«All inclusive»: Τα υπέρ και τα κατά

Από: 1 λεπτό ανάγνωση

Όλες οι περικοπές μισθών, όλες οι ιδιωτικοποιήσεις, όλες οι συζητήσεις σχετικά με την εκμετάλλευση της δημόσιας περιουσίας, όλοι οι περιορισμοί των εργασιακών δικαιωμάτων, με άλλα λόγια όλες οι αιτίες της επιδείνωσης του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της χώρας υποτίθεται ότι αποτελούν θυσίες που πρέπει να γίνουν, ώστε η χώρα να παρουσιάσει ρυθμούς ανάπτυξης και σύντομα μπορώντας πλέον να αναζητήσει δανειακούς πόρους από τις κεφαλαιακές αγορές να αποφύγει τον κίνδυνο της χρεοκοπίας. ¶ρα όλα αυτά για την ανάπτυξη, λέξη κλειδί και φετίχ, η οποία όμως αναπόφευκτα συνδέεται με συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες της «πραγματικής οικονομίας». Στην Ελλάδα του μνημονίου, με το κύμα αποβιομηχάνισης να την έχει σαρώσει προ πολλού και τη συζήτηση περί γεωργικής παραγωγής να μοιάζει με κρύο ανέκδοτο, το βάρος αυτό πέφτει αναπόφευκτα σε δύο, τρεις δραστηριότητες του τριτογενή τομέα, και πιο συχνά στον τουρισμό.
Πίσω από τις συζητήσεις λοιπόν περί ανάπτυξης λανθάνουν εδώ και καιρό οι προβληματισμοί σχετικά με το πώς ο τουρισμός της χώρας μόνος του θα κατορθώσει να ανταποκριθεί σε αυτό βάρος. Η πρόκληση μεγάλη. Πλην όμως είτε για λόγους ποιότητας και ανθεκτικότητας του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, είτε για λόγους συγκυρίας (βλέπε τις εξεγέρσεις στις Αραβικές χώρες και την επιδείνωση των Τουρκο-ισραηλινών σχέσεων) η αποστολή εξετελέσθη. Οι εκτιμήσεις θέλουν τον αριθμό των εισερχόμενων τουριστών για φέτος υψηλότερο από ποτέ άλλοτε – κοντά στα 16,5 εκατομμύρια επισκεπτών, αριθμός μεγαλύτερος ακόμα και από του 2007, τελευταία χρονιά πριν από την κρίση –  και με ρυθμό αύξησης σχεδόν διψήφιο. Τα έσοδα παρουσίασαν ανάλογη αύξηση, δίχως όμως να υπερβαίνουν το ιστορικό υψηλό των 11,6 δις ευρώ του 2009. Σε κάθε περίπτωση λοιπόν, ο ελληνικός τουρισμός άντεξε, δεν κατέρρευσε ούτε από την απεργία των ταξί, ούτε από τις στάσεις εργασίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων, ούτε από τους «αγανακτισμένους» διαδηλωτές στο Σύνταγμα και στις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις, όπως ο δημοσιογραφικός και πολιτικός κόσμος της χώρας αδιαλείπτως προειδοποιούσε.
Ο τουρισμός ωστόσο δεν λειτούργησε αυτό τον καιρό μόνο ως μαστίγιο ενάντια σε κάθε μορφή κοινωνικής διαμαρτυρίας, αλλά και ως καρότο μίας πολλά υποσχόμενης ανάπτυξης, που θα λύσει όλα τα αδιέξοδα της χώρας. Και στην βάση αυτής της λογικής οι ιθύνοντες της ελληνικής πολιτείας άσκησαν και ασκούν μία πολιτική με ευνοημένους και παθόντες, κοινώς μια πολιτική με συγκεκριμένες συνέπειες.
Ο υπουργός Οικονομικών Ε. Βενιζέλος πρόσφατα εξήγγειλε αύξηση του Φ.Π.Α. των επιχειρήσεων εστίασης από 13% σε 23%, δικαιολογώντας την απόφασή του με το επιχείρημα ότι στον κλάδο αυτό δρα ένα μεγάλο τμήμα της μαύρης οικονομίας και επίσης αποτελεί πεδίο εκτύλιξης του υπερκαταναλωτισμού των Ελλήνων. Ως εκ τούτου, μία πρόσθετη επιβάρυνση είναι κάτι που τόσο οι καταναλωτές όσο και οι παραγωγοί των σχετικών υπηρεσιών μπορούν να αντέξουν. ¶μεση συνέπεια του νέου μέτρου ήταν η απότομη αύξηση της τιμής των τουριστικών υπηρεσιών της χώρας, υποχρεώνοντας τους καταστηματάρχες είτε να απορροφήσουν την αύξηση διατηρώντας τις υπάρχουσες τιμές, είτε να τις ανεβάσουν κι άλλο. Καθώς όμως η απόφαση αυτή δημιουργούσε προβλήματα στο θεσμό του all inclusive – την πώληση δηλαδή ολοκληρωμένων πακέτων τουριστικών υπηρεσιών όπου στην τιμή συμπεριλαμβάνονται και οι υπηρεσίες εστίασης – έκρινε σκόπιμο να ρίξει τον Φ.Π.Α. για τα τουριστικά αυτά πακέτα στο 13%, εάν και εφόσον οι υπηρεσίες αυτές πωλούνταν στο εξωτερικό, δημιουργώντας έτσι κατΆ ουσία ένα καθεστώς δύο ταχυτήτων τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους καταναλωτές. Αντιμέτωπος με σωρεία αντιδράσεων ο υπουργός τροποποίησε την απόφασή του, καθιστώντας το 13% συντελεστή του Φ.Π.Α. για όλους τους καταναλωτές τουριστικών υπηρεσιών all inclusive, αίροντας έτσι το καθεστώς δύο ταχυτήτων για τους καταναλωτές, Έλληνες και ξένους, διατηρώντας το όμως για τις ίδιες τις επιχειρήσεις που δεν προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με αυτή τη μορφή.
Να σημειωθεί εδώ, ότι η αναθεώρηση αυτή ήταν η τέταρτη κατά σειρά από την στιγμή που η χώρα μπήκε σε «μνημονιακό» καθεστώς. Από 8% σε 9%, έπειτα σε 11%, στη συνέχεια σε 13%, και τέλος σήμερα σε 23%. Να σημειωθεί επίσης, ότι ο Φ.Π.Α. σε ανταγωνιστικές μεσογειακές χώρες όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Γαλλία είναι 5%, 7% και 5,5% αντίστοιχα, ενώ η Κύπρος το 2009 προέβη σε μείωση του Φ.Π.Α. για τις επιχειρήσεις εστίασης από 8% σε 5%.
Την ίδια δε περίοδο, η ίδια κυβέρνηση προωθεί αλλαγές και στο θεσμικό πλαίσιο που αφορά τις τουριστικές επιχειρήσεις, ώστε να πλαισιωθούν νομικά νέες μορφές τουριστικής δραστηριότητας, όπως τα σύνθετα τουριστικά καταλύματα, μονάδες δηλαδή στις οποίες συνυπάρχουν δωμάτια και τουριστικές κατοικίες. Με τον επερχόμενο νόμο η κυβέρνηση προτίθεται επίσης να επιτρέψει σε επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν ως ιδιωτική περιουσία τον αιγιαλό και να δημιουργούν ιδιωτικές λιμενικές εγκαταστάσεις. Ρυθμίσεις δηλαδή που, παρά τις προθέσεις της, ούτε η Χούντα δεν είχε καταφέρει να υλοποιήσει. Τέλος, σύμφωνα πάντα με τα πρότυπα του θεσμικού πλαισίου της στρατιωτικής δικτατορίας, ο επερχόμενος νόμος θα μεταβιβάσει την αρμοδιότητα για την έκδοση των αδειών ανέγερσης οικοδομών που θα αφορούν τουριστικές χρήσεις από τις τοπικές πολεοδομίες στα τοπικά γραφεία του Ε.Ο.Τ.
Εν τέλει αποτέλεσμα της ασκούμενης πολιτικής είναι το κλείσιμο δεκάδων μικρών τουριστικών επιχειρήσεων, καθώς η αύξηση του Φ.Π.Α. έρχεται να προστεθεί στις πληγές που προκαλούσε η πολιτική των all inclusive και η πτώση της ζήτησης από Έλληνες τουρίστες. Ταυτόχρονα, η πτώση του τζίρου και τα λουκέτα όχι μόνο δεν προβλέπεται να συμβάλουν στην αναμενόμενη αύξηση των φορολογικών εσόδων, αλλά όπως είναι φυσικό η μείωση της φορολογητέας ύλης θα επιφέρει και σε αυτά αντίστοιχη μείωση. Και όλα αυτά λαμβάνουν χώρα σε μία περίοδο όπου τουριστικοί πράκτορες και ξένα κεφάλαια αναζητούν ευνοϊκές επενδύσεις στις επαπειλούμενες με χρεοκοπία εγχώριες τουριστικές επιχειρήσεις.
Το σύστημα του all inclusive αποτελούσε και προ κρίσης, για την ακρίβεια από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, μάστιγα για το βασικό πυλώνα της ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας: τη μικρή οικογενειακή επιχείρηση. Φέτος 25 με 30% των εισερχόμενων τουριστών στη χώρα χρησιμοποίησαν τις εν λόγω υπηρεσίες, με το ποσοστό να φτάνει στο 80% σε περιοχές όπως η Κρήτη. H εταιρία First Choice, θυγατρική της Tui, μιας εκ των τριών πολυεθνικών που διαχειρίζονται την συντριπτική πλειοψηφία των τουριστικών πακέτων στην Ευρώπη, εξήγγειλε ήδη ότι στο εξής ο τουριστικός προορισμός Ελλάδα θα προσφέρεται μόνο μέσα από all inclusive πακέτα. Οι επισκέπτες της χώρας αγοράζοντας τις υπηρεσίες αυτές στερούν από τις τοπικές κοινωνίες το εισόδημά τους, ενώ και εντός του ξενοδοχείου την μερίδα του λέοντος τη νέμεται το τουριστικό πρακτορείο, αφήνοντας τον ξενοδόχο να λειτουργεί τη μονάδα του σε τιμές κόστους. Με αυτό τον τρόπο επιταχύνονται οι διαδικασίες που οδηγούν στην εξαγορά του ξενοδοχειακού δυναμικού της χώρας από επενδυτές του εξωτερικού. Η κυβέρνηση υποτίθεται ότι θα προσέφερε αντικίνητρα για να αποθαρρύνει τους ξενοδόχους να παρέχουν υπηρεσίες με αυτό το καθεστώς δημιουργώντας ένα σύστημα συντελεστών για τις επιδοτήσεις, ενώ και ο ίδιος ο υφυπουργός τουρισμού κ. Νικητιάδης στην προεκλογική του εκστρατεία δήλωνε συντετριμμένος ότι «Μαχαιριά στην καρδιά της τουριστικής αγοράς έφθασε πλέον να είναι η εφαρμογή του συστήματος All Inclusive…».
Χώρες όπως η Γαλλία έχουν εδώ και χρόνια θεσμοθετήσει πλαφόν στο ποσοστό των κλινών που προσφέρονται με το σύστημα all inclusive σε κάθε περιοχή. Και αυτό όχι επειδή έχουν μειωμένη ευαισθησία για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας τους. Απλώς εκεί όσοι ασκούν πολιτική στον τομέα του τουρισμού αντιλαμβάνονται ότι η μικρή τοπική επιχείρηση συμβάλει όσο τίποτε άλλο στην διατήρηση της τοπικής ιδιαιτερότητας της περιοχής, δίνοντάς της πλεονεκτήματα μονοπωλιακού τύπου. Για αυτό και η Γαλλία παρόλο που δεν είδε ποτέ της μία  κτηματομεσιτική φούσκα με θηριώδεις επενδύσεις και τουριστικές κατοικίες, όπως η Ισπανία, συνεχίζει να έχει όχι μόνο τον υψηλότερο αριθμό τουριστών στη Μεσόγειο, αλλά κυρίως τους επισκέπτες εκείνους που αφήνουν στη χώρα περισσότερα χρήματα. ΅Ήλιο και θάλασσα βρίσκει κανείς σε αφθονία, ο Γάλλος όμως αρτοποιός αποτελεί ένα μονοπωλιακό προνόμιο της γαλλικής τουριστικής βιομηχανίας.

Και ο Έλληνας ταβερνιάρης; Με την αύξηση του Φ.Π.Α. πλήττεται η μικρή τουριστική επιχείρηση, αλλά ταυτόχρονα πλήττεται και η χώρα στο σύνολό της. Οι ολιγοπωλιακές συνθήκες της αγοράς των τουριστικών πακέτων δίδουν ελάχιστα περιθώρια διαπραγμάτευσης στους επιχειρηματίες ως προς την τιμή του προϊόντος, υποχρεώνοντάς τους να μετακυλήσουν το κόστος εν μέσω κρίσης, είτε στους εργαζομένους τους, είτε στην τοπική κοινωνία μέσω της ενσωμάτωσης υπηρεσιών που προηγουμένως προσφέρονταν έξω από τις μονάδες. Μοναδική ανάσα σωτηρίας σε αυτό το ζοφερό σκηνικό είναι η τουριστική κίνηση που αναπτύσσεται έξω από τον έλεγχο των μεγάλων τουριστικών πρακτορείων. Λογική η οποία είχε κατά το παρελθόν υποστηριχθεί με θέρμη από τον σημερινό πρωθυπουργό, με τα λεγόμενα City breaks, ως το μέλλον του τουρισμού στη χώρα. Οι τουριστικοί προορισμοί που είχαν φέτος εκρηκτική άνοδο ήταν εκείνοι στους οποίους κατέφθαναν επισκέπτες όχι μέσω τουριστικών πρακτορείων, αλλά από πτήσεις χαμηλού κόστους, που έδιναν  έτσι στους επισκέπτες τη δυνατότητα να κανονίζουν τις δικές τους διακοπές φτηνά και αυτόνομα.