ΑΠΟΨΕΙΣ

Σταυροδοσία vs. Λίστα δεσμευμένων συνδυασμών»: Από το κόστος της σταυροθηρίας του εκλέγεσθαι στην ανάγκη υπεύθυνης κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης

news room
1 λεπτό ανάγνωση
Μέγεθος γραμμάτων

Του Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου Θ. Μι­χά­λη

Εν όψει των πολ­λα­πλών εκλο­γι­κών ανα­με­τρή­σε­ων, ο Μι­χά­λης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου επι­χει­ρη­μα­το­λο­γεί υπέρ της απο­σύν­δε­σης της εκλο­γής του υπο­ψή­φιου βου­λευ­τή από τον σταυ­ρό προ­τί­μη­σης.

1. Με αφορ­μή την ου­σια­στι­κή εκ­κί­νη­ση της προ­ε­κλο­γι­κής πε­ριό­δου και τη στα­δια­κή ανα­κοί­νω­ση υπο­ψη­φί­ων βου­λευ­τών ανά την Επι­κρά­τεια από τα πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα για την αντι­προ­σώ­πευ­ση του Κυ­ρί­αρ­χου Λαού στην Βουλή των Ελ­λή­νων, ως μεί­ζον ζή­τη­μα πο­λι­τεια­κού προ­βλη­μα­τι­σμού για την ποιό­τη­τα και τη λει­τουρ­γία του κοι­νο­βου­λευ­τι­κού μας συ­στή­μα­τος ανα­δύ­ε­ται και επα­νέρ­χε­ται η προ­βλη­μα­τι­κή γύρω από τις συν­θή­κες και τις πε­ρι­στά­σεις συ­γκρο­τη­μέ­νης εφαρ­μο­γής του δι­καιώ­μα­τος του εκλέ­γε­σθαι σε συν­δυα­σμό με τη σχε­τι­κή ορ­γα­νω­τι­κή ευ­θύ­νη των κομ­μα­τι­κών μη­χα­νι­σμών.

2. Για την κομ­μα­τι­κή κα­τάρ­τι­ση των ψη­φο­δελ­τί­ων προ­κύ­πτουν εύ­λο­γα ερω­τή­μα­τα α) ως προς τη δια­φά­νεια των όρων ισό­τη­τας (οι­κο­νο­μι­κής και όχι μόνο) με­τα­ξύ των υπο­ψη­φί­ων ακόμα και του ίδιου κόμ­μα­τος, όπως και β) ως προς την ευ­θεία αξιο­λό­γη­ση των εκτι­μή­σε­ων και των «κρι­τη­ρί­ων» αξιο­κρα­τί­ας των κομ­μα­τι­κών μη­χα­νι­σμών κατά την αντα­γω­νι­στι­κή δια­δι­κα­σία επι­λο­γής των Υπο­ψη­φί­ων και της προ­ώ­θη­σής τους, τόσο μέσα από τις (τυχόν) εσω­κομ­μα­τι­κές (δη­μο­κρα­τι­κές) δια­δι­κα­σί­ες των ίδιων των κομ­μά­των (σή­με­ρα ανύ­παρ­κτες), όσο και ευ­θέ­ως μέσα από τη στρα­τη­γι­κή επι­λο­γή των πο­λι­τευό­με­νων προ­σώ­πων, ως ου­σιώ­δες στοι­χείο της κομ­μα­τι­κής ταυ­τό­τη­τας, του ύφους και των επι­διώ­ξε­ων των πο­λι­τι­κών πα­ρα­τά­ξε­ων για την αντί­στοι­χη κρίση του κυ­ρί­αρ­χου Λαού.

3. Ενός Λαού που εν μέρει μεν πα­ρα­δο­σια­κά ετε­ρο­κα­τευ­θύ­νε­ται από έναν κα­ται­γι­σμό «κοι­νω­νι­κο-οι­κο­νο­μι­κο-πο­λι­τι­κών» πιέ­σε­ων, αλλά που ανέ­κα­θεν έχει εν τέλει τη δυ­να­μι­κή στην ουσία των δη­μο­κρα­τι­κών θε­σμών ν’ απο­τε­λεί και τον απο­φα­σι­στι­κό κριτή για τη δια­μόρ­φω­ση των πο­λι­τι­κών συ­σχε­τι­σμών της δια­κυ­βέρ­νη­σης της Χώρας. Μία δη­μό­σια δια­κυ­βέρ­νη­ση που στο ελ­λη­νι­κό πο­λι­τεια­κό σκη­νι­κό διαρ­θρώ­νε­ται βέ­βαια με βάση ένα ρε­που­μπλι­κα­νι­κού τύπου πρω­θυ­πουρ­γο­κε­ντρι­κό πο­λι­τεια­κό σύ­στη­μα με συ­γκε­χυ­μέ­νες αλ­λη­λε­ξαρ­τή­σεις με­τα­ξύ της εκτε­λε­στι­κής και της νο­μο­θε­τι­κής Λει­τουρ­γί­ας, που όμως εξαι­τί­ας των σύγ­χρο­νων προ­κλή­σε­ων δεν μπο­ρούν να δια­φύ­γουν των κρί­σι­μων και επι­τα­κτι­κά ελεγ­κτέ­ων απαι­τή­σε­ων για συ­ντο­νι­σμέ­νες τε­χνο­κρα­τι­κές απο­δό­σεις και δη­μο­κρα­τι­κή συ­νέ­πεια. Στοι­χεία που επι­βάλ­λε­ται, μά­λι­στα, να συγ­χρο­νι­στούν με την απο­τε­λε­σμα­τι­κή αντα­νά­κλα­ση των όρων και των προ­δια­γρα­φών της Δι­καιο­σύ­νης και του Κρά­τους Δι­καί­ου για την οριο­θε­τη­μέ­νη και χρη­στή εφαρ­μο­γή των προ­τύ­πων και των αρχών της Καλής Δια­κυ­βέρ­νη­σης. Ως εκ τού­του, ακρι­βώς επει­δή η εκλο­γι­κή δια­δι­κα­σία στη­ρί­ζε­ται στην κομ­μα­τι­κή διάρ­θρω­ση των πο­λι­τευό­με­νων πα­ρα­τά­ξε­ων οφεί­λει να ορ­γα­νώ­νε­ται και να προ­σα­να­το­λί­ζε­ται από τη μία πλευ­ρά στην εμ­βά­θυν­ση των δη­μο­κρα­τι­κών θε­σμών και δια­δι­κα­σιών και από την άλλη στην αξιο­κρα­τι­κή υλο­ποί­η­ση και από­δο­ση των προ­γραμ­μα­τι­κών τους επι­διώ­ξε­ων, ει­δι­κά δια των προ­τει­νό­με­νων αντι­προ­σώ­πων τους προς την εν γένει ανα­βάθ­μι­ση του κοι­νο­βου­λευ­τι­κού έργου για μία βιώ­σι­μη δια­κυ­βέρ­νη­ση με ου­σια­στι­κά θε­σμι­κά αντί­βα­ρα και συ­ντε­ταγ­μέ­νες πο­λι­τεια­κές εγ­γυ­ή­σεις λο­γο­δο­σί­ας ανά­με­σα στις τρεις Λει­τουρ­γί­ες του Κρά­τους.

4. Ξε­κι­νώ­ντας από τα κοι­νώς απο­δε­κτά, επί του πρα­κτέ­ου, ο σταυ­ρός προ­τί­μη­σης, παρά την πράγ­μα­τι πε­ραι­τέ­ρω προ­σω­πι­κή κι­νη­το­ποί­η­ση ψη­φο­θη­ρί­ας του υπο­ψη­φί­ου, αυ­το­μά­τως τρο­φο­δο­τεί νο­μο­τε­λεια­κά την πε­λα­τεια­κή δια­σύν­δε­ση πο­λί­τη-πο­λι­τι­κού. Ο πο­λι­τευ­τής – υπο­ψή­φιος βου­λευ­τής προς ενί­σχυ­ση της θέσης και της πι­θα­νό­τη­τας εκλο­γής του (και επα­νε­κλο­γής του, ήδη από την… επό­με­νη ημέρα της εκλο­γής του) εξαρ­τά­ται από την υπο­στή­ρι­ξη (οι­κο­νο­μι­κή και μη) κύ­κλων συμ­φε­ρό­ντων που ανα­μέ­νουν από αυτόν την επί τού­του εξυ­πη­ρέ­τη­ση-ικα­νο­ποί­η­ση των «ίδιων» σκο­πι­μο­τή­των τους. Δη­μιουρ­γώ­ντας έτσι έναν φαύλο κύκλο συ­ναλ­λα­κτι­κής εξάρ­τη­σης που συν­θέ­τει και το κα­τα­λυ­τι­κό ση­μείο ανα­φο­ράς της όλης πο­λι­τι­κής του δρά­σης και πα­ρου­σί­ας ως αυ­το­σκο­πό, πα­ράλ­λη­λα βέ­βαια των έτε­ρων δε­σμεύ­σε­ών του (θε­μι­τών και αθέ­μι­των) επί μίας στε­νής κομ­μα­τι­κής-στρα­τευ­μέ­νης πει­θαρ­χί­ας.

5. Ο βου­λευ­τής με­τα­τρέ­πε­ται, λοι­πόν, σε γρα­φείο εξυ­πη­ρε­τή­σε­ων ως… «βο­λευ­τής» και ως επί πα­ντός επι­στη­τού δια­με­σο­λα­βη­τής με­τα­ξύ Πο­λι­τεί­ας και Πο­λί­τη, υπο­βαθ­μί­ζο­ντας τον συ­νταγ­μα­τι­κό του ρόλο, που δεν είναι άλλος από το συ­νει­δη­τό και αφο­σιω­μέ­νο αντι­πρό­σω­πο του Έθνους (βλ. άρθρο 51 παρ. 1 Συντ.). Δε­σμευό­με­νος και εστιά­ζο­ντας, δη­λα­δή, στη δια­χεί­ρι­ση μικρο-συμ­φε­ρό­ντων και μι­κρο­πο­λι­τι­κών, χωρίς ν’ αφο­σιώ­νε­ται δη­μιουρ­γι­κά και απρό­σκο­πτα στις βα­σι­κές συ­νταγ­μα­τι­κές του υπο­χρε­ώ­σεις ως προς τη σύν­θε­ση, την επε­ξερ­γα­σία και τη δια­βού­λευ­ση του νο­μο­πα­ρα­γω­γι­κού έργου τόσο από την πλευ­ρά της συ­μπο­λί­τευ­σης, όσο και της αντι­πο­λί­τευ­σης. Ας μην πα­ρο­ρά­ται, μά­λι­στα, όπως προ­α­να­φέρ­θη­κε, πως ο βου­λευ­τής είναι «αντι­πρό­σω­πος του έθνους» και όχι εκ­πρό­σω­πος των κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νων επι­διώ­ξε­ων των ψη­φο­φό­ρων του. Αν και ση­μειω­τέ­ον, στις ημέ­ρες μας, εκτός των άλλων, επι­κρα­τεί και μία βαθιά ρι­ζω­μέ­νη – κο­ντό­φθαλ­μη – αντί­λη­ψη ότι εν πολ­λοίς οι βου­λευ­τές εκ­προ­σω­πούν στενά τις πε­ρι­φέ­ρειες (νομό) εκλο­γής τους, ενώ αντί­στρο­φα θα έπρε­πε να εντάσ­σουν και ανά­γουν τις το­πι­κές/πε­ρι­φε­ρεια­κές ανά­γκες και διεκ­δι­κή­σεις στο δη­μό­σιο συμ­φέ­ρον της Ελ­λη­νι­κής Πο­λι­τεί­ας συ­νο­λι­κά, ούτως ώστε ση­μα­το­δο­τι­κό ση­μείο ανα­φο­ράς των πα­ρεμ­βά­σε­ων και των ει­ση­γή­σε­ών τους να είναι το κοινό όφε­λος, έστω και με απο­κε­ντρω­μέ­νο δια­κυ­βερ­νη­τι­κό αντί­κτυ­πο και από­δο­ση, συ­να­θροί­ζο­ντας τις επι­μέ­ρους κοι­νω­νι­κές και ανα­πτυ­ξια­κές αξιώ­σεις του τόπου εκλο­γής τους εντός της Πο­λι­τεια­κής συ­νο­χής και ισορ­ρο­πί­ας.

6. Είναι επί­σης αδιαμ­φι­σβή­τη­το, πως σή­με­ρα η μά­χι­μη και σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις το­ξι­κή δια­δι­κα­σία της ψη­φο­θη­ρί­ας-σταυ­ρο­δο­σί­ας απο­θαρ­ρύ­νει συ­γκρο­τη­μέ­νες και δια­κε­κρι­μέ­νες προ­σω­πι­κό­τη­τες από κάθε με­τε­ρί­ζι του κοι­νω­νι­κο-οι­κο­νο­μι­κού ιστού να θέ­σουν τον εαυτό τους ως προ­τει­νό­με­νους υπο­ψη­φί­ους βου­λευ­τές, αφού και τα ίδια τα κόμ­μα­τα προ­τάσ­σουν με τις προ­ε­πι­λο­γές τους, κατά την κα­τάρ­τι­ση των ψη­φο­δελ­τί­ων, την προ­ώ­θη­ση κα­τε­ξο­χήν προ­βε­βλη­μέ­νων μεν κοι­νω­νι­κά, δι­κτυω­μέ­νων δε επι­φα­νεια­κά προ­σώ­πων, αμ­φί­βο­λου ωστό­σο ου­σια­στι­κού εν­δια­φέ­ρο­ντος για την προ­ά­σπι­ση και τη διεκ­δί­κη­ση των συμ­φε­ρό­ντων του Λαού και της Κοι­νω­νί­ας. Πα­ρα­δί­δο­ντας, με αυτόν τον τρόπο, η πλειά­δα της μάζας των υπο­ψη­φί­ων τον προ­γραμ­μα­τι­κό κομ­μα­τι­κό κοι­νο­βου­λευ­τι­κό σχε­δια­σμό στον σκλη­ρό (σχε­δόν…ολι­γαρ­χι­κό) πυ­ρή­να της ηγε­σί­ας του εκά­στο­τε κόμ­μα­τος. Επε­νερ­γώ­ντας κατ’ επέ­κτα­ση κυ­ρί­ως ως εκτε­λε­στι­κά κομ­μα­τι­κά ερ­γα­λεία με πε­ριο­ρι­σμέ­νες στην ουσία πο­λι­τι­κο­ποι­η­μέ­νες πρω­το­βου­λί­ες, πέραν της (εκ­βια­στι­κής) επί­κλη­σης, με τη σειρά τους, των επι­μέ­ρους συμ­φε­ρό­ντων «του κό­σμου που έχουν από πίσω».

7. Γί­νε­ται αντι­λη­πτό, λοι­πόν, πως η ελευ­θε­ρία του υπο­ψη­φί­ου βου­λευ­τή, αλλά και του ίδιου του ψη­φο­φό­ρου, όπως είχε κα­τα­δεί­ξει και ο κα­θη­γη­τής Αρι­στό­βου­λος Μά­νε­σης, ήδη τέσ­σε­ρις δε­κα­ε­τί­ες πριν, είναι κα­τε­ξο­χήν «πλα­σμα­τι­κή», ει­δι­κά ως προς το επι­χεί­ρη­μα υπέρ της σταυ­ρο­δο­σί­ας ένα­ντι της συ­γκρο­τη­μέ­νης λί­στας των «δε­σμευ­μέ­νων συν­δυα­σμών», σχε­τι­κά με τη συ­νταγ­μα­τι­κή απαί­τη­ση της άμε­σης εκλο­γής των αντι­προ­σώ­πων. Αντί­θε­τα, όπως τό­νι­ζε εμ­φα­τι­κά (βλ. Α. Μά­νε­σης, Συ­νταγ­μα­τι­κή Θε­ω­ρία και Πράξη 1954-1979, Σάκ­κου­λας, 1980, σελ. 727) με την κα­θιέ­ρω­ση της Λί­στας-Δε­σμευ­μέ­νων Συν­δυα­σμών «ου­σια­στι­κο­ποιεί­ται» η Λαϊκή Κυ­ριαρ­χία δια της λει­τουρ­γι­κής συ­νταγ­μα­τι­κής θε­με­λί­ω­σης των κομ­μά­των στο σύ­στη­μα του αντι­προ­σω­πευ­τι­κού κοι­νο­βου­λευ­τι­σμού, κατά την επι­διω­κό­με­νη αντι­πα­ρά­θε­ση προ­γραμ­μά­των, ιδε­ο­λο­γι­κών ανα­φο­ρών, πο­λι­τι­κών στρα­τη­γι­κών που εκ­φρά­ζο­νται και υλο­ποιού­νται μέσω της νο­μο­θε­τι­κής πρω­το­βου­λί­ας προ­σώ­πων-αντι­προ­σώ­πων μίας ορ­γα­νω­μέ­νης ομά­δας αν­θρώ­πων με κοι­νούς στό­χους και επι­διώ­ξεις, που δια­τη­ρούν ωστό­σο εκ της προ­σω­πι­κό­τη­τας, της ικα­νό­τη­τας και εκ της ελεύ­θε­ρης πο­λι­τι­κής τους γνώ­μης και έκ­φρα­σης την προ­σω­πι­κή συ­νει­δη­τή πο­λι­τι­κή τους συ­γκρό­τη­ση (κατ’ άρθρο 60 παρ. 1 Συντ.), απε­λευ­θε­ρω­μέ­νοι τυχόν δια­προ­σω­πι­κών εξαρ­τή­σε­ων κατά την εκ­πλή­ρω­ση του κοι­νο­βου­λευ­τι­κού τους έργου, με την όποια ωστό­σο θε­μι­τή κομ­μα­τι­κή τους ανα­φο­ρά που ήδη υφί­στα­ται υπέρ της κοι­νο­βου­λευ­τι­κής συ­νο­χής και της πο­λι­τι­κής ορ­θό­τη­τας. Δη­μιουρ­γού­νται έτσι σαφώς πιο συ­μπα­γείς συν­θή­κες θε­σμι­κής ανα­βάθ­μι­σης του πο­λι­τι­κού βίου με την πο­λι­τι­κή επα­γρύ­πνη­ση των πο­λι­τών και την πε­ραι­τέ­ρω κι­νη­το­ποί­η­σή τους, όχι μόνο κατά τη με­μο­νω­μέ­νη εκλο­γι­κή δια­δι­κα­σία και τη… δυ­να­τό­τη­τα προ­σβα­σι­μό­τη­τάς τους σ’ ένα συ­γκε­κρι­μέ­νο πρό­σω­πο, αλλά μέσα από τη συ­ντο­νι­σμέ­νη συμ­με­το­χή, τον έλεγ­χο και την αξιο­λό­γη­ση των ίδιων των κομ­μα­τι­κών μη­χα­νι­σμών, που ανα­φέ­ρο­νται και λο­γο­δο­τούν ευ­θέ­ως για τις επι­λο­γές τους. Καθώς η κα­θιέ­ρω­ση του εκλο­γι­κού συ­στή­μα­τος εκλο­γής των «δε­σμευ­μέ­νων συν­δυα­σμών»-λί­στας υπο­ψη­φί­ων εξω­θεί τα κόμ­μα­τα στην εμ­βά­θυν­ση της δη­μο­κρα­τι­κής τους συ­νέ­πειας, αλλά και της αξιο­κρα­τι­κά δο­μού­με­νης λει­τουρ­γί­ας τους ως προς τη στε­λέ­χω­ση της κοι­νο­βου­λευ­τι­κής εκ­προ­σώ­πη­σής τους, δίχως να κρύ­βο­νται πίσω από τις υπο­κι­νού­με­νες… προ­ε­πι­λο­γές τους και τον με­τέ­πει­τα προ­σω­πι­κό δια­γκω­νι­σμό των υπο­ψη­φί­ων. Ο αντι­πα­ρα­τι­θέ­με­νος δε ισχυ­ρι­σμός περί επι­πλέ­ον εν­δυ­νά­μω­σης της ηγε­σί­ας του κόμ­μα­τος και της εξάρ­τη­σης του πο­λι­τευό­με­νου από αυτή, για τη συ­μπε­ρί­λη­ψή του στην εκλο­γι­κή λίστα και μά­λι­στα σε εκλό­γι­μη θέση, κρί­νε­ται άλ­λω­στε αλυ­σι­τε­λής και ανει­λι­κρι­νής, αφού ήδη και σή­με­ρα για την επι­λο­γή των υπο­ψη­φί­ων εφαρ­μό­ζε­ται, κατά κύριο λόγο, μία έντο­να πα­ρα­σκη­νια­κή, αδια­φα­νής και εντε­λώς συ­γκε­ντρω­τι­κή κομ­μα­τι­κή δια­δι­κα­σία με κρι­τή­ρια όχι αμι­γώς πο­λι­τι­κά, αλλά κα­τε­ξο­χήν «πο­λι­τι­κά­ντι­κα». Με­τα­κυ­λί­ο­ντας ταυ­τό­χρο­να – κυ­ρί­ως – το οι­κο­νο­μι­κό κέ­ντρο βάρος υπο­στή­ρι­ξης του εκλο­γι­κού αγώνα κάθε υπο­ψη­φί­ου από το κόμμα στον κοι­νω­νι­κό (και όχι μόνο) κύκλο του πο­λι­τευό­με­νου προ­σώ­που για την επί­τευ­ξη της εκλο­γής του. Πα­ρό­τι οι κομ­μα­τι­κοί κατά τόπο μη­χα­νι­σμοί είναι κοινό μυ­στι­κό ότι ερ­γά­ζο­νται για την προ­ώ­θη­ση συ­γκε­κρι­μέ­νων υπο­ψη­φί­ων ένα­ντι άλλων με κλι­μα­κού­με­νη μά­λι­στα έντα­ση με­τα­ξύ των πο­λι­τευό­με­νων της κάθε πα­ρά­τα­ξης… Ενώ οι επι­φυ­λά­ξεις, που επί­σης δια­τυ­πώ­νο­νται ένα­ντι του συ­στή­μα­τος των «δε­σμευ­μέ­νων συν­δυα­σμών» επί της επα­πει­λού­με­νης απο­χής του εκλο­γι­κού σώ­μα­τος, κατά μία εκλο­γι­κή δια­δι­κα­σία που  δια­πνέ­ε­ται από την προ­τι­μη­σια­κή κομ­μα­τι­κά σειρά κα­τά­τα­ξης και εκλο­γής των υπο­ψη­φί­ων, εξαι­τί­ας του πε­ριο­ρι­σμού της ελευ­θε­ρί­ας επι­λο­γής συ­γκε­κρι­μέ­νου υπο­ψη­φί­ου που απο­δυ­να­μώ­νει την προ­σω­πι­κή έλ­λει­ψη εν­δια­φέ­ρο­ντος του «ενερ­γού» πο­λί­τη για την ανά­δει­ξη συ­γκε­κρι­μέ­νου προ­σώ­που ως βου­λευ­τή, κα­τα­μαρ­τυ­ρούν ευ­θέ­ως μία ου­σιω­δώς προ­βλη­μα­τι­κή πα­ρά­με­τρο: Ήτοι ότι το προ­σω­πι­κό εν­δια­φέ­ρον των εν λόγω «ενερ­γών» πο­λι­τών συ­νο­μο­λο­γεί­ται πως επι­κε­ντρώ­νε­ται σε συ­γκε­κρι­μέ­νο υπο­ψή­φιο ένα­ντι μά­λι­στα άλλων του ίδιου κόμ­μα­τος με αμι­γώς ιδιο­τε­λείς προ­σω­πι­κούς σκο­πούς και δια­προ­σω­πι­κά οφέλη προ­σβα­σι­μό­τη­τας σε επι­μέ­ρους βου­λευ­τι­κά κέ­ντρα εξου­σί­ας εξυ­πη­ρέ­τη­σης πο­λι­τών. Συ­νι­στώ­ντας μετά ταύτα όψεις ενός υπο­τι­μη­μέ­νου για τη δη­μό­σια πο­λι­τι­κή και τον κοι­νο­βου­λευ­τι­σμό νο­μί­σμα­τος απο­πο­λι­τι­κο­ποί­η­σης και ψευ­δε­πί­γρα­φου δη­μο­κρα­τι­κά κα­τα­κερ­μα­τι­σμού της κε­ντρι­κής πο­λι­τι­κής σκη­νής.

8. Αντί­θε­τα, με την προ­τει­νό­με­νη κα­θιέ­ρω­ση του συ­στή­μα­τος της λί­στας «δε­σμευ­μέ­νων συν­δυα­σμών» τα πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα θα τε­θούν με συ­νέ­πεια εντός του συ­νταγ­μα­τι­κού τους σκο­πού, κατ’ άρθρο 29 παρ. 1 του Συντ. σε συν­δυα­σμό με τις εγ­γυ­ή­σεις του δι­καιώ­μα­τος του εκλέ­γε­σθαι κατ’ άρθρο 59 παρ. 1-3 του Συντ., αλλά και ενώ­πιον των πο­λι­τεια­κών τους ευ­θυ­νών σε μία ει­λι­κρι­νή σχέση με την κοι­νω­νία των πο­λι­τών και όχι με την υπο­κρύ­πτου­σα – σαφώς – υπο­κι­νού­με­νη χει­ρα­γώ­γη­ση επι­με­ρι­σμέ­νων κέ­ντρων εξου­σί­α­σης και του κα­θο­δη­γού­με­νου ελέγ­χου των ψήφων. Αντι­πα­ρα­βάλ­λο­ντας συ­να­κό­λου­θα όρους και συν­θή­κες δια­φά­νειας ένα­ντι του προ­σω­πι­κού, πολ­λές φορές, κα­κε­ντρε­χούς αντα­γω­νι­σμού των υπο­ψη­φί­ων ιδίως του ίδιου κόμ­μα­τος, της δια­νο­μής έτοι­μων σταυ­ρω­μέ­νων ψη­φο­δελ­τί­ων προς τις μάζες των ψη­φο­φό­ρων και κοι­νώς της «ρου­σφε­το­λο­γί­ας» με την καλ­λιέρ­γεια το­πι­κής εκλο­γι­κής πε­λα­τεί­ας. Η θέ­σπι­ση εξάλ­λου συ­στή­μα­τος εκλο­γής μέσω λί­στας υπο­ψη­φί­ων βου­λευ­τών κατά την ανα­λο­γι­κή επί των πο­σο­στών των κομ­μά­των ανά­δει­ξή τους κα­τα­πο­λε­μά επί­σης σε με­γά­λο βαθμό και τη διο­χέ­τευ­ση «μαύ­ρου χρή­μα­τος» προς τους πο­λι­τευ­τές, ενι­σχύ­ο­ντας αντί­στρο­φα τη διά­φα­νη, δια­χει­ρι­στι­κά, ευ­θεία χρη­μα­το­δό­τη­ση των κομ­μά­των με την απαί­τη­ση της χρη­στής αξιο­ποί­η­σης των υπο­στη­ρι­κτι­κών οι­κο­νο­μι­κών πόρων επί των επι­μέ­ρους δρά­σε­ων, χωρίς μά­λι­στα τα «τα­μπού» του πα­ρελ­θό­ντος, που έθε­ταν τις κομ­μα­τι­κές χρη­μα­το­δο­τή­σεις από ιδιώ­τες «κάτω από το τρα­πέ­ζι». Έτσι, οι υπο­ψή­φιοι βου­λευ­τές απαλ­λάσ­σο­νται από το υψηλό και εξαρ­τη­σιο­γό­νο κό­στος των χρη­μα­το­δο­τι­κών υπο­στη­ρι­κτών τους κατά τη συμ­με­το­χή τους στην εκλο­γι­κή δια­δι­κα­σία, αλλά και από την ανά­γκη ευ­ρύ­τα­της ανα­γνω­ρι­σι­μό­τη­τάς τους με επι­φα­νεια­κούς όρους κοι­νω­νι­κής δι­κτύ­ω­σης που υπο­κρύ­πτουν επί­σης οι­κο­νο­μι­κή επι­βά­ρυν­ση για τους υπο­ψή­φιους με σω­ρη­δόν κα­τα­σπα­τά­λη­ση δα­πα­νών για την στέ­γα­ση του πο­λι­τι­κού τους γρα­φεί­ου, την έκ­δο­ση φυλ­λα­δί­ων, τις πλη­ρω­μές συ­νερ­γα­τών, τις τυχόν με­τα­κι­νή­σεις ανά την πε­ρι­φέ­ρεια εκλο­γής τους, τη δια­φή­μι­ση και την προ­βο­λή (επί­σης ως επί το πλεί­στον πε­λα­τεια­κά επι­λε­κτι­κή) από τα Μ.Μ.Ε., όπως και από τα δια­δι­κτυα­κά μέσα κοι­νω­νι­κής δι­κτύ­ω­σης. Δια­μορ­φώ­νο­ντας έναν «τι­μο­κα­τά­λο­γο», που όπως κα­τα­γρά­φε­ται από πρό­σφα­τα σχε­τι­κά δη­μο­σιεύ­μα­τα στον ημε­ρή­σιο τύπο, αλλά και κατά την κοινή πείρα, κυ­μαί­νε­ται από 30.000 έως και 150.000 ευρώ, απο­κλει­στι­κά και μόνο για την προ­ε­κλο­γι­κή πε­ρί­ο­δο, για χρη­μα­τι­κά ποσά, μά­λι­στα, που φαί­νο­νται «πάνω από το τρα­πέ­ζι» ή για αντί­στοι­χες υψη­λές «χο­ρη­γί­ες»…προ­βο­λής, που δη­μιουρ­γούν το εύ­λο­γο ερώ­τη­μα σχε­τι­κά με το κό­στος και το όφε­λος της όλης δια­δι­κα­σί­ας και των υπο­χρε­ώ­σε­ων-εξαρ­τή­σε­ων που σχη­μα­τί­ζο­νται… Επο­μέ­νως, οι υπο­ψή­φιοι βου­λευ­τές είτε πρέ­πει να είναι οι­κο­νο­μι­κά ευ­κα­τά­στα­τοι, είτε ευ­ρέ­ως καθ’ οιον­δή­πο­τε τρόπο κοι­νω­νι­κά ανα­γνω­ρί­σι­μοι, είτε να έχουν ενι­σχυ­θεί οι­κο­νο­μι­κά από όσους τους υπο­στη­ρί­ζουν «εθε­λο­ντι­κά», συν­θέ­το­ντας ωστό­σο μία δια­προ­σω­πι­κή κοι­νω­νι­κή υπο­χρέ­ω­ση ως προς τη χρη­μα­το­δο­τι­κή συμ­βο­λή της εκλο­γής τους, είτε να λαμ­βά­νουν κά­ποια ευ­θεία οι­κο­νο­μι­κή ενί­σχυ­ση που δη­μιουρ­γεί ανα­πό­φευ­κτα μία συ­γκε­κρι­μέ­νη – στρα­τευ­μέ­νη δέ­σμευ­ση ως προς την προ­ά­σπι­ση συ­γκε­κρι­μέ­νων επι­διώ­ξε­ων του εκά­στο­τε χρη­μα­το­δό­τη, είτε να επι­βα­ρύ­νουν ση­μα­ντι­κά τις προ­σω­πι­κές τους οι­κο­νο­μί­ες, φτά­νο­ντας ακόμα και σε τρα­πε­ζι­κό δα­νει­σμό για ν’ αντα­πε­ξέλ­θουν στον πο­λι­τι­κό αντα­γω­νι­σμό κυ­ρί­ως του «φαί­νε­σθαι», με ποσά που δεν είναι διό­λου ευ­κα­τα­φρό­νη­τα για την ηθι­κο­πο­λι­τι­κή και αξια­κή ικα­νο­ποί­η­ση της συ­νει­δη­το­ποι­η­μέ­νης επι­θυ­μί­ας ενός πο­λί­τη να πο­λι­τευ­τεί με σκοπό να προ­σφέ­ρει στο κοι­νω­νι­κό σύ­νο­λο και στην Πο­λι­τεία.

9. Επι­ση­μαί­νε­ται ότι η πα­ρα­πά­νω θέση για την ανα­μόρ­φω­ση του εκλο­γι­κού συ­στή­μα­τος και του τρό­που εκλο­γής των βου­λευ­τών επα­φί­ε­ται κατά το ισχύ­ον Σύ­νταγ­μα στον κοινό νο­μο­θέ­τη μέσω της εκά­στο­τε με­ταρ­ρύθ­μι­σης της εκλο­γι­κής νο­μο­θε­σί­ας (βλ. άρθρα 51-54 Συντ.). Αν και μία εκ βά­θρων συ­νταγ­μα­τι­κή πα­γί­ω­ση και επι­βο­λή του τρό­που ανά­δει­ξης των αντι­προ­σώ­πων του Λαού και του Έθνους συν­δυα­στι­κά του δι­καιώ­μα­τος του εκλέ­γε­σθαι και της νο­μι­μό­τη­τας της δρά­σης και της λει­τουρ­γί­ας των κομ­μά­των για την εύ­ρυθ­μη από­δο­ση του πο­λι­τεια­κού μας συ­στή­μα­τος, με την υιο­θέ­τη­ση της κα­τάρ­τι­σης «Λί­στας δε­σμευ­μέ­νων συν­δυα­σμών», θα είχε ση­μαί­νον θε­σμι­κό βάρος για τη δο­μι­κή ανα­διάρ­θρω­ση των κοι­νο­βου­λευ­τι­κών συν­θη­κών. Υπό την ευ­θεία έντα­ξη των κομ­μα­τι­κών μη­χα­νι­σμών σε επαυ­ξη­μέ­να επί­πε­δα λο­γο­δο­σί­ας για τη συ­γκρό­τη­ση, τη δια­χεί­ρι­ση και την αξιο­λό­γη­ση του πο­λι­τι­κού προ­σω­πι­κού, αλλά και για την ευ­θεία και θε­μι­τή χρη­μα­το­δό­τη­σή τους προς υπο­στή­ρι­ξη των πο­λι­τι­κών τους επι­διώ­ξε­ων, δίχως την άτα­κτη και διά­σπαρ­τη διά­χυ­ση χρη­μα­το­δο­τι­κών ενι­σχύ­σε­ων ιδιω­τι­κών και κρα­τι­κών σε επι­μέ­ρους πο­λι­τευό­με­να πρό­σω­πα με αδια­φα­νείς με­θο­δεύ­σεις και πρω­το­βου­λί­ες.

10. Αξί­ζει να υπο­μνη­στεί ότι στη σύγ­χρο­νη με­τα­πο­λι­τευ­τι­κή ιστο­ρία της Χώρας με το Ν. 1303/1982 θε­σμο­θε­τή­θη­κε (πρό­σκαι­ρα) κα­τό­πιν προ­σω­πι­κής προ­γραμ­μα­τι­κής πρω­το­βου­λί­ας-δέ­σμευ­σης του τότε Πρω­θυ­πουρ­γού Αν­δρέα Πα­παν­δρέ­ου, ως πο­λι­τεια­κή και ση­μα­το­δο­τι­κά εκ­συγ­χρο­νι­στι­κή τομή, η εκλο­γι­κή δια­δι­κα­σία με λίστα δε­σμευ­μέ­νων συν­δυα­σμών. Συ­ναρ­τώ­ντας την εκλο­γή των υπο­ψη­φί­ων βου­λευ­τών από τα αντί­στοι­χα κλι­μα­κού­με­να πο­σο­στά του κάθε κόμ­μα­τος κατά το τότε ισχύ­ον εκλο­γι­κό σύ­στη­μα. Κάτω από αυτό το πλαί­σιο διε­νερ­γή­θη­καν μά­λι­στα και οι εκλο­γές του του 1985. Ωστό­σο, η δια­δι­κα­σία της σταυ­ρο­δο­σί­ας επα­νήλ­θε από το ίδιο το κυ­βερ­νών κόμμα, το Π.Α.Σ.Ο.Κ., ύστε­ρα από ανα­δί­πλω­σή του λίγα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα με το Ν. 1847/1989, κυ­ρί­ως υπό την πιε­στι­κή σκο­πι­μό­τη­τα της πε­ραι­τέ­ρω ατο­μι­κής κι­νη­το­ποί­η­σης των υπο­ψη­φί­ων βου­λευ­τών σε συν­θή­κες πό­λω­σης για την προ­σέλ­κυ­ση προ­σω­πι­κών ψήφων, στην ουσία ως απο­τέ­λε­σμα αμι­γώς ιδιο­τε­λών μι­κρο­συμ­φε­ρό­ντων των (ισχυ­ρό­τε­ρων εκ των εκλεγ­μέ­νων) βου­λευ­τών που προ­τι­μού­σαν να δια­τη­ρή­σουν (και να μην απο­δυ­να­μω­θούν) οι σχέ­σεις εξάρ­τη­σης και συ­ναλ­λα­γής με την κοι­νω­νία, παρά το να απο­δώ­σουν απο­τε­λε­σμα­τι­κά και αφο­σιω­μέ­να στο κοι­νο­βου­λευ­τι­κό τους έργο, με τους αντί­στοι­χους βέ­βαια κομ­μα­τι­κούς μη­χα­νι­σμούς να επι­διώ­κουν και ν’ απο­δέ­χο­νται την «οπα­δι­κή» πό­λω­ση και όχι την ου­σια­στι­κή και πα­ρα­γω­γι­κή αντι­προ­σώ­πευ­ση.

11. Πα­ράλ­λη­λα των πα­ρα­πά­νω, για τη ρυθ­μι­στι­κή από­δο­ση του συ­γκε­κρι­μέ­νου τρό­που ανά­δει­ξης των βου­λευ­τών με λίστα ένα­ντι της σταυ­ρο­δο­σί­ας, που προσ­δί­δει το θε­σμι­κό ορ­γα­νω­τι­κό κί­νη­τρο στο κάθε κόμμα να προ­σελ­κύ­σει,

είτε με επι­μέ­ρους εσω­κομ­μα­τι­κές δη­μο­κρα­τι­κές δια­δι­κα­σί­ες,

είτε με ποιο­τι­κές αξιο­λο­γι­κές (έστω και «κε­ντρι­κές» εξί­σου όμως δη­μο­κρα­τι­κής ανα­φο­ράς) εκτι­μή­σεις,

προ­σω­πι­κό­τη­τες προ­σφο­ράς και αξιο­κρα­τί­ας, επι­διώ­κο­ντας τη σύν­θε­ση ιδιαί­τε­ρα πα­ρα­γω­γι­κών πο­λι­τι­κών συ­σχε­τι­σμών και συμ­βο­λι­σμών στρα­τη­γι­κού χα­ρα­κτή­ρα, ει­δι­κά για τη σειρά κα­τά­τα­ξης και εκλο­γι­μό­τη­τας των υπο­ψη­φί­ων, με την επα­κό­λου­θη πα­ρα­κί­νη­ση του εκλο­γι­κού σώ­μα­τος για τη συ­νο­λι­κή δυ­να­μι­κή υπο­στή­ρι­ξή του προ­τεί­νε­ται:

A. Πρω­τί­στως, η θε­σμι­κή ενί­σχυ­ση του κοι­νο­βου­λευ­τι­κού συ­στή­μα­τος με τη δια­κρι­τι­κή ανα­βάθ­μι­ση του νο­μο­θε­τι­κού έργου και ρόλου στο πλαί­σιο της εύ­ρυθ­μης και ου­σια­στι­κής διά­κρι­σης των Λει­τουρ­γιών, ει­δι­κά με την επι­βο­λή επι­πλέ­ον δια­κρι­τών ορίων, δια­δι­κα­σιών και συ­νερ­γειών ένα­ντι της εκτε­λε­στι­κής εξου­σί­ας.

Β. Η δι­καιο­πο­λι­τι­κή κα­θιέ­ρω­ση στα­θε­ρών βου­λευ­τι­κών εκλο­γών ανά πε­ντα­ε­τία, χωρίς την a la carte διά­λυ­ση της Βου­λής με κατά το δο­κούν πρω­το­βου­λία της ηγε­σί­ας της εκτε­λε­στι­κής εξου­σί­ας (-του πρω­θυ­πουρ­γού) κατ’ επί­κλη­ση αό­ρι­στων και ευ­και­ρια­κών «εθνι­κών λόγων» (βλ. άρθρο 41 παρ. 2 Συντ.), παρά μόνο με ει­δι­κή και αι­τιο­λο­γη­μέ­νη απο­φα­σι­στι­κή κρίση της κοι­νο­βου­λευ­τι­κής πλειο­ψη­φί­ας. Δια­σφα­λί­ζο­ντας έτσι το συ­νε­πή κύκλο βιω­σι­μό­τη­τας του κοι­νο­βου­λευ­τι­κού έργου, όπως απαι­τεί η σύγ­χρο­νη πα­ρα­γω­γι­κή δια­κυ­βέρ­νη­ση ενός τόπου, ανε­ξαρ­τή­τως σκό­πι­μων και αμι­γώς συ­γκυ­ρια­κών προ­σω­πι­κών ηγε­τι­κών πο­λι­τι­κών επι­λο­γών που δια­τα­ράσ­σουν την ροή και την στα­θε­ρό­τη­τα της κοι­νω­νι­κο-οι­κο­νο­μι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.

Γ. Να εγκα­θι­δρυ­θεί εγ­γυ­η­τι­κά και απο­κα­τα­στα­τι­κά των αρ­νη­τι­κών και απα­ξιω­τι­κών επί της πο­λι­τι­κής ενα­σχό­λη­σής εκτι­μή­σε­ων του εκλο­γι­κού σώ­μα­τος ένα­ντι του πο­λι­τι­κού προ­σω­πι­κού της χώρας, ρητό ανώ­τα­το όριο δύο επα­νε­κλο­γών επί της – κα­ταρ­χήν ως άνω – προ­τει­νό­με­νης πε­ντα­ε­τούς (πλή­ρους) θη­τεί­ας των βου­λευ­τών. Άλ­λω­στε, η κα­θιέ­ρω­ση μίας maximum προ­τει­νό­με­νης δε­κα­πε­ντα­ε­τούς προ­σφο­ράς στο νο­μο­θε­τι­κό έργο, ήτοι τα μισά χρό­νια μίας ολό­κλη­ρης γε­νιάς, αν η τε­λευ­ταία υπο­λο­γί­ζε­ται κατά μέσο όρο σε μία πε­ρί­ο­δο τριά­ντα πε­ρί­που ετών, για την αντι­προ­σώ­πευ­ση στο Κοι­νο­βού­λιο είναι από­λυ­τα εύ­λο­γη και θε­μι­τή. Αφού αν το άσβε­στο και ει­λι­κρι­νές εν­δια­φέ­ρον του εκά­στο­τε πο­λι­τευό­με­νου προ­σώ­που για τα κοινά είναι τόσο πη­γαίο γι’ αυτόν, όντας ήδη εκλεγ­μέ­νος βου­λευ­τής επί τρεις θη­τεί­ες, δύ­να­ται να συμ­βά­λει στην πο­λι­τι­κή και κοι­νω­νι­κή ζωή του τόπου από τη διεκ­δί­κη­ση άλλου πό­στου και θέσης ευ­θύ­νης και όχι δια της δια βίου απα­σχό­λη­σής του στη Βουλή. (Σε αυτή τη συ­ζή­τη­ση χωρεί και η επί­σης θε­μι­τή, αν όχι και επι­βε­βλη­μέ­νη, κατά την άποψη του γρά­φο­ντος, διά­κρι­ση της ιδιό­τη­τας του Υπουρ­γού-μέ­λους της Κυ­βέρ­νη­σης από αυτή της ιδιό­τη­τας του βου­λευ­τή). Απο­δί­δε­ται κατ’ επέ­κτα­ση με αυτόν τον τρόπο ο ανα­γκαί­ος και πρό­σφο­ρος «δια­γε­νε­α­κός» χώρος και χρό­νος για την ανα­νέ­ω­ση του προ­σω­πι­κού της κε­ντρι­κής πο­λι­τι­κής σκη­νής σε επί­πε­δο νο­μο­θε­τι­κού έργου και δρά­σης, χωρίς να απο­τε­λεί και να κα­θί­στα­ται η θέση και η ιδιό­τη­τα του βου­λευ­τή απο­κλει­στι­κή «επαγ­γελ­μα­τι­κή» απα­σχό­λη­ση.

12. Τέλος, κα­τα­λη­κτι­κά αξί­ζει να το­νι­στεί ότι και επί του σχε­τι­κού ελέγ­χου συ­νταγ­μα­τι­κό­τη­τας, η κα­θιέ­ρω­ση συ­στή­μα­τος εκλο­γής ανά­δει­ξης βου­λευ­τών με λίστα δε­σμευ­μέ­νων συν­δυα­σμών έχει απο­τι­μη­θεί ήδη από το Α.Ε.Δ. (βλ. από­φα­ση 34/1985) πως σε καμία πε­ρί­πτω­ση δεν αντι­στρα­τεύ­ε­ται την αρχή της αντι­προ­σώ­πευ­σης της Λαϊ­κής Κυ­ριαρ­χί­ας, ει­δι­κά ως προς την αμε­σό­τη­τα της ψήφου. Ακρι­βώς επει­δή ο εκλο­γέ­ας-ψη­φο­φό­ρος με την επι­λο­γή του κόμ­μα­τος-πα­ρά­τα­ξης της προ­τί­μη­σής του κρί­νει, αξιο­λο­γεί και απο­δέ­χε­ται τη συ­γκε­κρι­μέ­νη κλι­μα­κού­με­νη κατά σειρά δυ­να­τό­τη­τα εκλο­γής των υπο­ψη­φί­ων βου­λευ­τών, υπό τον συ­γκε­κρι­μέ­νο συν­δυα­σμό, χωρίς μά­λι­στα την πα­ρεμ­βο­λή έτε­ρου εκλε­κτο­ρι­κού σώ­μα­τος. Ανε­ξάρ­τη­τα αν έχουν προη­γη­θεί εσω­κομ­μα­τι­κές δη­μο­κρα­τι­κές ή «κε­ντρι­κές» εν­δο­πα­ρα­τα­ξια­κές δια­δι­κα­σί­ες για την επι­λο­γή τους και τη συ­γκε­κρι­μέ­νη το­πο­θέ­τη­σή τους στο ψη­φο­δέλ­τιο, σύμ­φω­να με τις ελευ­θε­ρί­ες που απο­δί­δο­νται στα πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα από το ίδιο το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντ. σε συν­δυα­σμό με την «εξυ­πη­ρέ­τη­ση του δη­μο­κρα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα του πο­λι­τεύ­μα­τος».

13. Η απο­σύν­δε­ση της εκλο­γής του υπο­ψή­φιου βου­λευ­τή από το σταυ­ρό προ­τί­μη­σης, κατά την προ­σω­πι­κή μου γνώμη, συ­νι­στά το πρώτο με­γά­λο βήμα ποιο­τι­κής ανα­βάθ­μι­σης του Κοι­νο­βου­λευ­τι­σμού ως δια­δι­κα­σία, αλλά και ως θε­σμι­κό μη­χα­νι­σμό μίας συ­γκρο­τη­μέ­νης δη­μό­σιας δια­κυ­βέρ­νη­σης, προ­βι­βά­ζο­ντας συ­νά­μα τη θέση και το ρόλο των πο­λι­τι­κών κομ­μά­των ως προς την αμε­σό­τε­ρη ευ­θύ­νη και τη δη­μο­κρα­τι­κή τους λο­γο­δο­σία για τις αξιο­κρα­τι­κές τους επι­λο­γές και εκτι­μή­σεις.

14. Οι δε πρό­σφα­τες σκαν­δα­λώ­δως αρ­νη­τι­κές για την ελ­λη­νι­κή κοι­νο­βου­λευ­τι­κή αντι­προ­σω­πεία προ­κλή­σεις δια­φθο­ράς σε επί­πε­δο Ευ­ρω­κοι­νο­βου­λί­ου με τη δια­φαι­νό­με­νη ύπο­πτη συμ­με­το­χή μίας κα­τε­ξο­χήν προ­βε­βλη­μέ­νης μι­ντια­κά και ευ­ρέ­ως δι­κτυω­μέ­νης… κοι­νω­νι­κο-οι­κο­νο­μι­κά περ­σό­νας που συ­γκέ­ντρω­σε χι­λιά­δες σταυ­ρούς πα­νελ­λα­δι­κά στις τε­λευ­ταί­ες ευ­ρω­ε­κλο­γές με σταυ­ρο­δο­σία του 2019, αφή­νο­ντας πίσω της ση­μα­ντι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες, προσ­δί­δουν και αυτές πο­λυ­διά­στα­τα το στίγ­μα τους για την πα­ρα­πά­νω κα­τεύ­θυν­ση-πρό­τα­ση και την ανα­τρο­πή των συ­στη­μι­κά κα­τε­στη­μέ­νων συν­θη­κών της σταυ­ρο­δο­σί­ας με τη θέ­σπι­ση ποιο­τι­κών όρων και ανα­φο­ρών ως προς τη συ­γκρό­τη­ση της πο­λι­τι­κής συμ­με­το­χής με αί­σθη­ση κα­θή­κο­ντος, αξιο­κρα­τί­ας, δια­φά­νειας και ου­σια­στι­κής πο­λι­τεια­κής λο­γο­δο­σί­ας επί του κοι­νο­βου­λευ­τι­κού πυ­ρή­να του πο­λι­τεύ­μα­τος και των σχέ­σε­ων του πο­λί­τη με την πο­λι­τι­κή…

Μι­χα­ήλ Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου

Δι­δά­κτωρ Δη­μο­σί­ου Δι­καί­ου

Εντ. Δι­δά­σκων Νο­μι­κών Σχο­λών Ε.Κ.Π.Α. και Δ.Π.Θ.

V. Research Fellow Cambridge University (Faculty of Law/Wolfson College)

Σχολιασμός Άρθρου

Τα σχόλια εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Η Δημοκρατική δεν υιοθετεί αυτές τις απόψεις. Διατηρούμε το δικαίωμα να διαγράψουμε όποια σχόλια θεωρούμε προσβλητικά ή περιέχουν ύβρεις, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Προσθέστε ένα σχόλιο

Το E-mail δεν θα δημοσιευτεί.
Πρέπει να συμπληρωθούν όλα τα πεδία για την υποβολή του σχολίου.