Στον εισαγγελέα η δικογραφία για τα δημόσια κτήματα

Στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Ρόδου επεστράφη η προκαταρκτική δικογραφία που σχηματίζεται με επείγοντα χαρακτήρα για τη διερεύνηση τυχόν τελέσεως των αδικημάτων της κακουργηματικής ψευδούς βεβαιώσεως και της απιστίας στην υπηρεσία από υπαίτιο που μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, με αφορμή τις διαπιστώσεις επιθεωρητών της Οικονομικής Επιθεώρησης Κρήτης σχετικά με τον τρόπο αποπληρωμής του τιμήματος προνομιακών δημοσίων ακινήτων που εκποιήθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές με νομότυπη διαδικασία από την Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου.
Όπως έγραψε η “δ”, οι δύο επιθεωρήτριες της Οικονομικής Επιθεώρησης Κρήτης που επιλήφθηκαν της έρευνας για την υφαρπαγή δημοσίων ακινήτων με τη χρήση ανυπόστατων αποφάσεων εκποίησης, που φέρουν πλαστές υπογραφές νομαρχών οι οποίοι υπηρέτησαν στα Δωδεκάνησα, αφού ερεύνησαν ενδελεχώς 16 περιπτώσεις του είδους αποφάνθηκαν και για περιπτώσεις νομότυπων εκποιήσεων και διαπίστωσαν ότι ορισμένα αποπληρώθηκαν 10 έτη και άνω μετά την εκποίηση τους αλλά και ότι υπήρξαν παραβάσεις του Ν. 719/77!
Από τις επιθεωρήτριες εξετάστηκαν μεταξύ άλλων και 11 περιπτώσεις ακινήτων του δημοσίου που εκποιήθηκαν νόμιμα αλλά η αποπληρωμή τους έγινε μετά την πάροδο 10ετίας.
Από τον έλεγχο των υποθέσεων, που το τίμημα καταβλήθηκε μετά από αρκετά χρόνια, οι επιθεωρήτριες διαπίστωσαν ότι ορισμένες αναφέρονται σε υποθέσεις με πρόσωπα που εμπλέκονται στη δημιουργία πλαστών τίτλων, οι περισσότερες δεν είναι σύμφωνες με τις διατάσεις του Ν. 719/77 και συγκεκριμένα σε 4 περιπτώσεις το αιτούμενο ακίνητο είναι διαφορετικό από το τελικώς εκποιούμενο, είτε δεν ζητήθηκε η γνώμη της πολεοδομικής υπηρεσίας είτε αυτή ήταν αρνητική με αποτέλεσμα να περιέλθουν σε ιδιώτες ακίνητα με πολύ ευνοϊκές διατάξεις. Επίσης παρήχετο το δικαίωμα σε Έλληνες το γένος να ζητήσουν (υποβολή αίτησης στην Υπηρεσία επίσης συνοδευόμενη με μία σειρά δικαιολογητικών) την απόδοση (δωρεάν επιστροφή) σε αυτούς ακινήτων πρώην ιδιοκτησίας των που οι Ιταλοί τους είχαν πάρει με το «δίκαιο του κατακτητή».
Δημόσιος λειτουργός που κλήθηκε ήδη για εξηγήσεις κατέθεσε ότι ο αριθμός των αιτήσεων που είχαν υποβληθεί στην ΚΥΔ με τις παρατάσεις που δόθηκαν μέχρι και την καταληκτική προθεσμία υποβολής τους ήταν υπερβολικά μεγάλος εκτιμώντας μάλιστα ότι είχαν υποβληθεί 9.000 αιτήσεις, οι περισσότερες χωρίς δικαιολογητικά.
Κατέθεσε επίσης ότι οι αποφάσεις που είχαν εκδοθεί για την εξαγορά δημοσίων ακινήτων ανέρχονται σε 5000 περίπου.
Επεσήμανε ακόμα ότι τις περισσότερες φορές, παρόλο που οι αποφάσεις εξαγοράς εξεδίδοντο και υπογράφοντο από το Νομάρχη, οι ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι κατά κύριο λόγο ήταν γεωργοί και χαμηλής κοινωνικής τάξεως, δεν προσήρχοντο για να καταβάλουν το τίμημα και το φόρο μεταβίβασης, με αποτέλεσμα να λιμνάζουν οι υποθέσεις και να μην ολοκληρώνεται η παραλαβή τους από τους δικαιούχους.
Κατέθεσε μάλιστα ότι η ευχέρια της διοίκησης για την ανάκληση των αποφάσεων για τις οποίες εκκρεμούσε η αποπληρωμή σύμφωνα και με απόφαση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ήταν δυνητική ενώ δεν υπήρχε δυνατότητα να διαφοροποιηθεί η αξία των ακινήτων.
Εξήγησε παραπέρα ότι καμία απόφαση δεν έχει ανακληθεί ενώ από καμία απολύτως διάταξη δεν προκύπτει χρονικός περιορισμός καταβολής του τιμήματος και Φ.Μ.Α.
Η εκτίμηση του εκποιούμενου-παραχωρημένου ακινήτου γίνεται, όπως τόνισε, κατά τη συνεδρίαση της αρμόδιας επιτροπής εξηγώντας μάλιστα ότι οι νόμοι για την απόδοση – εξαγορά δημοσίων ακινήτων ήταν καθαρά κοινωνικού χαρακτήρα και ο σκοπός τους δεν ήταν εισπρακτικός.