μας πα­ρέ­με­νε εκτός νο­μο­θε­τι­κού πλαι­σί­ου, κα­θι­στώ­ντας τη δια­θή­κη τον μο­να­δι­κό δια­θέ­σι­μο τρόπο προ­γραμ­μα­τι­σμού της πε­ριου­σια­κής δια­δο­χής.

Το τοπίο αυτό αλ­λά­ζει ρι­ζι­κά με το νέο νο­μο­σχέ­διο για το κλη­ρο­νο­μι­κό δί­καιο, το οποίο ει­σά­γει εκτε­τα­μέ­νες και δο­μι­κές πα­ρεμ­βά­σεις. Πρό­κει­ται για αλ­λα­γές που, σύμ­φω­να με νο­μι­κούς κύ­κλους, ανα­μέ­νε­ται να προ­κα­λέ­σουν ου­σια­στι­κή ανα­διά­τα­ξη στον τρόπο με τον οποίο αντι­λαμ­βα­νό­μα­στε τη με­τα­βί­βα­ση της πε­ριου­σί­ας μετά θά­να­τον. Κε­ντρι­κός στό­χος του νέου πλαι­σί­ου είναι η ενί­σχυ­ση της ελευ­θε­ρί­ας του δια­θέ­τη, προ­σφέ­ρο­ντάς του πε­ρισ­σό­τε­ρες επι­λο­γές ως προς το πώς θα ορ­γα­νώ­σει, θα ρυθ­μί­σει και θα κα­τα­νεί­μει την πε­ριου­σία του.

Για πρώτη φορά, δίπλα στον «πα­ρα­δο­σια­κό» θεσμό της δια­θή­κης – είτε ιδιό­γρα­φης, είτε δη­μό­σιας, είτε μυ­στι­κής – ει­σά­γε­ται και η κλη­ρο­νο­μι­κή σύμ­βα­ση ως εναλ­λα­κτι­κό ερ­γα­λείο. Ο νέος αυτός θε­σμός διευ­ρύ­νει τις δυ­να­τό­τη­τες προ­γραμ­μα­τι­σμού της κλη­ρο­νο­μι­κής δια­δο­χής, ση­μα­το­δο­τώ­ντας μια ου­σια­στι­κή με­τα­τό­πι­ση από ένα αυ­στη­ρά μο­νο­διά­στα­το σύ­στη­μα σε ένα πιο ευ­έ­λι­κτο και πο­λυ­ε­πί­πε­δο πλαί­σιο ρύθ­μι­σης των πε­ριου­σια­κών σχέ­σε­ων.

Σε σχε­τι­κό ρε­πορ­τάζ, «ΤΑ ΝΕΑ» εξε­τά­ζουν τους δύο συ­γκε­κρι­μέ­νους τρό­πους διά­θε­σης της πε­ριου­σί­ας. Φω­τί­ζουν τα υπέρ και τα κατά της κα­θε­μί­ας από τις δύο επι­λο­γές και, με πα­ρα­δείγ­μα­τα, απο­τυ­πώ­νο­νται οι δια­φο­ρές με βάση το ισχύ­ον δί­καιο και τις προ­τει­νό­με­νες δια­τά­ξεις.

Η σύμ­βα­ση

Γιατί άραγε ένας πο­λί­της να επι­λέ­ξει την κλη­ρο­νο­μι­κή σύμ­βα­ση ένα­ντι της δια­θή­κης, όπως επί σχε­δόν οκτώ δε­κα­ε­τί­ες συμ­βαί­νει; Η κλη­ρο­νο­μι­κή σύμ­βα­ση προ­σφέ­ρει ασφά­λεια, σα­φή­νεια και ορι­στι­κό­τη­τα στη με­τα­βί­βα­ση πε­ριου­σί­ας, εξα­σφα­λί­ζο­ντας τη βού­λη­ση του δια­θέ­τη ένα­ντι προ­σβο­λών. Τα οφέλη αυτά είναι πολ­λα­πλά­σια, όπως επι­ση­μαί­νουν ει­δι­κοί, σε οι­κο­γε­νεια­κές και επι­χει­ρη­μα­τι­κές υπο­θέ­σεις, καθώς μπο­ρεί να πα­ρα­καμ­φθεί η νό­μι­μη μοίρα και να δε­σμευ­θούν όλες οι πλευ­ρές. Και αυτή είναι ίσως μία από τις με­γά­λες δια­φο­ρές της κλη­ρο­νο­μι­κής σύμ­βα­σης, καθώς η δια­θή­κη μπο­ρεί να αλ­λά­ξει εύ­κο­λα. Αντί­θε­τα, η κλη­ρο­νο­μι­κή σύμ­βα­ση, ως δη­μό­σιο έγ­γρα­φο (συμ­βο­λαιο­γρα­φι­κό), είναι πολύ πιο δύ­σκο­λο να προ­σβλη­θεί νο­μι­κά, πα­ρέ­χο­ντας στα­θε­ρό­τη­τα.

 Η δια­θή­κη

Στην πε­ρί­πτω­ση της δια­θή­κης, ο από­λυ­τος κυ­ρί­αρ­χος στο πεδίο της μοι­ρα­σιάς της πε­ριου­σί­ας είναι ο δια­θέ­της και δεν έχουν λόγο οι κλη­ρο­νό­μοι ως προς το πώς θα δια­θέ­σει τα πε­ριου­σια­κά του στοι­χεία. Στην κλη­ρο­νο­μι­κή σύμ­βα­ση, αντί­θε­τα, οι κλη­ρο­νό­μοι συμ­φω­νούν και δε­σμεύ­ο­νται από τους όρους, κάτι που πε­ριο­ρί­ζει μελ­λο­ντι­κές δια­μά­χες και αλ­λα­γές στη βού­λη­ση του δια­θέ­τη, σε αντί­θε­ση με τις δια­θή­κες. Η σύμ­βα­ση είναι δε­σμευ­τι­κή, αφού δεν μπο­ρεί να ανα­κλη­θεί μο­νο­με­ρώς, εκτός αν κά­ποιος κλη­ρο­νό­μος υπο­πέ­σει σε σο­βα­ρό πα­ρά­πτω­μα, όπως, για πα­ρά­δειγ­μα, η διά­πρα­ξη αδι­κή­μα­τος σε βαθμό κα­κουρ­γή­μα­τος. Από την άλλη πλευ­ρά, οι δια­θή­κες ανα­κα­λού­νται ελεύ­θε­ρα από τον δια­θέ­τη, είτε με τη σύ­ντα­ξη νέας δια­θή­κης που ανα­κα­λεί ρητά τις προη­γού­με­νες, είτε με την κα­τα­στρο­φή της πα­λαιάς, είτε με δή­λω­ση ενώ­πιον συμ­βο­λαιο­γρά­φου.

Επι­πλέ­ον, με τον νέο θεσμό των κλη­ρο­νο­μι­κών συμ­βά­σε­ων – κάτι που δεν συμ­βαί­νει με τις δια­θή­κες – επι­τρέ­πε­ται η πα­ρά­καμ­ψη της νό­μι­μης μοί­ρας, δί­νο­ντας με­γα­λύ­τε­ρη ευ­ε­λι­ξία στη δια­νο­μή της πε­ριου­σί­ας, κάτι που είναι ση­μα­ντι­κό σε πε­ρι­πτώ­σεις όπου πρέ­πει να εξυ­πη­ρε­τη­θούν επι­χει­ρή­σεις, δια­σφα­λί­ζο­ντας την ομαλή λει­τουρ­γία και συ­νέ­χειά τους χωρίς δια­σπά­σεις. Βε­βαί­ως, κάθε δια­θέ­της είναι απο­λύ­τως ελεύ­θε­ρος να επι­λέ­ξει ο ίδιος τον τρόπο και τον τύπο διά­θε­σης της πε­ριου­σί­ας του.

Ατο­μι­κή επι­χεί­ρι­ση:

Ο Κ είναι ιδιο­κτή­της ξε­νο­δο­χεια­κής μο­νά­δας, που λει­τουρ­γεί ως ατο­μι­κή επι­χεί­ρη­ση. Ο Κ έχει δύο παι­διά, τον Α από τον γάμο του με τη Σ1 και τον Β από τη δεύ­τε­ρη σύ­ζυ­γό του, τη Σ2. Ο Α από μικρή ηλι­κία εν­δια­φέ­ρε­ται πολύ για την επι­χεί­ρη­ση και απο­φα­σί­ζει να ακο­λου­θή­σει σπου­δές που θα τον βοη­θή­σουν να την εξε­λί­ξει, ενώ ο Β έχει δια­φο­ρε­τι­κή επαγ­γελ­μα­τι­κή στα­διο­δρο­μία. Ο Κ επι­θυ­μεί να ασχο­λεί­ται με την επι­χεί­ρη­ση όσο ζει και για τον λόγο αυτόν δεν τη με­τα­βι­βά­ζει στον Α. Αλ­λω­στε, φο­βά­ται ότι μια τέ­τοια με­τα­βί­βα­ση μπο­ρεί να δυ­σα­ρε­στού­σε τη Σ2, η οποία επί­σης απα­σχο­λεί­ται στην επι­χεί­ρη­ση. Πα­ράλ­λη­λα, ο Α δι­στά­ζει να επεν­δύ­σει στην επι­χεί­ρη­ση του πα­τέ­ρα του, γιατί δεν είναι σί­γου­ρος αν τε­λι­κά αυτή θα πε­ριέλ­θει στον ίδιο. Τι μπο­ρεί να κάνει ο Κ για να εξα­σφα­λί­σει ότι, μετά τον θά­να­τό του, ο Α θα συ­νε­χί­σει την επι­χεί­ρη­σή του;

Κατά το ισχύ­ον δί­καιο: Εφό­σον ο Κ δεν επι­θυ­μεί να με­τα­βι­βά­σει την επι­χεί­ρη­ση στον Α όσο ζει, θα μπο­ρού­σε με δια­θή­κη να κα­τα­λεί­ψει την επι­χεί­ρη­ση στον Α. Ωστό­σο, η δια­θή­κη είναι ελεύ­θε­ρα ανα­κλη­τή και, για τον λόγο αυτόν, ο Α δεν μπο­ρεί να έχει καμία εξα­σφά­λι­ση ότι τε­λι­κά η επι­χεί­ρη­ση θα πε­ριέλ­θει σε αυτόν. Τυχόν συμ­φω­νία των Α και Κ ότι ο Κ δε­σμεύ­ε­ται να κα­τα­λεί­ψει στον Α την επι­χεί­ρη­ση με δια­θή­κη θα ήταν άκυρη. Πε­ραι­τέ­ρω, αν κατά τον χρόνο θα­νά­του του Κ δεν υπάρ­χουν στην κλη­ρο­νο­μία άλλα ση­μα­ντι­κά πε­ριου­σια­κά στοι­χεία, οι Β και Σ θα απο­κτή­σουν, ως με­ρι­δού­χοι, με­ρί­διο στην επι­χεί­ρη­ση.

Τυχόν εκ των προ­τέ­ρων συμ­φω­νία με τον Κ ότι οι Β και Σ πα­ραι­τού­νται από τη νό­μι­μη μοίρα τους θα ήταν άκυρη. Ετσι, η επι­χεί­ρη­ση θα πε­ριέλ­θει σε πε­ρισ­σό­τε­ρα πρό­σω­πα και τυχόν έρι­δες με­τα­ξύ τους, που δεν είναι απί­θα­νες σε συ­να­φείς πε­ρι­πτώ­σεις, μπο­ρούν να οδη­γή­σουν μέχρι και στη διά­λυ­ση της επι­χεί­ρη­σης. Η δυ­να­τό­τη­τα, κατά τον ΚΠολΔ 483, επι­δί­κα­σης της επι­χεί­ρη­σης σε έναν κλη­ρο­νό­μο προ­ϋ­πο­θέ­τει τη ρευ­στό­τη­τά του, αφού θα πρέ­πει να απο­δώ­σει στους λοι­πούς την αξία του με­ρι­δί­ου τους, που δεν είναι πάντα δε­δο­μέ­νη.

Κατά το προ­τει­νό­με­νο σχέ­διο: Ο Κ μπο­ρεί να κα­ταρ­τί­σει με τον Α κλη­ρο­νο­μι­κή σύμ­βα­ση αιτία θα­νά­του, με την οποία του κα­τα­λεί­πει την επι­χεί­ρη­ση. Η ρύθ­μι­ση αυτή είναι δε­σμευ­τι­κή, με την έν­νοια ότι ο Κ δεν μπο­ρεί να την ανα­κα­λέ­σει με­τα­γε­νέ­στε­ρα μο­νο­με­ρώς, παρά μόνο υπό εξαι­ρε­τι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις. Ο Κ, όσο ζει, δεν εμπο­δί­ζε­ται στην εκ­με­τάλ­λευ­ση της επι­χεί­ρη­σης όπως εκεί­νος το επι­θυ­μεί.

Ταυ­τό­χρο­να ή και με­τα­γε­νέ­στε­ρα, όταν ο Κ έχει ρευ­στό­τη­τα, ο Κ μπο­ρεί να συ­νά­ψει σύμ­βα­ση και με τους Β και Σ, με την οποία κα­θέ­νας από αυ­τούς πα­ραι­τεί­ται εκ των προ­τέ­ρων από την αξί­ω­σή του στη νό­μι­μη μοίρα, ένα­ντι ανταλ­λάγ­μα­τος (π.χ. στη Σ ο Κ με­τα­βι­βά­ζει ένα δια­μέ­ρι­σμα και στον Β ο Κ δια­θέ­τει ένα ση­μα­ντι­κό χρη­μα­τι­κό ποσό, που του είναι απα­ραί­τη­το στο ξε­κί­νη­μα της επαγ­γελ­μα­τι­κής του στα­διο­δρο­μί­ας). Σε κάθε πε­ρί­πτω­ση, ο Κ μπο­ρεί με δια­θή­κη να κα­τα­λεί­πει πε­ραι­τέ­ρω πε­ριου­σια­κά στοι­χεία στους Β και Σ, εφό­σον το επι­θυ­μεί. Επι­ση­μαί­νε­ται ότι η πα­ραί­τη­ση από τη νό­μι­μη μοίρα είναι πρα­κτι­κά ση­μα­ντι­κή και μετά τη με­τα­τρο­πή της νό­μι­μης μοί­ρας, κατά το προ­τει­νό­με­νο σχέ­διο, σε ενο­χι­κή αξί­ω­ση, αφού για την ικα­νο­ποί­η­σή της προ­ϋ­πο­τί­θε­ται ρευ­στό­τη­τα του κλη­ρο­νό­μου, που δεν είναι πάντα δε­δο­μέ­νη.

Ρευ­στό­τη­τα αντί δια­με­ρί­σμα­τος:

Ο ηλι­κιω­μέ­νος Κ, χήρος και άτε­κνος, έχει στην κυ­ριό­τη­τά του ένα δια­μέ­ρι­σμα στο οποίο μένει, αλλά στε­ρεί­ται ρευ­στό­τη­τας. Ο Κ υπο­σχέ­θη­κε στη γει­τό­νισ­σά του τη Γ ότι, αν εκεί­νη τον φρο­ντί­ζει μέχρι τον θά­να­τό του, θα της αφή­σει το δια­μέ­ρι­σμά του, που απο­τε­λεί και το μο­να­δι­κό ση­μα­ντι­κό πε­ριου­σια­κό του στοι­χείο. Ο Κ έχει δύο ανι­ψιές, τις Α και Β, κόρες της προ­α­πο­βιώ­σα­σας αδελ­φής του, οι οποί­ες ζουν σε δια­φο­ρε­τι­κή πόλη. Πώς μπο­ρεί να εξα­σφα­λι­στεί ότι το δια­μέ­ρι­σμα θα πε­ριέλ­θει πράγ­μα­τι στη Γ μετά τον θά­να­το του Κ;

Κατά το ισχύ­ον δί­καιο: Τυχόν σύμ­βα­ση με­τα­ξύ Κ και Γ, με την οποία ο Κ εγκα­θι­στά τη Γ κλη­ρο­νό­μο του ή ανα­λαμ­βά­νει την υπο­χρέ­ω­ση να συ­ντά­ξει δια­θή­κη με αυτό το πε­ριε­χό­με­νο, είναι άκυρη. Αν ο Κ δεν συ­ντά­ξει δια­θή­κη με την οποία κα­τα­λεί­πει το δια­μέ­ρι­σμα στη Γ, αυτό θα πε­ριέλ­θει στις ανι­ψιές του, Α και Β, ενώ στη Γ δεν θα πε­ριέλ­θει τί­πο­τα. Αλλά ακόμη και αν συ­ντά­ξει δια­θή­κη, αυτή μπο­ρεί να ανα­κλη­θεί οπο­τε­δή­πο­τε από τον Κ. Εν τέλει, ο Κ θα εξω­θη­θεί στην κα­τάρ­τι­ση σύμ­βα­σης εν ζωή (π.χ. με­τα­βί­βα­ση στη Γ της ψιλής κυ­ριό­τη­τας του δια­με­ρί­σμα­τος). Ωστό­σο, αν η Γ τε­λι­κά δεν φρο­ντί­ζει τον Κ, δη­μιουρ­γού­νται σύν­θε­τα ζη­τή­μα­τα, η αντι­με­τώ­πι­ση των οποί­ων εμ­φα­νί­ζει ση­μα­ντι­κές δυ­σχέ­ρειες.

Κατά το προ­τει­νό­με­νο σχέ­διο: Οι Κ και Γ μπο­ρούν να κα­ταρ­τί­σουν κλη­ρο­νο­μι­κή σύμ­βα­ση αιτία θα­νά­του, με την οποία ο Κ εγκα­θι­στά τη Γ κλη­ρο­νό­μο του, κα­τα­λεί­πο­ντάς της το δια­μέ­ρι­σμα, και η Γ ανα­λαμ­βά­νει την υπο­χρέ­ω­ση να τον φρο­ντί­ζει. Ο Κ δεν μπο­ρεί με δια­θή­κη να ορί­σει ότι το δια­μέ­ρι­σμα θα πε­ριέλ­θει σε άλλο πρό­σω­πο, παρά μόνο εφό­σον συ­ντρέ­χουν οι προ­βλε­πό­με­νες στον νόμο προ­ϋ­πο­θέ­σεις να απο­δε­σμευ­θεί από τη σύμ­βα­ση.

Σειρά κλη­ρο­νο­μιάς:

Οι Α και Β είναι σύ­ζυ­γοι και έχουν έναν γιο, τον Γ. Επι­θυ­μούν, όταν ο ένας από αυ­τούς πε­θά­νει, να τον κλη­ρο­νο­μή­σει ο επι­ζών σύ­ζυ­γος και, μετά τον θά­να­το του τε­λευ­ταί­ου εξ αυτών, η κλη­ρο­νο­μιά στο σύ­νο­λό της να πε­ριέλ­θει στον Γ. Τι μπο­ρούν να πρά­ξουν για να υλο­ποι­ή­σουν την επι­θυ­μία τους;

Κατά το ισχύ­ον δί­καιο: Η μο­να­δι­κή δυ­να­τό­τη­τα των Α και Β είναι να συ­ντά­ξουν ο κα­θέ­νας χω­ρι­στά δια­θή­κη με το πα­ρα­πά­νω πε­ριε­χό­με­νο, αφού η συν­δια­θή­κη απα­γο­ρεύ­ε­ται κατά την ΑΚ 1717 και οι κλη­ρο­νο­μι­κές συμ­βά­σεις κατά την ΑΚ 368. Ωστό­σο, με τη δια­θή­κη δεν μπο­ρούν να ικα­νο­ποι­η­θούν πλή­ρως οι ανά­γκες των Α και Β. Συ­γκε­κρι­μέ­να, ανα­κύ­πτουν τα εξής προ­βλή­μα­τα:

α) Η δια­θή­κη κα­θε­νός από τους Α και Β είναι ελεύ­θε­ρα ανα­κλη­τή ανά πάσα στιγ­μή. Ετσι, ακόμη και αν αρ­χι­κά συ­ντά­ξει κα­θέ­νας από τους Α και Β δια­θή­κη σύμ­φω­να με το οι­κο­γε­νεια­κό τους πλάνο, δεν πα­ρέ­χε­ται καμία εξα­σφά­λι­ση ότι όντως η κλη­ρο­νο­μι­κή δια­δο­χή θα δια­μορ­φω­θεί τε­λι­κά με τον τρόπο αυτόν. Ο σύ­ζυ­γος που απε­βί­ω­σε δεύ­τε­ρος βρί­σκε­ται σε ιδιαί­τε­ρα ευ­νοϊ­κή θέση, καθώς μπο­ρεί να απο­φα­σί­σει ανά πάσα στιγ­μή δια­φο­ρε­τι­κά σχε­τι­κά με τη διά­θε­ση της πε­ριου­σί­ας του, στην οποία πλέον θα πε­ρι­λαμ­βά­νο­νται και όσα κλη­ρο­νό­μη­σε από τον πρώτο απο­βιώ­σα­ντα σύ­ζυ­γο.

β) Το να εγκα­τα­στή­σει ο κάθε σύ­ζυ­γος με δια­θή­κη τον άλλο σύ­ζυ­γο κλη­ρο­νό­μο και τον γιο κα­τα­πι­στευ­μα­το­δό­χο προ­σβάλ­λει τη νό­μι­μη μοίρα τόσο του επι­ζώ­ντος συ­ζύ­γου όσο και του γιου και, άρα, ως προς τη νό­μι­μη μοίρα το κα­τα­πί­στευ­μα δεν θα ισχύ­σει. Κατά τη νο­μο­λο­γία, με τον ίδιο τρόπο αντι­με­τω­πί­ζο­νται πε­ρι­πτώ­σεις στις οποί­ες η επι­καρ­πία κα­τα­λεί­πε­ται στον σύ­ζυ­γο και η ψιλή κυ­ριό­τη­τα στο παιδί.

Κατά το προ­τει­νό­με­νο σχέ­διο: Οι Α και Β μπο­ρούν να κα­ταρ­τί­σουν κλη­ρο­νο­μι­κή σύμ­βα­ση αιτία θα­νά­του, με την οποία ο ένας εγκα­θι­στά κλη­ρο­νό­μο τον άλλο και προ­βλέ­πουν ότι, μετά τον θά­να­το του τε­λευ­ταί­ου εξ αυτών, η κλη­ρο­νο­μιά στο σύ­νο­λό της θα πε­ριέλ­θει στον Γ. Η σύμ­βα­ση αυτή ανα­πτύσ­σει δε­σμευ­τι­κό­τη­τα και, συ­νε­πώς, δεν μπο­ρεί κάθε σύ­ζυ­γος να προ­βεί σε δια­φο­ρε­τι­κή διά­θε­ση αιτία θα­νά­του της πε­ριου­σί­ας του με δια­θή­κη. Δεν εμπο­δί­ζε­ται, όμως, να δια­θέ­τει εν ζωή την πε­ριου­σία του όπως επι­θυ­μεί.

Ο Γ θα είναι μο­να­δι­κός κλη­ρο­νό­μος του δεύ­τε­ρου απο­βιώ­σα­ντος. Από την κλη­ρο­νο­μιά του πρώ­του απο­βιώ­σα­ντος θα έχει αξί­ω­ση για τη νό­μι­μη μοίρα. Ωστό­σο, και αυτό μπο­ρεί να ρυθ­μι­στεί συμ­βα­τι­κά, με την κα­τάρ­τι­ση σύμ­βα­σης εκ των προ­τέ­ρων πα­ραί­τη­σης από τα κλη­ρο­νο­μι­κά δι­καιώ­μα­τα, δη­λα­δή σύμ­βα­σης με κα­θέ­ναν από τους Α και Β, με την οποία ο Γ θα πα­ραι­τεί­ται από τη νό­μι­μη μοίρα του στην κλη­ρο­νο­μιά του αντι­συμ­βαλ­λο­μέ­νου του.

Ο κα­θέ­νας στα παι­διά του:

Ο Κ, ο οποί­ος έχει ήδη δύο γιους, τους Α και Β, πα­ντρεύ­ε­ται σε προ­χω­ρη­μέ­νη ηλι­κία τη Σ, η οποία είχε επί­σης από τον προη­γού­με­νο γάμο της μία κόρη, τη Γ. Οι Κ και Σ επι­θυ­μούν η πε­ριου­σία κα­θε­νός από αυ­τούς να πε­ριέλ­θει στα δικά του παι­διά και μόνο. Τι μπο­ρούν να πρά­ξουν για να υλο­ποι­ή­σουν την επι­θυ­μία τους;

Κατά το ισχύ­ον δί­καιο: Η Σ δεν θα μπο­ρού­σε να απο­κλει­στεί πλή­ρως από την κλη­ρο­νο­μι­κή δια­δο­χή του Κ, αφού θα ήταν με­ρι­δού­χος. Μόνο στην πε­ρί­πτω­ση που οι Κ και Σ κα­τάρ­τι­ζαν σύμ­φω­νο συμ­βί­ω­σης θα μπο­ρού­σε η Σ να πα­ραι­τη­θεί από τη νό­μι­μη μοίρα της στην κλη­ρο­νο­μι­κή δια­δο­χή του Κ. Το ίδιο ισχύ­ει και για τον Κ ως προς την κλη­ρο­νο­μι­κή δια­δο­χή της Σ, αν η Σ προ­α­πο­βιώ­σει.

Κατά το προ­τει­νό­με­νο σχέ­διο: Με σύμ­βα­ση με­τα­ξύ των Κ και Σ μπο­ρεί κα­θέ­νας να πα­ραι­τη­θεί όχι μόνο από τη νό­μι­μη μοίρα, αλλά γε­νι­κά από τα δι­καιώ­μα­τά του στην κλη­ρο­νο­μιά του άλλου συ­ζύ­γου. Εφό­σον η πα­ραί­τη­ση ανα­φέ­ρε­ται στο κλη­ρο­νο­μι­κό δι­καί­ω­μα στο σύ­νο­λό του, τότε ο επι­ζών σύ­ζυ­γος δεν θα κα­λεί­ται ως κλη­ρο­νό­μος στην εξ αδια­θέ­του δια­δο­χή του προ­α­πο­βιώ­σα­ντος. Σε κάθε πε­ρί­πτω­ση, κάθε σύ­ζυ­γος, με με­τα­γε­νέ­στε­ρη δια­θή­κη, μπο­ρεί να τι­μή­σει τον άλλο σύ­ζυ­γο και έτσι να πε­ριέλ­θουν σε αυτόν στοι­χεία από την κλη­ρο­νο­μιά, ακόμη και αν είχε κα­ταρ­τί­σει σύμ­βα­ση πα­ραί­τη­σης με τον κλη­ρο­νο­μού­με­νο.

Πηγή: newmoney.gr

Πώς σας φάνηκε το άρθρο;

Ένα πάτημα, χωρίς λογαριασμό. Μία ψήφος ανά συσκευή.

Σχολιασμός άρθρου

Προσθέστε ένα σχόλιο

Εμφανίζεται μετά από έγκριση · το e-mail δεν δημοσιεύεται0 / 2000

Τα σχόλια εκφράζουν τον σχολιαστή, όχι τη Δημοκρατική. Όροι σχολιασμού

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται. Τα σχόλια δημοσιεύονται μετά από έγκριση· το e-mail δεν δημοσιεύεται.

Γίνετε ο πρώτος που θα σχολιάσει.