ΑΠΟΨΕΙΣ

Το τίμημα του «έλα μωρέ»

Ρένα Παυλάκη
1 λεπτό ανάγνωση
Μέγεθος γραμμάτων

Η συ­νε­νο­χή δεν απαι­τεί μα­ζι­κή συμ­με­το­χή, αρκεί η σιω­πη­λή κα­τα­νό­η­ση. Και αυτή υπάρ­χει πα­ντού γύρω μας. Όταν λέμε «έλα μωρέ, όλοι το κά­νουν», δεν δι­καιο­λο­γού­με, νο­μι­μο­ποιού­με. Όταν επα­να­λαμ­βά­νου­με ότι «δεν αλ­λά­ζει τί­πο­τα», δεν δια­πι­στώ­νου­με, πα­ραι­τού­μα­στε

Ας εί­μα­στε ει­λι­κρι­νείς – όχι με τους άλ­λους, με τον εαυτό μας. Δεν πέ­φτει κα­νείς πια από τα σύν­νε­φα όταν ξεσπά ένα σκάν­δα­λο δια­φθο­ράς. Ούτε καν θυ­μό­μα­στε ποιο ήταν το προη­γού­με­νο,  έχου­με χάσει τη σειρά.

Η πα­ρά­στα­ση παί­ζε­ται χρό­νια, με τους ίδιους ρό­λους, με αλ­λα­γές μόνο στους ηθο­ποιούς. Κι όμως, η αγα­νά­κτη­σή μας κάθε φορά ακού­γε­ται σαν πρώτη φορά. Σαν να προ­σποιού­μα­στε ότι ζούμε σε μια χώρα που «δεν τα ση­κώ­νει αυτά»,  λες και δεν τα έχει ήδη εν­σω­μα­τώ­σει στο DNA της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τάς της.

Προ­σποιού­μα­στε τους έκ­πλη­κτους και τους ορ­γι­σμέ­νους, γιατί – ας εί­μα­στε ει­λι­κρι­νείς-  βαθιά μέσα μας, κάθε νέο σκάν­δα­λο δεν το θε­ω­ρού­με πια σκάν­δα­λο. Το αντι­με­τω­πί­ζου­με ως κάτι ανα­με­νό­με­νο, σχε­δόν φυ­σιο­λο­γι­κό. Και αυτό είναι ίσως πιο επι­κίν­δυ­νο και από την ίδια τη δια­φθο­ρά: η απο­δο­χή της ως κοι­νο­το­πί­ας.

Αν η δια­φθο­ρά ήταν απλώς ένα φαι­νό­με­νο εξου­σί­ας, θα αρ­κού­σε η εναλ­λα­γή των προ­σώ­πων. Αν ήταν νο­μι­κό πρό­βλη­μα, θα μας έσωζε η αυ­στη­ρό­τε­ρη ποινή. Όμως ό,τι επα­νέρ­χε­ται με τέ­τοια εμ­μο­νή, ό,τι δια­περ­νά δε­κα­ε­τί­ες, ιδε­ο­λο­γί­ες, κα­θε­στώ­τα και συ­νταγ­μα­τι­κές δια­τά­ξεις, δεν είναι απλώς σύμ­πτω­μα. Είναι κάτι πιο βαθύ: Είναι μια σιω­πη­ρή, υπό­γεια συμ­φω­νία ανά­με­σα σε αυ­τούς που κυ­βερ­νούν και σε αυ­τούς που κυ­βερ­νώ­νται. Δεν είναι πάντα εξα­να­γκα­σμός· συχνά είναι συ­ναλ­λα­γή. Κι όπως σε κάθε εμπο­ρι­κή σχέση, υπάρ­χουν δύο πλευ­ρές. Οι πο­λι­τι­κοί δεν είναι μόνο οι φο­ρείς της δια­φθο­ράς· είναι οι κα­θρέ­φτες μιας κοι­νω­νί­ας που εκ­παι­δεύ­τη­κε να βλέ­πει το κρά­τος ως χώρο εξυ­πη­ρέ­τη­σης ατο­μι­κών ανα­γκών. Ποιος είπε ότι οι πο­λι­τι­κοί είναι οι μόνοι που «τα παίρ­νουν»; Συχνά τα δί­νουν. Γιατί υπάρ­χει κοινό που ζη­τά­ει. Ζη­τά­ει ρου­σφέ­τι, θέση, πα­ρά­καμ­ψη, βό­λε­μα. Κι αν δεν τα πάρει, δεν εξορ­γί­ζε­ται με το ήθος· εξορ­γί­ζε­ται με την απο­τυ­χία της «σχέ­σης».

Κά­πο­τε ο Θε­ό­δω­ρος Πά­γκα­λος είχε πει την πε­ρι­βό­η­τη φράση: «Όλοι μαζί τα φά­γα­με». Και τότε, ξέ­σπα­σε σάλος. Όχι γιατί δεν ίσχυε – αλλά γιατί ει­πώ­θη­κε φω­να­χτά. Η κοι­νω­νία δεν συγ­χώ­ρε­σε τόσο τη φράση, όσο το θρά­σος του να της επι­στρα­φεί η ευ­θύ­νη. Κι όμως, κάτω από την υπε­ρο­ψία και την πλη­θω­ρι­κό­τη­τα  του πο­λι­τι­κού, υπήρ­χε ένας άβο­λος πυ­ρή­νας αλή­θειας: ένα μέρος της κοι­νω­νί­ας δεν ήταν θύμα· ήταν συμ­μέ­το­χος. Όχι στα εκα­τομ­μύ­ρια – αλλά στις λο­γι­κές που τα επέ­τρε­ψαν. Αντί να μας οδη­γή­σει σε αυ­το­γνω­σία, η φράση μας όπλι­σε με οργή. Γιατί είναι άλλο να δια­μαρ­τύ­ρε­σαι ως αθώος και άλλο να πρέ­πει να ανα­ρω­τη­θείς: μήπως ήμουν κι εγώ μέσα στο “όλοι”;

Αυτό δεν ση­μαί­νει πως όλοι οι πο­λί­τες είναι επί­ορ­κοι ούτε πως κάθε πο­λι­τι­κός είναι διε­φθαρ­μέ­νος. Αλλά η συ­νε­νο­χή δεν απαι­τεί μα­ζι­κή συμ­με­το­χή· αρκεί η σιω­πη­λή κα­τα­νό­η­ση. Και αυτή υπάρ­χει πα­ντού γύρω μας. Όταν λέμε «έλα μωρέ, όλοι το κά­νουν», δεν δι­καιο­λο­γού­με· νο­μι­μο­ποιού­με. Όταν επα­να­λαμ­βά­νου­με ότι «δεν αλ­λά­ζει τί­πο­τα», δεν δια­πι­στώ­νου­με· πα­ραι­τού­μα­στε.

Οι με­γά­λοι ανα­τό­μοι της αν­θρώ­πι­νης φύσης το ήξε­ραν. Ο Μπρεχτ έγρα­φε ότι όλοι έχουν τιμή – το ζή­τη­μα είναι πόση. Ο Ντο­στο­γιέφ­σκι ανα­ρω­τιό­ταν πώς ο κό­σμος κα­τα­φέρ­νει να συγ­χω­ρεί τόση αθλιό­τη­τα με τόση ευ­κο­λία. Και οι Ρω­μαί­οι γνώ­ρι­ζαν καλά πως για να εκλε­γεί κά­ποιος ύπα­τος, έπρε­πε να ξο­δέ­ψει ό,τι είχε – και να πάρει επαρ­χία μετά, για να το ανα­κτή­σει. Το “δού­ναι και λα­βείν” δεν είναι εφεύ­ρε­ση της με­τα­πο­λί­τευ­σης.

Όμως δεν είναι μόνο η ιστο­ρία ή η λο­γο­τε­χνία που μας προει­δο­ποιεί. Είναι και η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Η δια­φθο­ρά είναι πα­ρού­σα όχι μόνο στα εκα­τομ­μύ­ρια των επι­δο­τή­σε­ων, αλλά και στην ουρά της δη­μό­σιας υπη­ρε­σί­ας, στην πα­ρά­καμ­ψη ενός νόμου «γιατί μπορώ», στο πάρ­κινγκ πάνω στο πε­ζο­δρό­μιο «για δύο λεπτά». Εκεί, στα μικρά, χτί­ζε­ται η με­γά­λη ανοχή.

Το πρό­βλη­μα δεν είναι ότι οι πο­λί­τες είναι κακοί. Είναι ότι είναι δια­τε­θει­μέ­νοι να δεί­ξουν κα­τα­νό­η­ση για τα πάντα – αρκεί να είναι δικά τους. Όταν ο πο­λι­τι­κός “τα παίρ­νει”, εξορ­γι­ζό­μα­στε. Όταν όμως ο φίλος μας διο­ρί­ζε­ται “κάπως”, σιω­πού­με. Όταν ο δι­πλα­νός παρ­κά­ρει στο πε­ζο­δρό­μιο, αγα­να­κτού­με. Όταν το κά­νου­με εμείς για “ένα λεπτό”, το θε­ω­ρού­με λο­γι­κό. Κι έτσι η δη­μό­σια ζωή με­τα­τρέ­πε­ται σε ένα πεδίο διαρ­κούς αμοι­βαί­ας ανο­χής και επιεί­κειας .

Όταν μια κοι­νω­νία αρ­χί­ζει να συ­νη­θί­ζει τη δια­φθο­ρά, όταν παύει να ντρέ­πε­ται, όταν οι πο­λί­τες κα­τα­πί­νουν αδια­μαρ­τύ­ρη­τα αυτό που κά­πο­τε θα τους εξόρ­γι­ζε, τότε δεν έχου­με απλώς κρίση θε­σμών. Εκεί ακρι­βώς γεν­νιέ­ται η πιο επι­κίν­δυ­νη εκ­δο­χή συ­νε­νο­χής: όχι η ενερ­γή συμ­με­το­χή, αλλά η “σιωπή των αμνών” – η ηθική πα­ραί­τη­ση που κα­μου­φλά­ρε­ται με λο­γι­κή και ρε­α­λι­σμό.

Η δια­φθο­ρά δεν θα εξα­φα­νι­στεί – όπως δεν εξα­φα­νί­ζε­ται και το ψέμα ή η ιδιο­τέ­λεια. Όμως μπο­ρού­με να στα­μα­τή­σου­με να τη θε­ω­ρού­με “ανα­πό­φευ­κτη”. Γιατί το πρό­βλη­μα δεν είναι ότι συμ­βαί­νει. Είναι ότι τη συ­γκα­λύ­πτου­με με μια ιδιό­τυ­πη αμνη­σία: κάθε φορά απο­ρού­με σαν να μη την έχου­με ξα­να­δεί, την κα­ταγ­γέλ­λου­με σαν να μην την έχου­με ανε­χτεί και τε­λι­κά… την ξε­χνά­με μέχρι το επό­με­νο σκάν­δα­λο.

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.